Της ΚΑΚΗΣ ΜΠΑΛΗ
Για μερικά χρόνια ήταν περίπου ξεχασμένοι. Ή έστω έξω από το κάδρο των περισσότερων ευρωπαϊκών κοινωνιών. Ήταν σχεδόν αποδεκτοί ως μια μεγάλη μειονότητα, που έως ένα βαθμό διατηρούσε τις -αδιανόητες για τους υπόλοιπους- νομαδικές της συνήθειες. Κάποια στιγμή, μετά τον συγκλονιστικό «Καιρό των Τσιγγάνων» του Κουστουρίτσα, θεωρήθηκαν έως και συμπαθητικοί. Για μερικά χρόνια η Ευρώπη έμοιαζε συμφιλιωμένη με τα δέκα εκατομμύρια των Ρομά της.
Μέχρι που η Γαλλία αποφάσισε να απελάσει πίσω στο Κόσοβο τη δεκαπεντάχρονη Ρομά, Λεονάρντα. Μέχρι που βρέθηκε η μικρή ξανθιά "Μαρία" σε μια οικογένεια Ρομά στα Φάρσαλα. Κυρίως, όμως, μέχρι που η Βουλγαρία και η Ρουμανία μπήκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση -κι από την επόμενη Πρωτοχρονιά οι πολίτες τους θα έχουν το ίδιο δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης εντός της Ε.Ε., με όλους τους άλλους...
Αίφνης, όλες οι προκαταλήψεις ενάντια στους Ρομά -«γύφτοι τα φτιάξαν τα καρφιά» τραγουδούσε ο Χατζής- ξύπνησαν και πάλι στις δυτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Στις ανατολικές -κυρίως στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία- είχαν ξυπνήσει από καιρό, ενίοτε αποκτώντας διαστάσεις διωγμού. Ευτυχώς, κόντρα στις προκαταλήψεις, ξύπνησαν και κάποια ανακλαστικά αλληλεγγύης. Των νεαρών συμμαθητών της Λεονάρντα.
Οι μαθητές, η Λεονάρντα και η γαλλική πολιτική
Πόσο τραυματική μπορεί να είναι μια σχολική εκδρομή εάν δεν έχει προκύψει κάποιο δυστύχημα; Για τους μαθητές πάνω στο λεωφορείο που πλησίαζε στις 9 Οκτωβρίου τα ελβετικά σύνορα η σκηνή ήταν δραματική: Γάλλοι αστυνομικοί σταμάτησαν το πούλμαν, κατέβασαν με το ζόρι μια 15χρονη μαθήτρια μπροστά στα έκπληκτα μάτια των συμμαθητών της και την πήραν για απέλαση, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες -και τις κατάρες- της δασκάλας. Το ίδιο βράδυ η Λεονάρντα Ντιμπράνι βρέθηκε στη Μιτροβίτσα στο Κόσοβο, «πακέτο» μαζί με την οικογένειά της. Απελάθηκε σε μια ξένη γι' αυτή χώρα, της οποίας δεν μιλά καν τη γλώσσα.
Ίσως, εάν η απέλαση δεν γινόταν μ' αυτόν τον βάρβαρο τρόπο, η απουσία της Λεονάρντα να περνούσε απαρατήρητη. Ωστόσο, αυτό το ντου της αστυνομίας είχε ως αποτέλεσμα να βγουν χιλιάδες μαθητές στους δρόμους της Γαλλίας, να κλείσουν με οδοφράγματα τις εισόδους των σχολείων τους, να απαιτήσουν από τη- σοσιαλιστική- κυβέρνηση να φέρει τη Λεονάρντα πίσω.
