Με τις ευρωεκλογές επιδεινώθηκαν οι προϋποθέσεις για την επείγουσα επέκταση της νομισματικής και οικονομικής ολοκλήρωσης. Οι ευρωσκεπτικιστές, κυρίως οι επικριτές του ευρώ, έχουν αποκτήσει σαφώς μεγαλύτερη επιρροή. Υπάρχει μόνο μια δυνατότητα να ηττηθούν από τη συντριπτική πλειοψηφία των υπόλοιπων, εάν αυτή διατυπώσει μια σαφή πρόταση για τη μείωση του οικονομικού χάσματος μεταξύ των χωρών - μελών. Αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει τον τερματισμό της εξοντωτικής πολιτικής λιτότητας που υπαγορεύουν οι χώρες - πιστωτές στις χώρες της κρίσης, καθώς και δράσεις για να ξεπεραστεί η άθλια μαζική ανεργία. Μόνο με μια κοινοτική πολιτική της οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής ολοκλήρωσης μπορεί η Ε.Ε. να ανακτήσει την εμπιστοσύνη που έπαιξε κι έχασε.
Ήταν οι προηγούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ιδιαίτερα κάτω από τις ηγεμονικές προσταγές της Γερμανίας, οι οποίες αφενός προκάλεσαν πολλή δυστυχία στις χώρες της κρίσης και αφετέρου κλόνισαν την εμπιστοσύνη των χωρών - πιστωτών. Αυτή η απώλεια της συναίνεσης εξαιτίας μιας πολιτικής, η οποία μεταξύ άλλων σχεδιάστηκε με πολλή μυστικότητα, έγινε το λίπασμα για την άνθηση των εθνικιστικών ακροδεξιών δυνάμεων. Επίσης, η προεκλογική εκστρατεία, από την οποία εξαιρέθηκαν ως επί το πλείστον τα υπαρξιακά σημαντικά θέματα από τα μεγάλα κόμματα, συνέβαλε στον αποπροσανατολισμό. Σε αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα υπάρχει μόνο μία απάντηση: επιτέλους μια σαφής ιδέα πώς θα ξεπεράσουν την κρίση τα κράτη - μέλη.
Για την ώρα στο επίκεντρο βρίσκεται η πυρκαγιά στο ευρωσύστημα, η οποία πρέπει να κατασβηστεί. Ακόμη και μετά από αυτές τις εκλογές η κυρίαρχη πολιτική προσπαθεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι μετά τις δραματικές διασώσεις το ευρώ είναι αρκετά σταθερό. Και συνεχίζει να διακινεί ανεύθυνες ειδήσεις επιτυχίας: η Πορτογαλία βγήκε από το πρόγραμμα διάσωσης. Στην Ελλάδα, εμφανίστηκε στον προϋπολογισμό ένα μικρό πλεόνασμα, αν δεν συμπεριλάβει κανείς τα ποσά που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ βγήκε και στις αγορές.
Αντίθετα, αυτό που απαιτείται σήμερα από τη συντριπτική πλειοψηφία του Ευρωκοινοβουλίου είναι το θάρρος, από τη μία πλευρά να αποκρυπτογραφήσει τον απολογισμό για τις προηγούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές της οικονομικής και κοινωνικής συρρίκνωσης μέσα σε ένα κλίμα κυριαρχίας των αγορών. Απαιτείται η ανατομία της αποτυχίας της πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, ώστε να διατυπωθούν προτάσεις για την ενίσχυση της οικονομίας των αδύναμων χωρών.
Αυτή η αποτυχία αναδεικνύεται σε όλο της το μεγαλείο στην Ελλάδα. Μετά από περισσότερα από έξι χρόνια ύφεσης, η ελληνική οικονομία είναι τόσο αδύναμη που δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακάμψει με τις δικές της δυνάμεις. Η φτώχεια έχει εγκατασταθεί βαθιά στη μεσαία τάξη. Με το ποσοστό της ανεργίας των νέων στο 60% -καθώς και στην Πορτογαλία και την Ισπανία- μια ολόκληρη γενιά έχει στερηθεί των μελλοντικών ευκαιριών της. Η αιτία γι' αυτή την οικονομική και κοινωνική αιμορραγία είναι η ιεραποστολική αντίληψη των χωρών - πιστωτών, η άποψή τους για το έγκλημα και την τιμωρία. Σύμφωνα με τη λογική: ποιοι έχουν ζήσει για χρόνια στη σπάταλη; Αυτοί θα πρέπει τώρα να εξιλεωθούν προσφέροντας κοινωνικές θυσίες.
Το δίδαγμα αυτής της οικονομικής και κοινωνικής κακοδιαχείρισης είναι σαφές: η νομισματική ένωση μπορεί να επιτύχει μόνο όταν ενισχυθούν οι δομές της οικονομίας στις χώρες της κρίσης, μέσω μιας ενεργού πολιτικής κατά το πρότυπο του Σχεδίου Μάρσαλ. Οι χώρες της κρίσης πρέπει ούτως ή άλλως να ενισχύσουν τη δημοκρατία και να καταπολεμήσουν τη διαφθορά. Αντιθέτως, οι προτάσεις, κυρίως από την Εναλλακτική για τη Γερμανία, να επιστρέψει η Ελλάδα στη δραχμή, είναι οικονομικά ανόητες και πολιτικά λανθασμένες. Πώς μπορεί μια υποτιμημένη δραχμή να δώσει ώθηση στον τομέα των εξαγωγών, ο οποίος ακόμη ουσιαστικά δεν υφίσταται;
Μέχρι τώρα μόνο η ομολογία του Μάριο Ντράγκι, του διοικητή της ΕΚΤ, ότι θα κάνει ό,τι χρειάζεται για να σώσει το ευρώ, κατάφερε να διώξει τους κερδοσκόπους. Όμως, από μόνη της η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να σταθεροποιήσει την Ευρωζώνη. Βεβαίως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας. Αλλά θα πρέπει να πιέσει την Κομισιόν να συνδυάσει επιτέλους την επεκτατική νομισματική πολιτική με μια ενεργό δημοσιονομική πολιτική, που θα επιτρέψει την κατασκευή έργων υποδομής στην Ε.Ε. και θα προωθήσει την ανάπτυξη στις χώρες της κρίσης.
* Ο Ρούντολφ Χίκελ είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης