Ποιος ήταν ο «μεγάλος ασθενής» της Ευρώπης το 2013; Η Ελλάδα και οι άλλες μνημονιακές χώρες του Νότου; Η Γαλλία, που ακροβατεί στα όρια της ύφεσης; Η απάντηση που έδιναν όλες οι δημοσκοπήσεις τη χρονιά που πέρασε ήταν άλλη: «Μεγάλος ασθενής» είναι η ίδια η Ευρώπη, το κοινό ευρωπαϊκό εγχείρημα, που μέσα στην κρίση χάνει τη στήριξη των λαών. Μόλις το 45% των Ευρωπαίων πιστεύει ακόμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση -ένα χρόνο πριν το ποσοστό ήταν 60%.
Επιπλέον, το παλιό όνειρο της συνοχής έχει εξελιχθεί στον εφιάλτη του διχασμού. Την ώρα που οι λαοί του Νότου κατηγορούν τη -γερμανικής εμπνεύσεως- λιτότητα που επιβάλλουν οι Βρυξέλλες για την εγκληματικά υψηλή ανεργία και την κατάρρευση του εισοδήματός τους, οι λαοί του Βορρά σε μεγάλο βαθμό αντιτίθενται στα «πακέτα διάσωσης» και φοβούνται ότι, εξαιτίας αυτών, η κρίση θα χτυπήσει και τη δική τους πόρτα. Μόνο που η κρίση είναι ήδη εκεί…
Η εφησυχασμένη Γερμανία
Στις δημοσκοπήσεις που γίνονται εν είδει απολογισμού του 2013 οι Γερμανοί εμφανίζονται ευχαριστημένοι και αισιόδοξοι, κυρίως διότι στην πλειονότητά τους δεΝ φοβούνται την ανεργία και πιστεύουν ότι το νέο έτος θα είναι ακόμη καλύτερο από το προηγούμενο. Αυτή η πεποίθησή τους αποτυπώθηκε και στις κάλπες της 22ας Σεπτεμβρίου -τουλάχιστον για όσους πήγαν να ψηφίσουν.
Οι Γερμανοί επανεξέλεξαν πανηγυρικά τη Μέρκελ, επειδή θεώρησαν ότι κράτησε την κρίση μακριά τους. Και στήριξαν τον μεγάλο συνασπισμό, πριν ακόμη τον σχηματίσουν τα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες, επειδή επιθυμούν να συνεχιστεί η ίδια πολιτική με λίγο πιο… αριστερό χαρακτήρα: με τη θέσπιση κατώτατου μεροκάματου, με κάποιες βελτιώσεις στις επισφαλείς θέσεις εργασίας -«δανεική», εκ περιτροπής, μερική απασχόληση- με κάποιες «διορθώσεις» στις πιο σκληρές ρυθμίσεις της Ατζέντας 2010 (σ.σ.: της μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας και του ασφαλιστικού από την κυβέρνηση Σρέντερ).
Ο εφησυχασμός ήταν αυτός που κυριάρχησε το 2013 στη Γερμανία, κυρίως διότι τα ποσοστά της ανεργίας ήταν ιστορικά χαμηλά, ενώ σε αρκετούς κλάδους έγιναν και οι πρώτες αυξήσεις, μετά από δέκα χρόνια στασιμότητας. Η μεγαλύτερη αγωνία των ανθρώπων δεν ήταν για το άμεσο αύριο, αλλά για το μεθαύριο: φοβούνται ότι τα μηδενικά επιτόκια του ευρώ απειλούν τις αποταμιεύσεις τους, φοβούνται ότι, αν στραβώσει κάτι στις χώρες της κρίσης, θα φορτωθούν τα χρέη τους.
Αυτό που δεν αντιλαμβάνεται ο μέσος Γερμανός πολίτης είναι ότι επωφελείται -για την ώρα τουλάχιστον- από την κρίση των άλλων. Ότι ο βασικός λόγος που ξεχειλίζουν τα δημόσια ταμεία είναι το σχεδόν μηδενικό κόστος δανεισμού της Γερμανίας αφού τα γερμανικά ομόλογα έχουν γίνει το καταφύγιο των συντηρητικών επενδυτών. Ότι η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας, που δημιούργησε συνθήκες σχεδόν πλήρους απασχόλησης, τσακίζει τις οικονομίες των εταίρων. Ότι το γερμανικό πλεόνασμα στο ισοζύγιο πληρωμών είναι εξίσου επικίνδυνο με το έλλειμμα των εταίρων.
