Του Γκουίντο Βιάλε*
Η μείωση της αντιπαράθεσης για τις ευρωπαϊκές εκλογές σε ένα μετωπικό ματς ανάμεσα στις δύο άδειες από περιεχόμενο εικόνες και άλλο τόσο γεμάτες μιας παρεμβατικής παρουσίασης επιβράβευσαν τον Ρέντζι και τιμώρησαν τον Γκρίλο. Αυτοί που έχασαν ήταν οι Ιταλοί ή καλύτερα έχασε η δημοκρατία. Γιατί η μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου, αυτή της Γερουσίας ή η κατάργηση των επαρχιών, που θέλησε ο Ρέντζι δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μειώνουν προοδευτικά το πεδίο της εφαρμογής της.
Έχασε ο λαϊκισμός: τώρα είναι ένας άνθρωπος μόνο στη διοίκηση ενός κόμματος, της κυβέρνησης, διαιτητής, επόπτης, των πεπρωμένων ενός κράτους. Τα άλλα κόμματα, δορυφόροι ή ηθοποιοί, βρίσκονται υπό εξαφάνιση, δεν έχουν πολλούς λόγους για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Έχασε, καθιστώντας διαρκώς και λιγότερο διαπραγματεύσιμες τις επιλογές του «ηγέτη - πρωθυπουργού», η προοπτική μιας πραγματικής αλλαγής: το ευρωπαϊκό πλαίσιο στο οποίο το Δημοκρατικό Κόμμα τοποθετείται και του οποίου θα αποτελέσει εγγυητή δεν επιτρέπει αλλαγές πορείας. Με όλα αυτά τα πράγματα έχασαν οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, και ίσως περισσότεροι, όλοι αυτοί που δεν ψήφισαν.
Μα δεν πρόκειται όπως υποστηρίζουν πολλοί σχολιαστές για μια νίκη εναντίον του λαϊκισμού.
Ο Ρέντζι δεν είναι λιγότερο λαϊκιστής από τον Γκρίλο, εάν για λαϊκισμό εννοούμε ένα κάλεσμα στην ταυτότητα, τις «μεταρρυθμίσεις», που παρουσιάζονται σαν σωτήρια παρέμβαση, χωρίς να προσδιοριστεί το περιεχόμενο, και η «διάλυση» παρουσιαζόμενη σαν πρόγραμμα. Το πρόγραμμα του Γκρίλο, εάν εξαιρεθεί η αμφιθυμία του στο βάθος για το ευρώ, που είναι η αμφιθυμία για τον ρόλο που μπορεί να έχει η Ευρώπη για να καθορίσει μια αλλαγή της πορείας για όλους, ήταν στην ουσία πιο συγκεκριμένη από αυτή με την οποία ο Ρέντζι αντιμετώπισε αυτή την εκλογική αναμέτρηση. Οι δύο τους λοιπόν είχαν το βλέμμα τους στοχευμένο στις εσωτερικές ισορροπίες του ιταλικού κοτετσιού. Το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με τις ευρωπαϊκές πολιτικές το μετέθεσαν σε ένα απροσδιόριστο αύριο. Ευρωομόλογα ή έξοδος από το ευρώ. Νέα συζήτηση για τα περιθώριο του ελλείμματος, που κανένας από τους δύο φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του ότι η ευρωπαϊκή κρίση επιβάλλει μια ριζοσπαστική αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου και των πολιτικών στρατηγικών, ακόμη και πριν από τις οικονομικές.
Δεν ήταν ούτε η νίκη του ευρωπαϊσμού εναντίον του αντιευρωπαϊσμού: εάν για τον Γκρίλο ήταν ένα υπαρκτό πρόβλημα, η δική του «ανεξαρτησία» από όλα και όλους που τον εμπόδιζαν να έχει συμμάχους και προοπτικές που να μπορούσαν να πάνε πέρα από τις Άλπεις και τις θάλασσες της χώρας, για τον Ρέντζι αποτέλεσε την απόλυτη υποταγή στη συμφωνία ανάμεσα στον Σουλτς και τη Μέρκελ, που επικυρώθηκε από το αποτέλεσμα των εκλογών και στην Ευρώπη, που του εμποδίζει να έχει, εάν όχι στα λόγια, αλλά από λόγια η πολιτική του δεν έχει έλλειψη ποτέ, μια οπτική των μέτρων, των στρατηγικών και των συνεπειών μιας πραγματικής συζήτησης εκ νέου της λιτότητας. Αυτής της λιτότητας που διαλύει την Ευρώπη, που οι πρώτοι που πληρώνουν τις συνέπειες είμαστε εμείς.
