Το πώς ο Γάλλος πρόεδρος θα κυβερνήσει με το βαθιά διχασμένο κόμμα του είναι το μυστικό του. Αλλά και ο κυβερνητικός ανασχηματισμός δεν αλλάζει τίποτε στο δίλημμα του Ολάντ.
Το Εθνικό Μέτωπο κατάφερε να ξεπεράσει ένα σημαντικό εμπόδιο. Βέβαια, δεν έγιναν πραγματικότητα, όλα τα όνειρα της Μαρίν Λεπέν κάποιοι από τους πολλά υποσχόμενους υποψηφίους της στις δημοτικές εκλογές έχασαν στο νήμα. Αλλά με πάνω από χίλιους εκλεγμένους δημοτικούς άρχοντες, η Ακροδεξιά έριξε ρίζες στο γαλλικό εκλογικό τοπίο. Και αυτή η νίκη της δεν έγινε σε βάρος τής «δημοκρατικής Δεξιάς», αλλά έπληξε το Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Οι Σοσιαλιστές κατάφεραν μεν να κρατηθούν στις μεγάλες πόλεις, αυτές με τον ισχυρό συμβολισμό, όπως το Παρίσι, η Λυών, η Λιλ και το Στρασβούργο. Όμως στην υπόλοιπη Γαλλία υπέστησαν τεράστιες απώλειες. Κυρίως στην «πραγματική» Γαλλία, στην επαρχία, στις πόλεις με πληθυσμό μεταξύ δέκα και εκατό χιλιάδων κατοίκων, έχασαν σχεδόν τα πάντα. Η συντηρητική αντιπολίτευση κέρδισε περισσότερες πόλεις απ' όσες μπορούσε να ονειρευτεί, ακόμη και πόλεις που πάντα θεωρούνταν κάστρα της Αριστεράς.
Αν θέλουμε να κάνουμε μια σύγκριση με τη Γερμανία, ενδείκνυνται οι δημοτικές εκλογές του 1999 στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, όταν το SPD στην «κοιτίδα» του έχασε χιλιάδες δημοτικούς συμβούλους. Αυτή ήταν η αρχή της πτώσης του SPD, που ολοκληρώθηκε με την ήττα του στις βουλευτικές εκλογές του 2005.
Οι ήττες στις δημοτικές εκλογές είναι επικίνδυνες γιατί εξαγριώνουν το χαμηλό στελεχιακό δυναμικό ενός κόμματος - τους τοπικούς άρχοντες, που με το κύρος τους και τη δράση τους σε τοπικό επίπεδο είναι δεμένοι με τους ψηφοφόρους. Στη Γαλλία, οι Σοσιαλιστές δήμαρχοι που ηττήθηκαν αλλά και πολλοί βουλευτές δεν δίστασαν να κατονομάσουν αμέσως τον υπαίτιο για την ήττα: φταίει η σοσιαλιστική κυβέρνηση που εδώ και δύο χρόνια κυρίως κάνει γκάφες. Και ιδιαίτερα φταίει ο πρόεδρος Ολάντ, που δεν κατάφερε να χαράξει μια πορεία για την κυβέρνησή του και να εξηγήσει στους ψηφοφόρους πού πάει το ταξίδι.
Ο Ολάντ αντέδρασε αμέσως, προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Η επιλογή τού μέχρι πρότινος υπουργού Εσωτερικών Μανουέλ Βαλς ως νέου πρωθυπουργού συνιστά αλλαγή γραμμής. Ο Ολάντ ποντάρει στη δεξιά πτέρυγα του κόμματος, ο Βαλς ανήκει σε εκείνους τους υπουργούς που μέχρι χτες έκανε δύσκολη τη ζωή τού πρώην πρωθυπουργού Ερό. Η φιλοδοξία του να γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός ήταν οφθαλμοφανής.
Ωστόσο, ο κυβερνητικός ανασχηματισμός δεν αλλάζει τίποτε στο θεμελιώδες δίλημμα. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι βαθιά διχασμένο. Η αριστερή του πτέρυγα δεν ζητάει απλά αλλαγή ηγεσίας, αλλά αλλαγή πολιτικής: ο πρόεδρος θα πρέπει επιτέλους, με μια αποφασιστική αριστερή πολιτική, να εκπληρώσει τις προσδοκίες των ψηφοφόρων. Αντίθετα, η σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα, στην οποία ανήκουν ο πρόεδρος και ο παραιτηθείς πρωθυπουργός Ερό, θέλει να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική πολιτική που ανήγγειλε στις αρχές της χρονιάς και πιστεύει ότι αρκεί να την εξηγήσει καλύτερα στους Γάλλους. Γιατί, όμως θα τα καταφέρει τώρα εκείνος ο πρόεδρος, που με τις αμέτρητες ομιλίες του τα τελευταία δύο χρόνια δεν μπόρεσε να εξηγήσει τίποτε; Ο Ολάντ έχει εξαγριώσει τους Γάλλους με τη θολή, αντιφατική πολιτική του - άλλοτε μια χειρονομία στο αριστερό ακροατήριο, στη συνέχεια μια υποχώρηση στην οικονομία. Το πώς θα καταφέρει να κυβερνήσει επιτυχώς με το βυθισμένο στους καυγάδες και την κατάθλιψη κόμμα του παραμένει το μυστικό του.