Πάντως, εκτός αυτού του κλίματος εφησυχασμού είναι ένα μεγάλο κομμάτι της γερμανικής κοινωνίας, το οποίο όμως δεν εκφράζεται πολιτικά. Παρά τα πολύ χαμηλά ποσοστά της ανεργίας, ένα στα επτά νοικοκυριά απειλείται από τη φτώχεια, κυρίως επειδή παρατηρείται μια «αμερικανοποίηση» της αγοράς εργασίας: από το 2006 μέχρι σήμερα αυξάνονται συστηματικά οι κακά αμειβόμενες και επισφαλείς θέσεις εργασίας. Σχεδόν επτά εκατομμύρια εργαζόμενοι δεν μπορούν να ζήσουν από τη δουλειά τους -και χρειάζονται ενίσχυση από τα κοινωνικά ταμεία- ενώ το ρίσκο της φτώχειας στα γεράματα αυξάνεται κατακόρυφα.
Από την ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ανθρώπων δεν έχει πολιτική εκπροσώπηση, δεν πάει να ψηφίσει. Η εκλογική συμμετοχή στις υποβαθμισμένες γειτονιές του Βερολίνου, της Κολωνίας ή του Ντόρτμουντ, για παράδειγμα, σπάνια φτάνει το 30%, την ώρα που στις «καλές» γειτονιές ξεπερνά το 70%.
Η αδύναμη Γαλλία
Με τον τίτλο του «μεγάλου ασθενή», που κουβαλούσε προ δεκαετίας η Γερμανία, φλερτάρει τώρα η Γαλλία, που μπαινόβγαινε όλο το 2013 στην ύφεση. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης είδε τις εξαγωγές της, την ανταγωνιστικότητά της και την πιστοληπτική της ικανότητα το 2013 να μειώνονται και δεν ελπίζει σε πολύ καλύτερες μέρες το 2014.
Βέβαια, σε σχέση με τις χώρες του Νότου οι οικονομικοί δείκτες της Γαλλίας είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση και τα γαλλικά ομόλογα εξακολουθούν να έχουν ζήτηση με ιστορικά χαμηλές επιδόσεις -αν και όχι τόσο χαμηλές όσο αυτές των γερμανικών. Ωστόσο, τα ποσοστά της ανεργίας επιμένουν πάνω από το 10%, σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εξαρτώνται από τα συσσίτια και η γαλλική βιομηχανία χάνει συνεχώς μερίδια αγοράς στον κόσμο.
Επιπλέον οι Γάλλοι δεν εμπιστεύονται πλέον το πολιτικό προσωπικό τους. Ποτέ ένας Γάλλος πρόεδρος δεν είχε τόσο χαμηλή δημοτικότητα όσο ο Φρανσουά Ολάντ: οι πολίτες του δεν του έχουν καμία εμπιστοσύνη ότι μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Μια κρίση που αλλάζει και τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη, καθώς ανοίγει όλο και περισσότερο την ψαλίδα μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, με αποτέλεσμα ο γαλλογερμανικός άξονας να μπατάρει επικίνδυνα προς τα «θέλω» του Βερολίνου.
Η αδυναμία της Γαλλίας και η αμφιθυμία της με ποιον να συνταχθεί -με τις μεγάλες χώρες του Νότου, όπως φάνηκε προς στιγμήν, ή με το Βερολίνο- επιτρέπει στη Γερμανία να βάζει τη δική της σφραγίδα στα μελλοντικά ευρωπαϊκά εγχειρήματα, όπως για παράδειγμα στην τραπεζική ένωση.
Η καλή μαθήτρια Ιρλανδία
Το success story στη διαχείριση της ευρωκρίσης ήταν το 2013 η Ιρλανδία, η οποία πανηγύρισε στις 15 Δεκεμβρίου την έξοδό της από το Μνημόνιο. Μετά από τρία χρόνια επιτήρησης από την τρόικα, με 68 δισεκατομμύρια ευρώ δάνειο για τη διάσωση των ιρλανδικών τραπεζών, που πρέπει να επιστραφεί από τους Ιρλανδούς φορολογούμενους, το Δουβλίνο επανέκτησε την εθνική κυριαρχία του στον δημοσιονομικό τομέα βρήκε και πάλι πρόσβαση στις αγορές.