Λιγότερο από ποτέ αυτή του Ρέντζι ήταν μια νίκη της ελπίδας εναντίον της μνησικακίας. Εάν το τελευταίο έτος το Κίνημα των Πέντε Αστεριών απέδειξε την έλλειψη ουσιαστικής αποφασιστικότητας, που οφείλεται στον σιδηρούν έλεγχο που οι ηγέτες του αξιώνουν να επιβάλλουν στα μεσαία στελέχη και τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους, το βασικό κίνητρο για την ψήφο στον Ρέντζι ήταν σε ένα κλίμα «έσχατης λύσης». Παράδειγμα αυτής της συμπεριφοράς αποτελούν τα σχόλια στη «Ρεπούμπλικα» του Εουτζένιο Σκάλφαρι [ιδρυτή της εφημερίδας], που δεν εγκρίνει πρακτικά κανένα από τα μέτρα που ψήφισε ο Ρέντζι και ακόμη λιγότερο τα σχέδιά του, αλλά που κάλεσε να τον ψηφίσουν το ίδιο γιατί «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση».
Έτσι, εάν με αυτές τις εκλογές η παραβολή του Κινήματος Πέντε Αστεριών ξεκίνησε μια αμετάκλητη καμπύλη υποχώρησης, ενώ ο Ρέντζι φαίνεται αντίθετα στο ανοδικό κύμα, ίσως φθάνοντας πολύ γρήγορα για να μπορεί να παγιοποιηθεί σε μια θέση του είδους, είναι το κενό της προοπτικής και η έλλειψη μιας πρότασης στρατηγικής πνοής για να μεταρρυθμίσει την Ευρώπη που θα τον καταδικάσει να ξεφουσκώσει τόσο γρήγορα. Κάτι που θα γίνει αναπόφευκτα, σκεφτείτε την παραβολή της παρουσίας του Μόντι!, αμέσως μόλις ο Ρέντζι θα αναγκαστεί να κάνει τους λογαριασμούς του με αυτή τη governance που φαντάζεται ότι ίσως θα την κατακτήσει με την ίδια ευκολία, με την οποία κατέκτησε, τη μία μετά τις άλλες, πρώτα με τις προκριματικές εκλογές, το κόμμα, την κυβέρνηση και το εκλογικό σώμα. Αντίθετα είναι το «σκληρό πετσί» του υψηλού χρηματοοικονομικού τομέα που ο Ρέντζι δεν κατάφερε ακόμη να ονειρευτεί να του προκαλέσει ζημιές, αλλά και που δεν είναι διατεθειμένος ασφαλώς να του παραχωρήσει οτιδήποτε που να μπορεί να πηγαίνει πέρα από μια τυπική και συμβολική υποστήριξη, δηλαδή λίγο spread πιο κάτω, ίσως, αλλά μόνο λίγο.
Αλλά όπως ο Γκρίλο αφήνει πίσω του, ίσως με μη αναστρέψιμο τρόπο, γιατί δεν είναι εύκολο να αποστραγγίσεις, μια θάλασσα με ερείπια, η πολιτική που μετατράπηκε σε κοροϊδία, όπως έκανε ο Μπερλουσκόνι, πριν από αυτόν, ανοίγοντάς του τον δρόμο, μετατράπηκε σε ανέκδοτο, έτσι και ο Ρέντζι θα αφήσει πίσω του την επόμενη και αναπόφευκτη παραβολή, άλλες μη ανατρέψιμες ζημιές. Ζημιές στη δημοκρατία και το σύνταγμα, στο δίκαιο των εργαζομένων και τις συνθήκες των εργαζομένων, του πρεκαριάτου και όχι, εάν ακόμη υπάρχουν, στην Παιδεία, την Υγεία, το κοινωνικό κράτος, την τοπική αυτοδιοίκηση, που ως δήμαρχος δεν υπερασπίστηκε από το κόμμα τις σταθερότητας, σε ό,τι απομένει από την κρατική μηχανή, διαλύοντας τους πυλώνες της στο όνομα της εξοικονόμησης και της επάρκειας, το σύστημα των επιχειρήσεων και των δημοσίων υπηρεσιών, που θα ξεπουληθούν για να γεμίσουν τα ταμεία, και κυρίως, τις ζημιές στην ηθική υπόσταση της κοινωνίας των πολιτών, που θα μπει για τρίτη και τέταρτη φορά στη δοκιμασία μιας πολιτικής που θεμελιώνεται στη φαινομενικότητα.
