Στα στρογγυλά τραπέζια των πολιτικών ιδρυμάτων ή των δεξαμενών σκέψης στην Εσπερία, το θέμα της... μόδας, δυο μήνες πριν από τις ευρωεκλογές, είναι ο κίνδυνος για την κοινωνική συνοχή εξαιτίας της εκρηκτικής ανεργίας, κυρίως στις νεαρές ηλικίες. Με το θέμα ασχολήθηκε και το ίδρυμα Φρίντριχ Έμπερτ, των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών, με μια ημερίδα στο Βερολίνο, όπου, αφού παρουσιάστηκαν το ελληνικό και το ισπανικό δράμα -ανεργία, εκπτώχευση, αποκλεισμός από την κοινωνική ασφάλιση-, διατυπώθηκαν και κάποιες ιδέες, που το επόμενο διάστημα είναι πιθανόν να συζητηθούν ευρύτερα.
Ευρωπαϊκό ταμείο ανεργίας προτείνει ο Μιχ. Ροτ
Την πρώτη τη διατύπωσε ο υφυπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για τα ευρωπαϊκά θέματα, Μίχαελ Ροτ. «Η σημερινή κατάσταση στην Ε.Ε. καθιστά απαραίτητη την υιοθέτηση δεσμευτικών κανόνων για τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης των κρατών - μελών», είπε, ως φρένο στο περαιτέρω άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Σημειώνεται ότι η κοινωνική πολιτική είναι αρμοδιότητα των κρατών - μελών, πλην όμως ο Ροτ θεωρεί ότι απαιτούνται «κάποιοι κοινοί κανόνες στους τομείς του συνταξιοδοτικού, της περίθαλψης και της εργασίας».
Ένα βήμα παραπέρα, προχωρά ο διευθυντής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικής Έρευνας (DIW) Μαρσέλ Φράτσερ, που προτείνει ένα ευρωπαϊκό ταμείο ανεργίας, το οποίο «βραχυπρόθεσμα θα μετέφερε πόρους προς τις χώρες της κρίσης». Επιπλέον, ο Φράτσερ θεωρεί ότι χρειάζονται άμεσα αναπτυξιακά πακέτα για τις χώρες με μεγάλη ανεργία.
«Χρειάζονται 170 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο»
Ο Γερμανός οικονομολόγος υποστηρίζει ότι για να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η οικονομική κρίση στην Ε.Ε. χρειάζεται μια «ευρωπαϊκή επενδυτική ατζέντα» ύψους 160 δισ. ευρώ τον χρόνο, όσο και το 4% του ΑΕΠ των κλυδωνιζόμενων κοινοτικών χωρών. Παράλληλα, οι χώρες αυτές θα πρέπει να μεταρρυθμίσουν την οικονομία τους, κάτι που η Ελλάδα τουλάχιστον -σύμφωνα πάντα με τον Φράτσερ- δεν κατάφερε να το κάνει. «Η ελληνική κυβέρνηση έδειξε ότι δεν είναι σε θέση, τουλάχιστον ώς τώρα, να εφαρμόσει πολλές από τις μεταρρυθμίσεις. Αλλά αυτό είναι βασική προϋπόθεση. Όσα χρήματα και να δώσεις δεν θα πετύχεις τίποτα αν δεν επενδυθούν εκεί που υπάρχουν ανάγκες», επισήμανε, προσθέτοντας ότι το πρόβλημα με την Ελλάδα δεν είναι «ότι δεν έχουν δοθεί αρκετά χρήματα, αλλά ότι δεν έχουν αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση κατάλληλα».
Ο Φράτσερ επανέλαβε και την... αιώνια διαπίστωση εκ μέρους της γερμανικής οικονομίας, την οποία επισήμως αποφεύγουν να υιοθετήσουν οι περισσότεροι Γερμανοί πολιτικοί, ότι στην Ελλάδα «δεν λειτουργούν σωστά οι θεσμοί», γεγονός που αποθαρρύνει τους επενδυτές Το παράδειγμα που παρουσίασε είναι επίσης χιλιοειπωμένο: «Η παραγωγή ενός κιλοβάτ ρεύματος στη Γερμανία με φωτοβολταϊκά κοστίζει περίπου το μισό απ' ό,τι στην Ελλάδα. Αυτό σίγουρα ξαφνιάζει. Δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει πολύ περισσότερη ηλιοφάνεια, θα περίμενε κανείς ότι το κόστος παραγωγής θα ήταν χαμηλότερο. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μεγαλύτερο, επειδή έχεις εκτός των άλλων μια γραφειοκρατία που σου βάζει ένα σωρό εμπόδια, π.χ. στην έκδοση άδειας λειτουργίας».
Χωρίς τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας στη δημόσια διοίκηση και στις φορολογικές αρχές, στη λειτουργία Κτηματολογίου και σε πολλά άλλα παρόμοια, τα όποια πακέτα βοήθειας δεν πρόκειται να επιφέρουν αποτελέσματα, υποστηρίζει ο Μαρσέλ Φράτσερ και τονίζει ότι είναι αναγκαία η παροχή τεχνικής βοήθειας και συμβουλών προς την Ελλάδα.
Τα λάθη των άλλων και το νέο κούρεμα
Πάντως, ο Φράτσερ δεν επιρρίπτει μόνο ευθύνες στη μειωμένη διάθεση μεταρρυθμίσεων από την ελληνική κυβέρνηση. Το βασικό λάθος στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης έγινε, σύμφωνα με τον Γερμανό οικονομολόγο, από τους εταίρους, που δεν προχώρησαν ήδη το 2010 σε κούρεμα του ελληνικού χρέους, από φόβο μην το πληρώσουν οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες.
Κι αυτό το λάθος σήμερα εκδικείται: «Ένα τρίτο πακέτο, το οποίο έχει ανάγκη η Ελλάδα και που θα γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης το αργότερο το καλοκαίρι, δεν θα είναι αρκετό για να αντιμετωπίσει η χώρα το χρέος της», εκτιμά και υποστηρίζει ότι το ελληνικό χρέος πρέπει να μειωθεί στο 90% ή -το πολύ- στο 100%.
Ρεπορτάζ: Κάκη Μπαλή