Σ.Π.: Θα θέλαμε αρχικά να μας δώσεις σε αδρές γραμμές μία εικόνα του εκπαιδευτικού συστήματος της Γερμανίας.
Γ. Μ.: Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η ευθύνη για το εκπαιδευτικό σύστημα μοιράζεται ανάμεσα στην Κεντρική Κυβέρνηση και τα κρατίδια. Το εύρος της ευθύνης της Κεντρικής Κυβέρνησης καθορίζεται από τον λεγόμενο Βασικό Νόμο (Grundgesetz). Αν εκεί δεν προβλέπεται κάτι διαφορετικό για κάποιο ζήτημα, τότε το δικαίωμα της νομοθεσίας για αυτό ανήκει τα κρατίδια. Έτσι, αυτό που πρέπει πρωτίστως να σημειώσουμε για το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι πως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διαδραματίζει έναν ελάσσονα ρόλο. Λόγω της πληθώρας των διαφορετικών ρυθμίσεων δημιουργούνται πολλές δυσκολίες και συγχύσεις, για παράδειγμα στην περίπτωση που μια οικογένεια μετακομίζει και τα παιδιά της πρέπει να αλλάζουν σχολεία.
Δεν υπάρχει καμία άλλη βιομηχανική χώρα όπου η κοινωνική προέλευση να έχει τόσο μεγάλη επίπτωση στην εκπαιδευτική επιτυχία, όσο στη Γερμανία. Το εκπαιδευτικό σύστημα εντείνει τον κοινωνικό αποκλεισμό αντί να είναι ενοποιητικό και συμπεριληπτικό. Μόλις το 20% των νέων ενηλίκων καταφέρνουν να φτάσουν σε ένα εκπαιδευτικό επίπεδο ανώτερο αυτού των γονιών τους, ποσοστό πολύ μικρότερο από τον μέσο όρο του 37% των χωρών του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, το 22% καταλήγει σε χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τους γονείς του, ποσοστό υψηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, που είναι 13%.
Όταν τα παιδιά γίνουν έξι χρόνων, εγγράφονται στο δημοτικό σχολείο (Grundschule) το οποίο σχεδόν σε όλα τα κρατίδια έχει τέσσερις τάξεις. Η φοίτηση, λοιπόν, διαρκεί από τα έξι ως τα δέκα χρόνια, με εξαίρεση το Βερολίνο και το Βρανδεβούργο.
Στην συνέχεια, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση χαρακτηρίζεται στα περισσότερα κρατίδια από ένα σύστημα τριών επιπέδων, το οποίο συχνά δεν είναι διαπερατό και εξυπηρετεί τον περαιτέρω αποκλεισμό των παιδιών που προέρχονται από κοινωνικά ευάλωτες οικογένειες. Το Gymnasium έχει σχεδιαστεί ώστε να προετοιμάζει τους μαθητές για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και ολοκληρώνεται με τις τελικές εξετάσεις Mittlere Reife στην δέκατη τάξη. Το Hauptschule προετοιμάζει τους μαθητές για την επαγγελματική εκπαίδευση και ολοκληρώνεται με τις τελικές εξετάσεις Hauptschulabschluss μετά την ένατη ή δέκατη τάξη και τις εξετάσεις Realschulabschluss μετά την δέκατη τάξη. Επιπλέον, υπάρχει και το Gesamtschule, το οποίο συνδυάζει τις προσεγγίσεις των υπολοίπων καθώς και τα "ειδικά σχολεία" (Förderschule/Sonderschule) για μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες λόγω σοβαρών μαθησιακών δυσκολιών, σωματικών αναπηριών ή προβλημάτων συμπεριφοράς.