Ωστόσο, «η ζωή μας δεν θα αλλάξει μέσα σε μια νύχτα», όπως προειδοποίησε ο πρωθυπουργός της χώρας, Έντα Κένι, την ώρα που ευχαριστούσε τους πολίτες για τις θυσίες τους. Η χώρα θα παραμείνει στη γραμμή της λιτότητας και οι περικοπές των δαπανών και οι αυξήσεις στους φόρους θα συνεχιστούν -με πιο αργό ρυθμό-, καθώς η ιρλανδική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να μειώσει το έλλειμμά της από 7% σε 3% το 2015.
Και στην Ιρλανδία η κρίση άνοιξε ακόμη περισσότερο την ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων, μεταξύ του Δουβλίνου και της επαρχίας. Επιπλέον οι τράπεζες που οδήγησαν τη χώρα στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, εξακολουθούν να την απειλούν. Κι αυτό διότι το Μνημόνιο έφερε και στην Ιρλανδία μείωση εισοδήματος και ανεργία, που με τη σειρά τους εκτόξευσαν στα ύψη τα «κόκκινα» δάνεια. Το θετικό είναι ότι η Ιρλανδία έχει βγει το 2013 από την ύφεση - με αποτέλεσμα την υποχώρηση της ανεργίας από το 15% στο 13%- και αναμένει ανάπτυξη 2% το 2014.
Η υποβαθμισμένη Ολλανδία
Το 2013 το κλαμπ των οικονομικά «άριστων» χωρών της Ευρωζώνης συρρικνώθηκε ακόμη περισσότερο, καθώς μόνο η Γερμανία, το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία διατήρησαν το περιβόητο «ΑΑΑ» στην πιστοληπτική τους ικανότητα. Ο οίκος αξιολόγησης Standard & Poor's εξοστράκισε από το κλαμπ την Ολλανδία, τη χώρα όπου εφαρμόζει τη δημοσιονομική πολιτική ο αυστηρός πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Ντέισελμπλουμ, υποβαθμίζοντας την οικονομία της στο «ΑΑ+».
Το χτύπημα ήρθε από τον λάθος οίκο, αφού ο πρώτος που είχε προειδοποιήσει την Ολλανδία ότι θα υποβαθμίσει την πιστοληπτική της ικανότητα ήταν η Fitch. Ο λόγος της υποβάθμισης ήταν «οι αδύναμες προοπτικές της ολλανδικής οικονομίας».
Ο Ντέισελμπλουμ, που μοιράζει αθρόα αυστηρές υποδείξεις στους ομολόγους του στο Eurogroup, αντέδρασε όπως κάθε υπουργός Οικονομικών όταν η χώρα του βάλλεται από τους οίκους αξιολόγησης: δήλωσε απογοητευμένος από την απόφαση της S&P και υποστήριξε ότι αυτή δεν θα έχει καμία επίπτωση στο κόστος δανεισμού της Ολλανδίας.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ολλανδίας είναι ο υψηλός δανεισμός των νοικοκυριών και η αυξανόμενη αδυναμία τους να τον εξυπηρετήσουν. Ένα στα τέσσερα στεγαστικά δάνεια αξίζει πλέον περισσότερο από το ίδιο το ακίνητο, σε βαθμό ώστε όλο και περισσότεροι γονείς να παροτρύνουν τα παιδιά τους να μην κάνουν αποδοχή κληρονομιάς σε περίπτωση θανάτου τους, διότι θα πληρώνουν μια ζωή ένα δάνειο, ενώ το σπίτι που θα κληρονομήσουν δεν θα αξίζει αυτά τα λεφτά.
