Την πιστοληπτική ικανότητα των χωρών της Ευρωζώνης μελέτησε το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEP) του Φράιμπουργκ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κρίση όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά αρχίζει να κλονίζει και τον Βορρά. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στη χειρότερη κατάσταση από όλα τα κράτη μέλη και να αποτελεί πηγή ανησυχίας, αλλά πρώτη φορά χειροτερεύουν οι σχετικοί δείκτες για το Βέλγιο και τη Φινλανδία. Η κατάσταση στην Ιταλία επιδεινώνεται, αλλά όχι με τον ρυθμό της Ελλάδας, ενώ βελτίωση διαπιστώνεται στην Ιρλανδία και την Ισπανία κι αρχίζει να διαφαίνεται στην Πορτογαλία. Προβληματική παραμένει η Γαλλία, που δεν καταφέρνει να βάλει μπρος τις μηχανές της οικονομίας της, ενώ η Γερμανία είναι μεν σε καλή κατάσταση, αλλά οι επενδύσεις συνεχίζουν να μειώνονται.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, τους οικονομολόγους Λίντερ Γκέρκεν και Ματίας Κούλας, «είναι ανησυχητικό το ότι μολύνθηκαν από την κρίση και δύο χώρες του Βορρά, το Βέλγιο και η Φινλανδία, μικρές μεν, αλλά χαρακτηριστικές για τον κίνδυνο γενικότερης αποσταθεροποίησης».
Σε αντίθεση με τους οίκους αξιολόγησης, το CEP για να βγάλει τον δείκτη πιστοληπτικής ικανότητας μετράει το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος σε κάθε χώρα, καθώς και την επενδυτική δραστηριότητα.
Η Ελλάδα χειροτερεύει
Απογοητευτικές είναι οι εκτιμήσεις του Κέντρου για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας. Η μελέτη υποστηρίζει ότι αυτή συνεχίζει να μειώνεται και το πρώτο εξάμηνο του 2013 σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Ο σχετικός δείκτης ήταν τελευταία φορά θετικός το 1999 (+1,1). Άρχισε να μειώνεται από το 2000, αρχικά με αργό ρυθμό (μεταξύ -2,5 και -4,3) μέχρι το 2004 και μετά όλο και πιο έντονα, με κορύφωση το 2011 (-12,2). Το 2012 ο δείκτης βελτιώθηκε οριακά στο -9,3, αλλά το πρώτο εξάμηνο του 2013 χειροτέρευσε και πάλι στο -9,8.
Ο δείκτης αυτός προκύπτει από το άθροισμα των καθαρών εισροών κεφαλαίων και των επενδύσεων. Οι μεν καθαρές εισφορές κεφαλαίων στην Ελλάδα είναι συνεχώς αρνητικές από το 1999, αλλά έχουν κάπως βελτιωθεί από την αρνητική κορύφωσή τους το 2008 (-16,3) στο -2,9 το 2012 και το -1,7 το πρώτο εξάμηνο του 2013. Ωστόσο, η μείωση αυτή των αρνητικών εισροών έχει πρωτίστως να κάνει με τη μείωση των επενδύσεων. Τελευταία φορά σημειώθηκε οριακή αύξηση των επενδύσεων στην Ελλάδα το 2010 (1,1), μετά τη θετική δεκαετία με μέσο όρο αύξησης περί το 5. Από το 2011 άρχισε το γκρέμισμα, που κορυφώθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2013 (-8,1).
Οι ερευνητές του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πολιτικής σημειώνουν ότι, παρά την κρίση, το ποσοστό κατανάλωσης των Ελλήνων -σε σχέση πάντα με το διαθέσιμο εισόδημα- παραμένει το υψηλότερο σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, σταθερά πάνω από το 100% από το 2002. Το πρώτο εξάμηνο του 2013 το ποσοστό κατανάλωσης ήταν της τάξης του 117,4%, όταν στον μέσο όρο της Ευρωζώνης ήταν στο 95%.
Σύμφωνα με το Κέντρο ο συνδυασμός της σταθερά υψηλής κατανάλωσης σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα και των συνεχώς μειούμενων επενδύσεων συνθλίβει τις δυνατότητες για ανάπτυξη στην Ελλάδα και σχεδόν εξανεμίζει τις δυνατότητες της χώρας να αποπληρώσει τα δάνειά της.
Ο προβληματισμός του Τζορτζ Σόρος
Πιο αισιόδοξος από τους αναλυτές του CEP για το πού οδεύει η ελληνική οικονομία εμφανίστηκε από τις σελίδες του γερμανικού περιοδικού Spiegel ο "πατέρας όλων των κερδοσκόπων" Τζορτζ Σόρος. Στο ερώτημα γιατί δεν επενδύει στην Ελλάδα απάντησε ότι το επιτελείο του μελετά ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο: «Οι οικονομικές συνθήκες έχουν βελτιωθεί και προσπαθούμε να καταλάβουμε εάν μπορεί κανείς να κερδίσει μακροπρόθεσμα λεφτά στην Ελλάδα. Εάν είναι έτσι, θα επενδύσουμε αμέσως», είπε.
Να σημειωθεί ότι το τελευταίο διάστημα στα διεθνή χρηματιστήρια επικρατεί κλίμα αναμονής και οι δυνάμει επενδυτές παρακολουθούν τις κινήσεις τριών «καρχαριών» για να τους ακολουθήσουν, του Σόρος, επικεφαλής του «πιο επιτυχημένου κερδοσκοπικού κεφαλαίου όλων των εποχών» (Financial Times), του Γουόρεν Μπάφετ και του Τζον Πόλσον.
Ο Σόρος δηλώνει, λοιπόν, ότι πιστεύει στο ευρώ -«χάρη στις κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» και «παρά τα λάθη της Μέρκελ» στη διαχείριση της κρίσης- κι ότι είναι βέβαιος ότι η ομάδα του θα κερδίσει πολλά λεφτά στην Ευρωζώνη, κυρίως επενδύοντας στις τράπεζες. «Αυτό θα είναι το κοινό μας κέρδος. Αυτό που χρειάζονται τώρα οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι ενέσεις ιδιωτικού κεφαλαίου κι εμείς είμαστε έτοιμοι να το πράξουμε» είπε.
Για τον Σόρος δύο είναι οι δυνάμει κίνδυνοι στην Ευρωζώνη τώρα που «ηρέμησε» το κλίμα στις αγορές: Ο ένας εκπορεύεται από την πολιτική λιτότητας που επιβάλλει η καγκελάριος Μέρκελ, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε... ιαπωνικές συνθήκες, αφού δεν επιτρέπει στη μηχανή της ανάπτυξης να πάρει μπρος. Ο δεύτερος είναι -και γι' αυτόν καταγγέλλει τη Γερμανία- η ενίσχυση των ευρωσκεπτικιστών και των λαϊκιστικών κομμάτων της Δεξιάς. «Η εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες αποδέχονται πιο εύκολα μεταρρυθμίσεις, όταν βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης. Αυτή την εμπειρία η Γερμανία προφανώς είναι αποφασισμένη να συνεχίσει να την αγνοεί» τονίζει ο Σόρος.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