Το DIE LINKE διεκδικεί την υπέρβαση αυτού του συστήματος των τριών επιπέδων με ένα υποχρεωτικό σχολείο, ένα συμπεριληπτικό σχολείο κοινής μάθησης που ακυρώνει την διάκριση των εκπαιδευόμενων. Τα υποχρεωτικά σχολεία έχουν τη φιλοδοξία και αναπτύσσουν την ικανότητα να οδηγήσουν όλα τα παιδιά και τους ενήλικες, ανεξαρτήτως προσωπικών και κοινωνικών προϋποθέσεων, στην καλύτερη δυνατή εκπαιδευτική πρόοδο και στο υψηλότερο δυνατό σχολικό απολυτήριο.
Όταν οι μαθητές ολοκληρώσουν την ενιαία υποχρεωτική εκπαίδευση (διάρκειας εννέα ως δέκα χρόνων), θα πηγαίνουν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το Gymnasium ή το Gesamtschule ή στην επαγγελματική εκπαίδευση στο πλαίσιο ενός διπλού συστήματος.
Τελευταία, αλλά όχι έσχατη, η τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στη Γερμανία, η ανώτατη εκπαίδευση προσφέρεται κυρίως από τρεις τύπους ιδρυμάτων: Τα Πανεπιστήμια (Universitäten), τα Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών (Fachhochschulen) και τα Καλλιτεχνικά Πανεπιστήμια (Kunst- und Musikhochschulen). Τα περισσότερα γερμανικά πανεπιστήμια είναι δημόσια, χρηματοδοτούμενα από τις κυβερνήσεις των κρατιδίων και οι φοιτητές παραδοσιακά σπουδάζουν δωρεάν. Το 2005 τα δημόσια πανεπιστήμια εισήγαγαν δίδακτρα, τα οποία όμως λόγω των αντιστάσεων που αναπτύχθηκαν ακυρώθηκαν. Έτσι, μόνο ένα κρατίδιο έχει διατηρήσει τα δίδακτρα στα πανεπιστήμια του κι αυτό μέχρι το φθινόπωρο του 2014. Σήμερα υπάρχουν περί τα 240 δημόσια και 100 ιδιωτικά πανεπιστήμια στη χώρα με 2,5 εκατομμύρια εγγεγραμμένους φοιτητές.
Υπάρχει επίσης ένας νόμος (BaföG) που διασφαλίζει πως όσοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες μπορούν να λαμβάνουν μέχρι 670 ευρώ μηνιαίως αν οι γονείς τους δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος των σπουδών τους. Οι φοιτητές λαμβάνουν το 50% αυτής της βοήθειας ως κρατική ενίσχυση και το 50% ως άτοκο δάνειο, που πρέπει να αποπληρωθεί σε δόσεις όταν η μέγιστη περίοδος ενίσχυσης ολοκληρωθεί. Παρόλα αυτά, ενώ στη δεκαετία του ‘70 πάνω από το 40% των φοιτητών λάμβαναν αυτήν την ενίσχυση, σήμερα μπορεί να την λαμβάνει μόνο το 18%.
Σ.Π.: Πέρα από τις κυβερνήσεις των κρατιδίων, έχουν και οι δήμοι αρμοδιότητες για την εκπαιδευτική πολιτική;
Γ.Μ.: Στο γερμανικό σχολικό σύστημα διαχωρίζουμε τις αρμοδιότητες ως προ τα εσωτερικά και τα εξωτερικά ζητήματα. Τα εσωτερικά ζητήματα των σχολείων είναι αυτά του εκπαιδευτικού προσωπικού, για τα οποία είναι απευθείας υπεύθυνη η αντίστοιχη τοπική κυβέρνηση. Τα εξωτερικά αφορούν την κτηριακή υποδομή και το τεχνικό προσωπικό. Για αυτά η αρμοδιότητα μοιράζεται ανάμεσα στους δήμους και τις περιφέρειες. Η χρηματοδότηση της σχολικής εκπαίδευσης είναι έτσι απευθείας εξαρτώμενη από την οικονομική ισχύ των δήμων και των περιφερειών αλλά και των αντίστοιχων κρατιδίων.