Η αιμορραγία της επαρχιακής Βρετανίας
Τίποτε στο γιορτινό Λονδίνο δεν θυμίζει κρίση, παρά την κατάρρευση της στέγης του θέατρο Apollo, επειδή είχε να ανακαινιστεί δεκαετίες. Αντίθετα, επικρατεί και πάλι οικοδομικός οργασμός, φτιάχνεται ένα νέο τούνελ μήκους 42 χιλιομέτρων κάτω από την πόλη, για να συνδέσει το αεροδρόμιο Χίθροου με το Σίτι και τα ανατολικά προάστια, χτίζονται νέοι ουρανοξύστες για τις τράπεζες, νέα συγκροτήματα κατοικιών. Οι οικονομικοί δείκτες είναι πολλά υποσχόμενοι, η ανεργία έπεσε στο 7,5%, για το 2014 αναμένεται ανάπτυξη σχεδόν 2,8%. Μόνο που η ανάκαμψη αφορά κυρίως το Σίτι και τον τομέα των υπηρεσιών στη βρετανική πρωτεύουσα και δεν αγγίζει την υπόλοιπη χώρα, που παραμένει βυθισμένη στην ύφεση.
«Διαλυμένο» Βασίλειο χαρακτηρίζουν πολλοί αναλυτές το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς η ψαλίδα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, ντόπιων και φτωχών, Άγγλων, Σκωτσέζων και Ουαλλών, και κυρίως πρωτεύουσας και επαρχίας, ανοίγει όλο και περισσότερο. Σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστημίου του Μπρίστολ, εκατομμύρια Βρετανοί δεν έχουν αρκετά χρήματα για να φάνε και δεν είναι σε θέση να θερμάνουν επαρκώς τα σπίτια τους το χειμώνα. Το 27% των παιδιών απειλείται άμεσα από τη φτώχεια, οι πραγματικοί μισθοί συνεχίζουν να μειώνονται και οι κοινωνικές υπηρεσίες να συρρικνώνονται.
Η Βρετανία δεν ήταν ποτέ ένθερμος οπαδός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά το πιο επείγον ερώτημα που τίθεται το 2014 δεν είναι εάν θα μείνει η Βρετανία στην Ε.Ε., αλλά η Σκωτία στη Βρετανία. Εντός της χρονιάς οι Σκωτσέζοι θα κληθούν σε δημοψήφισμα για να αποφασίσουν εάν θέλουν την ανεξαρτησία τους από το Λονδίνο. Μεταξύ άλλων το δέλεαρ είναι να μην μοιράζονται πλέον με τους Άγγλους τα κέρδη από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της Βόρειας Θάλασσας.
Λουξεμβούργο, ο μεγάλος κερδισμένος της κρίσης
Μια χώρα ξεχωρίζει πάντα στις λίστες των στατιστικών στοιχείων της Eurostat, το Λουξεμβούργο. Όχι μόνο είναι η χώρα με το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα από κάθε άλλη στην Ε.Ε.-το 2013 είχε το 263% του κοινοτικού μέσου όρου- αλλά τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πλουσιότερη: από το 2010 το εισόδημα που έχει στη διάθεσή του κάθε κάτοικος του Μεγάλου Δουκάτου αυξήθηκε κατά 15%. Τελικά η κρίση όχι μόνο δεν χτύπησε τον φορολογικό παράδεισο στην καρδιά της Ευρώπης, αλλά τον έκανε και πιο ελκυστικό. Αν και προς στιγμήν, στην κορύφωση της κρίσης της Κύπρου, φάνηκε να μπαίνει στο στόχαστρο και το χρηματοπιστωτικό κέντρο του Λουξεμβούργου, τελικά τίποτε δεν άλλαξε.
Μόνο στο πολιτικό επίπεδο έγινε η… ανατροπή το 2013, καθώς ο αιώνιος πρωθυπουργός Ζαν Κλοντ Γιούνκερ έχασε μετά από 18 χρόνια την κυβερνητική πλειοψηφία του. Ο Γιούνκερ πλήρωσε την αδιαφορία του για ένα σκάνδαλο παρακολουθήσεων, κυρίως όμως πλήρωσε την κούραση των Λουξεμβούργιων από τη μακροημέρευσή του. Οι χορτάτοι κάτοικοι του Δουκάτου αποφάσισαν να δοκιμάσουν κάτι άλλο: έναν κυβερνητικό συνασπισμό χωρίς τους Χριστιανοδημοκράτες του Γιούνκερ, αν και κατάφεραν να διατηρήσουν την πρωτιά στις εκλογές.
Βέβαια, πολιτικά, το μόνο… εξαγώγιμο προϊόν του Λουξεμβούργου είναι ο Γιούνκερ, που δεν κρύβει πλέον τη φιλοδοξία του για μια υψηλή θέση στην Ευρώπη.