Στην κεντρική διαδήλωση που οργάνωσαν οι μαθητές στο Παρίσι, όταν προσπάθησαν να φτάσουν μπροστά στο υπουργείο Εσωτερικών ανεμίζοντας σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης -πόσο καιρό έχει να το δει κανείς αυτό στους γαλλικούς δρόμους;- η αστυνομία τους διέλυσε με δακρυγόνα. Τα παιδιά δεν πτοήθηκαν, οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν για μέρες, με αποτέλεσμα ο πρόεδρος της χώρας Φρανσουά Ολάντ να αναγκαστεί να προτείνει στη Λεονάρντα να επιστρέψει στη Γαλλία, αλλά χωρίς την οικογένειά της.
Όμως αυτό το νεανικό κομμάτι της Γαλλίας, που ανάγκασε τον Ολάντ σε υποχώρηση, είναι αναπάντεχα μειοψηφικό στη χώρα που έχει για σημαία της το «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη». Η συντριπτική πλειονότητα των Γάλλων όχι απλώς ανέχεται την πολιτική των απελάσεων του Ολάντ -ίδια ακριβώς με αυτή του προκατόχου του Νικολά Σαρκοζί- αλλά την επικροτεί. Στην τελευταία δημοσκόπηση του ινστιτούτου ερευνών BVA το 93% των ερωτηθέντων υποστήριξε ότι οι Ρομά δεν μπορούν να ενταχθούν στη γαλλική κοινωνία και το 77% έκανε ένα βήμα παραπάνω ζητώντας να συνεχιστεί με αυστηρότητα η πολιτική των απελάσεων.
Μάλιστα ο πιο δημοφιλής πολιτικός της γαλλικής κυβέρνησης αυτή τη στιγμή είναι ο υπουργός Εσωτερικών Μανουέλ Βαλ, αυτός που πριν από μερικές εβδομάδες βγήκε να δηλώσει ότι αμφισβητεί τη διάθεση των Ρομά να ενταχθούν στη γαλλική κοινωνία -κι ότι πρέπει να επιστρέψουν στις χώρες από τις οποίες ήρθαν. Να σημειωθεί ότι στη Γαλλία ζουν περίπου 310.000 Ρομά -εγκατεστημένοι εδώ και γενιές- ενώ τα τελευταία χρόνια φτάνει ένας αδιευκρίνιστος αριθμός Ρομά κυρίως από τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.
Οι Τσιγγάνοι, το κρύο και ο φόβος της ερχόμενης Πρωτοχρονιάς
Το Ντούισμπουργκ είναι μια από τις νεόπτωχες πόλεις της Γερμανίας, καταμεσής στην κοιλάδα του Ρουρ, εκεί όπου έβγαινε το κάρβουνο, εκεί όπου κάποτε άκμαζε η βαριά βιομηχανία, εκεί όπου ο μεγαλύτερος εργοδότης ήταν η χαλυβουργία Κρουπ. Εδώ και χρόνια το Ρουρ έχασε το τρένο της υψηλής τεχνολογίας, οι πόλεις του είναι στα όρια της χρεωκοπίας, γειτονιές ολόκληρες έχουν αδειάσει.
Το Ντούισμπουργκ είναι μια εργατούπολη με μακρά εμπειρία στους μετανάστες, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τότε που έφταναν οι Πολωνοί ανθρακωρύχοι, μέχρι και σήμερα που τα σχολεία του είναι γεμάτα από τα παιδιά ή τα εγγόνια των Ελλήνων, Ιταλών, Ισπανών και Τούρκων γκασταρμπάιτερ. Και είναι μια πόλη ανεκτική, που την κυβερνάνε οι Σοσιαλδημοκράτες σε αγαστή συνεργασία με τους Πράσινους και την Αριστερά. Αλλά είναι και μια πόλη που έχει φτάσει στα όριά της, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της ηγεσίας της να διαχειριστεί το νέο πρόβλημα.