Σ.Π.: Ποιες είναι οι κύριες νεοφιλελεύθερες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στη Γερμανία;
Γ.Μ.:Θα ήθελα να απαντήσω αυτήν την ερώτηση επικεντρώνοντας στο τοπίο της ανώτατης εκπαίδευσης. Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, το πεδίο αυτό βρίσκεται σε βαθύ μετασχηματισμό. Οι κυρίαρχες πολιτικές για την ανώτατη εκπαίδευση ακολουθούν το μοντέλο του "επιχειρηματικού πανεπιστημίου", που εξυπηρετεί κυρίως την αγορά εργασίας και των υπηρεσιών κατάρτισης καθώς και την απαίτηση για συγκεκριμένης κατεύθυνσης επιστημονική έρευνα. Ένα τέτοιο πανεπιστήμιο μπορεί να επιβιώσει στις αγορές μόνο σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού.
Η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων στην ανώτατη εκπαίδευση ακολουθεί τους παρακάτω πέντε άξονες: μείωση κόστους, ενσωμάτωση των μηχανισμών της αγοράς, αποδιάρθρωση της δημοκρατίας και αντικατάστασή της από το μάνατζμεντ, αύξηση της άμεσης επίδρασης του κεφαλαίου και εκπαίδευση για τις ελίτ.
Τα πανεπιστήμια εξαναγκάστηκαν να υιοθετήσουν μία επιχειρηματική λογική, ορίζοντας ως κύριο καθήκον του πανεπιστημιακού μάνατζμεντ τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του πανεπιστημίου στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και την αύξηση της ανταποδοτικότητας, πχ μέσω εξωτερικής χρηματοδότησης ή διδάκτρων.
Οι συνεργασίες με εταιρίες και οι εκστρατείες μάρκετινγκ αλλά και η εισαγωγή του μάνατζμεντ αποτέλεσαν την λογική συνέπεια όλων αυτών. Τα δημοκρατικά πανεπιστημιακά όργανα έπρεπε να δώσουν όλο και περισσότερες αρμοδιότητες στο πανεπιστημιακό μάνατζμεντ και σε εποπτικά όργανα. Σε ορισμένα κρατίδια έχουμε και τα λεγόμενα "πανεπιστημιακά συμβούλια" (σ.τ.ε., αντίστοιχα των Συμβουλίων Ιδρυμάτων των ελληνικών ΑΕΙ) που αποτελούνται κυρίως από εξωτερικά μέλη από τον ιδιωτικό τομέα, όπως τράπεζες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτά τα όργανα είναι πολύ ισχυρά, ενώ τα δημοκρατικά όργανα των πανεπιστημίων έχουν πλέον ελάχιστα δικαιώματα.
Η κοινωνική λειτουργία του επιχειρηματικού πανεπιστημίου είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του δημόσιου. Ο στόχος της ανώτατης εκπαίδευσης δεν είναι πλέον το να προσφέρει ευρεία πρόσβαση στην επιστημονική και την κριτική εξέταση της τρέχουσας πραγματικότητας, αλλά η διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας της επιχείρησης-πανεπιστήμιο.
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας τα μεγάλα προγράμματα της Διαδικασίας της Μπολόνια και της Αριστείας: Με την εισαγωγή των βαθμίδων του Bachelor (πτυχίο) και του Master (μεταπτυχιακό) από την Μπολόνια, η χρηματοδότηση της διδασκαλίας μειώθηκε σημαντικά. Η Αριστεία στοχεύει στο να ενισχυθούν κάποια επίλεκτα πανεπιστήμια περισσότερο από άλλα, προκειμένου να αυξήσουν την διεθνή τους ορατότητα για τα "προγράμματα-ναυαρχίδες" τους. Αυτό οδήγησε στην αύξηση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα ανώτατα ιδρύματα και ενίσχυσε την επικέντρωση στην προσέλκυση εξωτερικής χρηματοδότησης και συνεργασίας με μη-πανεπιστημιακούς θεσμούς και τον ιδιωτικό τομέα.
