Εν αρχή ην η ανακούφιση. Η ανακούφιση για την προσωρινή απαλλαγή από ένα χρόνιο πρόβλημα, σε μια Ευρώπη που είναι βυθισμένη αυτές τις μέρες στην αγωνία της για το πώς θα διαχειριστεί ενωμένη την κρίση με τη Ρωσία. Ολοκληρώθηκε επιτέλους η πέμπτη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος από την τρόικα, με έξι και κάτι μήνες καθυστέρηση, οπότε η εκταμίευση της επόμενης δόσης μπορεί να γίνει εγκαίρως -και να αποφευχθεί κάποιο χρηματοπιστωτικό ατύχημα στον δρόμο προς τις ευρωεκλογές.
Ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Όλι Ρεν, λίγες μέρες πριν υποβάλει την παραίτησή του για να ηγηθεί του προεκλογικού αγώνα των Ευρωφιλελευθέρων, μαζί με τον πρώην πρωθυπουργό του Βελγίου, Γκι Φερχόφστατ, δηλώνει ανακουφισμένος που επιτεύχθηκε η συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα, κυρίως επειδή εκτιμά ότι με αυτή διασφαλίζεται η χρηματοδότηση για το 2014 -«αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία». Στην ίδια φράση, βέβαια, ο Ρεν προσθέτει ότι «η ελληνική κυβέρνηση πρέπει τώρα να υλοποιήσει τις συμφωνηθείσες οικονομικές μεταρρυθμίσεις».
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ξέρουν το πρόβλημα που έχει η ελληνική κυβέρνηση με τις μεταρρυθμίσεις -και με τις αμφιλεγόμενες και με τις αυτονόητες- και δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν για πολύ λάσκα το σκοινί. Θα επιμείνουν στη μεταρρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας, στην υποχρέωση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και τα επόμενα χρόνια, άρα και παράταση των «έκτακτων» φορολογικών μέτρων μετά τη λήξη τους και βεβαίως στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του ΟΟΣΑ- στην εφαρμογή της συμφωνίας, δηλαδή.
Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ονειρεύονται μια παύση συναγερμού στο ελληνικό μέτωπο μέχρι τις ευρωεκλογές και θα τους βόλευε να μην μιλάνε για δυο μήνες για τα «μαθήματα» που δεν έχει κάνει ακόμη η Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο λαλίστατος Βόλφγκανγκ Σόιμπλε απέφυγε να μιλήσει για την Ελλάδα, την εβδομάδα που πέρασε, στις ως συνήθως πολλές συνεντεύξεις που έδωσε, ακόμη κι όταν οι ερωτώντες προχωρούσαν σε -τραβηγμένες από τα μαλλιά- συγκρίσεις μεταξύ των όρων που θα συνοδεύουν το ευρωπαϊκό «πακέτο βοήθειας» για την Ουκρανία και των όρων του ελληνικού προγράμματος.
Το ζητούμενο είναι να μην παίξει σημαντικό ρόλο η Ελλάδα στον προεκλογικό αγώνα προς τις ευρωκάλπες, να μην τρομάξουν οι Γερμανοί, Ολλανδοί ή Φινλανδοί ψηφοφόροι με την ιδέα ενός τρίτου πακέτου για την Ελλάδα, το οποίο οι περισσότεροι αξιωματούχοι θεωρούν αναπόφευκτο. Και να μην τρομάξουν και οι Έλληνες ψηφοφόροι από τους όρους που θα συνοδεύουν το τρίτο πακέτο, ακόμη κι αν αυτοί δεν βαφτιστούν «μνημονιακοί».
Παρά την γκρίνια τους για τις καθυστερήσεις της εκάστοτε αξιολόγησης από την τρόικα -για την οποία επιρρίπτουν την ευθύνη στην Αθήνα- προεκλογικά τις θεωρούν βολικές. Με την επίκληση της ατάκας που λάνσαρε ο Ρεν, ότι «στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πολύπλοκα και διαρκούν πολύ», δεν χρειάζεται περισσότερες εξηγήσεις η συνεχής αναβολή από πλευράς των εταίρων της έναρξης της δύσκολης διαπραγμάτευσης για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Αυτή θα ξεκινήσει το νωρίτερο τον Αύγουστο -εάν δεν υπάρξει και επόμενη αναβολή- κι έτσι στερούνται οι ευρωσκεπτικιστές, και όχι μόνο, το προεκλογικό επιχείρημα ότι οι φορολογούμενοι της Ευρώπης θα πληρώσουν το «κούρεμα» του χρέους των Ελλήνων.
Το ότι οι περισσότεροι οικονομολόγοι είναι πεπεισμένοι ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι «διαχειρίσιμο» αυτή τη στιγμή δεν απασχολεί τους Ευρωπαίους πολιτικούς, θα αντιμετωπίσουν το ζήτημα αργότερα. Πολύ περισσότερο τους απασχολεί ο κίνδυνος να «χαλαρώσει» υπερβολικά προεκλογικά η ελληνική κυβέρνηση και να πληθύνουν πάλι τα δημοσιεύματα ότι «η Ελλάδα δεν κάνει τίποτε».
Το σχόλιο της συντηρητικής Frankfurter Allgemeine την ημέρα επίτευξης της συμφωνίας απηχεί τους φόβους πολλών στην Εσπερία: «Αναφορικά με τη διαχείριση των συμπεφωνημένων μεταρρυθμίσεων διαπιστώνεται στις τάξεις της ελληνικής κυβέρνησης μια αντικειμενικά τελείως αβάσιμη χαλαρότητα. Ο πρωθυπουργός Σαμαράς θέλει να αξιοποιήσει το περίσσευμα του πρωτογενούς πλεονάσματος για κοινωνικές δαπάνες. Δεδομένης της εύθραυστης κατάστασης στο εσωτερικό ενόψει των ευρωεκλογών, μπορεί να δείξει κανείς κατανόηση για το ηρεμιστικό αυτό χάπι για τους πολίτες. Εντούτοις δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό για το μέλλον».