Το πρόβλημα έχει όνομα και λέγεται Ράινχαουζεν. Μια υποβαθμισμένη γειτονιά στην άκρη της πόλης, με παρατημένες εργατικές κατοικίες, που κατοικούνται από έναν αδιευκρίνιστο αριθμό Ρομά, κυρίως από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Σε επτά με οκτώ χιλιάδες υπολογίζονται αυτοί οι νέοι κάτοικοι του Ράινχαουζεν. Τον χειμώνα έρχονται περισσότεροι, αλλά με το που φτιάχνει ο καιρός φεύγουν και πάλι.
«Οι Ρόμα φεύγουν από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία επειδή τους κυνηγάνε -κι ως πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να εγκατασταθούν όπου θέλουν. Αλλά από τη Σερβία και τη Βοσνία φεύγουν για να γλιτώσουν το κρύο στους καταυλισμούς τους. Ξέρουν καλά ότι δεν έχουν καμία ελπίδα να γίνει αποδεκτή η αίτησή τους για άσυλο, αλλά ταυτόχρονα έχουν μάθει ότι η πόλη του Ντούισμπουργκ δεν κάνει απελάσεις τον χειμώνα για ανθρωπιστικούς λόγους» εξηγεί ο δήμαρχος της πόλης Σόρεν Λινκ.
Οι εργατικές κατοικίες είναι ένα απέραντο σκουπιδιαριό, από παντού κρέμονται καλώδια για παράνομες συνδέσεις με τις κολώνες της ΔΕΗ, η έννοια των -ιερών για τους Γερμανούς- ωρών κοινής ησυχίας είναι άγνωστη. Οι παλιοί κάτοικοι του Ράινχαουζεν, που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αλλάξουν γειτονιά, αρχίζουν να χάνουν την υπομονή τους. «Καταλαβαίνουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ασφαλείς στον τόπο τους και γι' αυτό ήρθαν εδώ, αλλά τώρα δεν νιώθουμε εμείς άνετα στον δικό μας» λένε.
Ο δήμος του Ντούισμπουργκ ζητά από την κυβέρνηση του Βερολίνου να μοιράσει τους Ρομά σε πολλές πόλεις, να απασφαλίσει την «ωρολογιακή βόμβα» του Ράινχαουζεν: «Μερικές χιλιάδες άνθρωποι στη χώρα μας των 80 εκατομμυρίων είναι σταγόνα στον ωκεανό. Αλλά μαζεμένοι σε μια γειτονιά, χωρίς δυνατότητα εργασίας, είναι καταδικασμένοι να γκετοποιηθούν. Ήδη τα ποσοστά της εγκληματικότητας -κλοπές και πορνεία- έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ η γειτονιά αρχίζει να γίνεται στόχος ακροδεξιών ομάδων, οπότε χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερες δυνάμεις για αστυνόμευση» δηλώνει ο αστυνομικός διοικητής του Ντούισμπουργκ. Και η διευθύντρια του σχολείου της περιοχής είναι απελπισμένη: «Στην αρχή της χρονιάς δεν ξέρω πόσα παιδιά θα έχω στις τάξεις και, ακόμη χειρότερα, κάπου στη μέση της χρονιάς τα μισά εξαφανίζονται. Αλλά, εάν δε μείνουν στο σχολείο, δεν θα έχουν καμία ελπίδα να κάνουν κάτι στη ζωή τους, να βρουν μια δουλειά» λέει.
Για την ώρα οι περισσότεροι Ρομά που μένουν στο Ράινχαουζεν, καθώς δεν έχουν άδεια εργασίας, ζουν από τα κοινωνικά επιδόματα τέκνων. Από 184 ευρώ για τα δύο πρώτα παιδιά κι από 215 από το τρίτο. Τα χρήματα αυτά τα δικαιούται κάθε πολίτης της Ε.Ε. που μένει μόνιμα στη Γερμανία και είναι περισσότερα από τον κατώτατο μισθό στη Βουλγαρία.