Επειδή η εκπαιδευτική πολιτική δεν έχει κάποιον κεντρικό υπεύθυνο στη Γερμανία, λόγω του -μερικές φορές συγκεχυμένου- ομοσπονδιακού συστήματος, όσοι επιθυμούν να διαμαρτυρηθούν αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το να εντοπίσουν αυτόν προς τον οποίο θα πρέπει να στρέψουν τα βέλη τους. Παρόλα αυτά, το 2009 η Γερμανία βίωσε ένα κύμα διαμαρτυριών, την "Εκπαιδευτική Απεργία". Περισσότεροι από 250.000 άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων συνδικάτων, ΜΚΟ και πρωτοβουλιών φοιτητών και γονέων αλλά και το DIE LINKE, κατέβηκαν στο δρόμο διεκδικώντας βελτιωμένες συνθήκες και χρηματοδότηση. Μία νέα μορφή διαμαρτυρίας ήταν ο πολύ μεγάλος αριθμός συμβολικών "ληστειών τραπεζών". Ενδεικτικά συνθήματα ήταν τα "Σώστε την εκπαίδευση, όχι τις τράπεζες" και "Δωρεάν εκπαίδευση ή πλούσιους γονείς για όλους".
Αυτόν τον χρόνο ενδέχεται να υπάρξει ένα νέο κύμα διαμαρτυριών, αφού πολλές τοπικές κυβερνήσεις, ειδικά στην ανατολική Γερμανία, στοχεύουν σε μαζικές περικοπές στα πανεπιστήμια, που θα οδηγήσουν σε κλείσιμο ιδρυμάτων και μαζικές απολύσεις του ακαδημαϊκού προσωπικού των μεσαίων βαθμίδων. Τα πανεπιστήμια στη Γερμανία αντιμετωπίζουν την υποχρηματοδότηση που οδηγεί σε κακές συνθήκες διδασκαλίας. Τα αποτελέσματα είναι: υπερπλήρη αμφιθέατρα, καθηγητές επιφορτισμένοι με πάρα πολλά καθήκοντα, αύξηση της επισφαλούς απασχόλησης, υψηλή πίεση για επιδόσεις και έλλειψη επίβλεψης. Τον Απρίλιο δημιουργήθηκε ένα νέο Δίκτυο Δράσης και πλέον σχεδιάζονται δράσεις ενάντια στις περικοπές. Κατά τη γνώμη μου, το στρατηγικό καθήκον είναι η οικοδόμηση μίας ευρείας συμμαχίας, αποτελούμενης όχι μόνο από φοιτητές και δασκάλους, αλλά τέτοιας ώστε να θέσει το ζήτημα σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Τα προβλήματα της εκπαίδευσης δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απομονωμένα, αλλά τοποθετημένα στο ευρύτερο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και των μέτρων λιτότητας.
Κάτι ακόμη που καταδικάζουμε απολύτως είναι η στρατιωτικοποίηση της εκπαίδευσης. Η έρευνα για την ανάπτυξη οπλικών συστημάτων στα πανεπιστήμια επηρεάζει το περιεχόμενο της διδασκαλίας και οι διαφημίσεις των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων στα σχολεία ενσωματώνουν την "φιλοσοφία του πολέμου" στον θεσμό.
Σ.Π.: Τι ισχύει αναφορικά με την επαγγελματική εκπαίδευση;
Γ.Μ.: Η επαγγελματική εκπαίδευση στη Γερμανία υλοποιείται κυρίως μέσα σε ένα διπλό σύστημα. Συνδυάζει τη μαθητεία σε μια επιχείρηση και τη φοίτηση σε ένα επαγγελματικό σχολείο. Το σύστημα αυτό, με την συνδυασμένη παρουσία σε τάξη και επιχείρηση, αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως ένα αποτελεσματικό μοντέλο.