«Η Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα» αποτελεί ένα μικρό αλλά σημαντικό επεισόδιο αντίστασης.
Μπροστά σε αυτό το πανόραμα, το οποίο το εκλογικό σώμα δεν μπορεί να κατανοήσει σε σύντονο χρονικό διάστημα, τα αποτελέσματα του ψηφοδελτίου «Η Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα» αντιπροσωπεύει ένα μικρό αλλά σημαντικό επεισόδιο αντίστασης: γιατί σε εκείνο το ψηφοδέλτιο, και σε καμία άλλη πρόταση εθνικού ή ευρωπαϊκού επιπέδου, συμπεριέχεται ο πυρήνας μιας δυνατής και πραγματοποιήσιμης εναλλακτικής λύσης στην εισβολή των πολιτικών που προορίζονται να οδηγήσουν στη διάλυση ολόκληρη την ήπειρο. Συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας.
Ασφαλώς οι δικοί μας αριθμοί δεν είναι συναρπαστικοί, παρ' όλο που είναι αρκετών από τους συνεργάτες μας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αποτελούν όμως τον καρπό μιας δουλειάς που κατακτήσαμε, ψήφο με την ψήφο, συναίνεση στη συναίνεση, αγώνα στον αγώνα, που συνεπήρε χιλιάδες συντρόφους και υποστηρικτές από τις πιο διαφορετικές καταγωγές, που δεν είχαν σίγουρα τον τελικό ή αποκλειστικό στόχο το εκλογικό αποτέλεσμα. Αλλά και που πειραματιζόμενοι, τουλάχιστον κατά μέρος, και όχι χωρίς αντιφάσεις, νέες μορφές ή βαθιά ανανεωτικές, λογικές συμμεριζόμενων απόψεων και συνοχής, που θεμελιώνονται με νέες πρακτικές, που είναι αποφασισμένοι να προχωρήσουν μπροστά στον δρόμο που μόλις πήραμε. Και όχι ο καθένας στον δρόμο του, ή κάνοντας προσφυγή στη δική του ταυτότητα, αλλά όλοι μαζί, θα ανοιχτούμε σε αυτό τον κόσμο των απογοητευμένων, των θυμωμένων, των εγκαταλειμμένων, των αβέβαιων που η κρίση του Κινήματος Πέντε Αστέρων και η ανθρωπολογική αλλαγή του Δημοκρατικού Κόμματος μάς αφήνουν, και θα συνεχίσουν να μας αφήνουν, πίσω από τις πλάτες.
Αυτή τη μικρή επιβεβαίωση αποδεικνύουν οι ψήφοι προτίμησης που συγκέντρωσαν οι δύο επικεφαλής του ψηφοδελτίου, όπως η Μπάρμπαρα Σπινέλι και ο Μόνι Οβάντια, που έβαλαν το όνομά τους, το πρόσωπό τους και μια θάλασσα κόπων στη διάθεση του σχεδίου για να αντιπροσωπεύσουν έναν ενωτικό χαρακτήρα. Αποτελούν μια σημαντική απόδειξη αυτή της ώθησης σε μια ριζοσπαστική ανανέωση των ταυτοτήτων που από την αρχή αποτέλεσαν την εικόνα του εγχειρήματός μας.
Σε λίγα χρόνια, με την καθοδήγηση του Αλέξη Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ από μικρός συλλέκτης διαφορετικών πολιτικών ταυτοτήτων μετατράπηκε σε κόμμα διακυβέρνησης. Λοιπόν, μπορεί να συμβεί. Εάν βάλαμε το όνομα αυτό στο σύμβολο του ψηφοδελτίου μας δεν ήταν τυχαίο.
* Ο Γκουίντο Βιάλε είναι ένας από τους Ιταλούς διανοούμενους που προσυπέγραψε το κάλεσμα για τη δημιουργία του «ψηφοδελτίου Τσίπρας». Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα «Ιλ Μανιφέστο» στις 28.5.2014.