Ωστόσο πολλοί από τους νέους Ρομά μετανάστες περιμένουν να έρθει η Πρωτοχρονιά για να μπορέσουν να δουλέψουν νόμιμα. Άλλωστε οι στατιστικές δείχνουν, ότι η μεγάλη πλειονότητα των Ρομά που έχει εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία δουλεύει σκληρά για πολύ λίγα χρήματα και συχνά μένει σε ετοιμόρροπα σπίτια, πληρώνοντας φουσκωμένα νοίκια.
Συνεπώς οι φόβοι ότι θα πλημμυρίσει η χώρα Ρομά από την 1η Ιανουαρίου του 2014, οπότε αίρονται οι περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, θεωρούνται υπερβολικοί. «Αρκεί να μην στοιβαχτούν όλοι στο Ράινχαουζεν» ελπίζουν οι δημοτικές αρχές του Ντούισμπουργκ.
«Η Ευρώπη μας πρόδωσε»
Στη Βουλγαρία ζουν σχεδόν ένα εκατομμύριο Ρομά, συνήθως σε άθλιες συνθήκες. Με μια εξαίρεση. Τη μικρή πόλη Λομ στα βορειοδυτικά της χώρας, στη νότια όχθη του Δούναβη. Από τους 35.000 κατοίκους της οι μισοί είναι Ρομά και οι περισσότεροι ενταγμένοι. Έχουν τους δικούς τους δημοτικούς συμβούλους, το 48% των παιδιών τους τελειώνει το λύκειο, πολλά πάνε στο πανεπιστήμιο.
«Θα μπορούσαμε να έχουμε πολλές τέτοιες ιστορίες επιτυχίας», υποστηρίζει ο Ράντοστιν Μάνοφ, επικεφαλής της Ρομά οργάνωσης «Διαφορετικοί και ίδιοι», αλλά «αντ' αυτού βρισκόμαστε πάλι αντιμέτωποι με τα παλιά στερεότυπα». Η αλήθεια είναι ότι η Ε.Ε. διαθέτει κονδύλια για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των Ρομά στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, τα περισσότερα από αυτά όμως μένουν αδιάθετα. Κάποιοι στις Βρυξέλλες, μάλιστα, ψιθυρίζουν ότι Σόφια και Βουκουρέστι δεν καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες να τα απορροφήσουν προτιμούν να ωθήσουν τους Ρομά στη μετανάστευση.
Πάντως, από το ένα εκατομμύριο των Βούλγαρων Ρομά, μόλις το ένα δέκατο έχει μεταναστεύσει στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως στην Ισπανία και τη Γαλλία και δευτερευόντως στη Γερμανία. «Οι αντιδράσεις στις δυτικές πρωτεύουσες είναι υστερικές, δεν πρόκειται για μαζική μετανάστευση» λέει ο Μάνοφ.
Για τον κορυφαίο διανοούμενο των Βούλγαρων Ρομά, τον Ρουμιάν Ρουσίνοφ, η Ευρώπη έχει προδώσει τη φυλή του: «Πριν γίνει η Βουλγαρία μέλος της Ε.Ε. το 2007, οι δυτικές κυβερνήσεις πίεζαν τη δική μας να μας φέρεται ανθρώπινα» λέει. Αλλά μετά την ένταξη της Βουλγαρίας στην Ε.Ε. και την έναρξη της μετανάστευσης «ο Σαρκοζί μας φέρθηκε σαν βρωμερούς Τσιγγάνους κι άναψε το πράσινο φως στους δικούς μας πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης να μας φέρονται ανάλογα» προσθέτει.
«Οι περισσότεροι από τους Ρομά μετανάστες δουλεύουν σκληρά και γι' αυτό είναι αόρατοι. Τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν μόνο στους λίγους παραβατικούς, που ταιριάζουν με τα στερεότυπα». Ο Ρουσίνοφ τα έλεγε όλα αυτά στο Στρασβούργο έξι μήνες πριν σκάσει στα Φάρσαλα η υπόθεση της μικρής Μαρίας. Τώρα θα είχε περισσότερα να πει.