Παρόλα αυτά, υπάρχει κάτι εντυπωσιακό: οι επιχειρήσεις γίνονται όλο και λιγότερο πρόθυμες να αναλάβουν μαθητείες. Το DIE LINKE λοιπόν υποστηρίζει πως όλες οι επιχειρήσεις που δεν συμμετέχουν στην μαθητεία θα πρέπει να πληρώνουν μια εισφορά, ώστε όσοι συμμετέχουν να αντλούν ενίσχυση από αυτές τις εισφορές.
Μερικές φορές μιλάμε ακόμη και για κρίση της επαγγελματικής άσκησης στη Γερμανία αφού υπάρχουν πάνω από 1,5 εκατομμύριο νέοι μεταξύ 20 και 29 χωρίς τη σχετική δυνατότητα. Κάθε χρόνο, πάνω από 100.000 αιτήσεις μαθητείας μένουν ανικανοποίητες. Αναρίθμητοι νέοι άνθρωποι εγκλωβίζονται έτσι σε μεταβατικά στάδια, σε κακοπληρωμένες δουλειές ή στην ανεργία.
Αναφορικά με την διά βίου εκπαίδευση -που είναι ένας όρος που μας έχει κλέψει ο νεοφιλελεύθερισμός και πρέπει να τον διεκδικήσουμε και να τον αλλάξουμε- ισχύει η ίδια τάση που έχει ήδη περιγραφεί για τα πανεπιστήμια. Αυτό που επίσης βλέπουμε σε αυτόν τον τομέα είναι ένας αυξανόμενος αριθμός ιδιωτικών παρόχων καθώς και η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης.
Σ.Π.: Ποιες είναι οι προτάσεις του DIE LINKE για τα ζητήματα της εκπαίδευσης;
Γ.Μ.: Για εμάς, η εκπαίδευση αφορά την σφαιρική ανάπτυξη της προσωπικότητας και δεν πρέπει να περιορίζεται στην απόκτηση οικονομικά αξιοποιήσιμων γνώσεων. Το DIE LINKE προτάσσει δέκα σημεία για μια καλής ποιότητας εκπαίδευση για όλους:
1. Η εκπαίδευση κοστίζει. Το DIE LINKE ζητά την άμεση αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης κατά 40 δις ευρώ ετησίως.
2. Η διασφάλιση της καλής ποιότητας εκπαίδευσης για όλους απαιτεί το να αποτελεί αυτή κοινή ευθύνη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των κρατιδίων. Αυτή τη στιγμή ισχύει το αντίθετο: Το 2006 οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Χριστιανοδημοκράτες ψήφισαν μια απαγόρευση συνεργασίας των δύο αυτών δομών, την οποία μάλιστα εισήγαγαν και στον Βασικό Νόμο, με θανάσιμες συνέπειες για την εκπαίδευση. Αυτή η απαγόρευση πρέπει να αρθεί άμεσα.
3. Η εκπαίδευση είναι ένα ανθρώπινο δικαίωμα. Για αυτό και πρέπει να προσφέρεται δωρεάν. Αυτό αφορά όλα τα στάδιά της, από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο. Η εκπαίδευση είναι δημόσιο αγαθό, όχι εμπόρευμα. Πρέπει να αποτελεί κρατική ευθύνη και να έχει αντίστοιχη χρηματοδότηση.
4. Καθοδηγητική αρχή του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να είναι όχι ο αποκλεισμός, αλλά η συμπερίληψη. Για αυτό, δεν χρειαζόμαστε μόνο υποχρεωτικά σχολεία όπως έχει ήδη περιγραφεί, αλλά και επιπλέον, καλά εκπαιδευμένο δυναμικό καθηγητών και κοινωνικών λειτουργών.
5. Το επάγγελμα του δασκάλου πρέπει να τύχει μεγαλύτερης εκτίμησης, κάτι που σημαίνει και υψηλότερη αμοιβή. Οι καλές συνθήκες μάθησης απαιτούν επίσης καλές συνθήκες εργασίας για το διδακτικό προσωπικό. Η επισφαλής εργασία, ο μεγάλος φόρτος εργασίας, η έλλειψη χρόνου και οι χαμηλοί μισθοί αποτελούν τμήμα της καθημερινής ζωής σε πολλούς τομείς της εκπαίδευσης. Το DIE LINKE τάσσεται με την πλευρά των συνδικάτων που αγωνίζονται για καλύτερες εργασιακές συνθήκες και κοινωνική προστασία των εργαζομένων της εκπαίδευσης.
6. Η εκπαίδευση αποτελεί ένα σημαντικό θεμέλιο για μια ζωντανή δημοκρατία. Θέλουμε περισσότερη δημοκρατία στο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι εκπρόσωποι μαθητών και φοιτητών πρέπει να έχουν ενισχυμένες αρμοδιότητες. Οι μαθητές πρέπει να είναι σε θέση να σχεδιάσουν τις δικές τους διδακτικές διαδικασίες με τις δικές τους προτεραιότητες. Για αυτό χρειαζόμαστε και στα σχολεία και στα πανεπιστήμια περισσότερο χώρο και χρόνο. Η αυστηρή θεσμική οργάνωση των προγραμμάτων Bachelor και Master πρέπει να αναιρεθεί και η κριτική επιστημονικότητα να αποτελεί την κεντρική αρχή των πανεπιστημίων.
7. Χρειαζόμαστε νομική κατοχύρωση του δικαιώματος παροχής πλήρους φροντίδας παιδιών σε σχετικά κέντρα, από τη γέννησή τους, ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχή των γονιών τους στην εκπαίδευση.
8. Κάθε νέος έχει το δικαίωμα σε μια καλή επαγγελματική εκπαίδευση. Κάθε χρόνο, εκατοντάδες χιλιάδες νέων ανθρώπων βρίσκονται μετά το σχολείο σε ουρές ανεργίας ή σε δουλειές χαμηλής ειδίκευσης. Πρέπει να υπενθυμίζουμε στις επιχειρήσεις το καθήκον τους: Θέλουμε να επιβληθεί μία εισφορά για την επαγγελματική άσκηση προκειμένου να χρηματοδοτούνται επαρκώς οι σχετικές θέσεις.
9. Το DIE LINKE θέλει να επεκτείνει τα πανεπιστήμια και να αυξήσει ουσιαστικά τον αριθμό των φοιτητών. Αυτό περιλαμβάνει το άνοιγμα το πανεπιστημίων και σε άτομα με επαγγελματικές δυνατότητες. Όλοι οι φοιτητές θα πρέπει να μπορούν να αποφασίζουν για τις προτεραιότητες των σπουδών τους και να τους δίνεται πρόσβαση σε μεταπτυχιακά προγράμματα. Προκειμένου να μπορούν να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο ακόμη και παιδιά αδύναμων οικονομικά οικογενειών, θέλουμε να θεσπιστεί μία κρατική φοιτητική οικονομική ενίσχυση και να αυξηθεί ο αριθμός των φοιτητών που μπορούν να λάβουν την οικονομική βοήθεια. Ζητάμε την αύξηση της βοήθειας και την καταβολή της ανεξάρτητα από το οικογενειακό εισόδημα καθώς και την κατάργηση των δανείων.
10. Η εκπαίδευση δεν τελειώνει με την πρώτη θέση εργασίας. Θέλουμε να επεκτείνουμε την εκπαίδευση και τη διά βίου μάθηση, καθιστώντας την μία δημόσια ευθύνη και ένα ατομικό δικαίωμα. Οι επιχειρήσεις πρέπει να υποχρεωθούν να αναλάβουν μεγαλύτερες δεσμεύσεις αναφορικά με την εκπαίδευση των υπαλλήλων τους. Παράλληλα, χρειαζόμαστε εκτεταμένες δημόσιες υπηρεσίες, προσβάσιμες χωρίς αντίτιμο, που θα συμπεριλαμβάνουν την γενική, πολιτισμική και συνεχιζόμενη εκπαίδευση.