Η συμμετοχή στην Καταιγίδα της Ερήμου το 1990-91 ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο. Οι κυβερνήσεις σχεδόν διαγκωνίζονταν για το ποιος θα πρωτοέστελνε στρατεύματα τα οποία θα βοηθούσαν τα αμερικανικά στον πρώτο πόλεμο της μονοπολικής εποχής. Στην επιχείρηση για την "απελευθέρωση" του Κουβέιτ έλαβαν τελικά μέρος 35 χώρες.
Το φαινόμενο δεν έμελλε να επαναληφθεί εννιά χρόνια αργότερα, καθώς η αντίθεση της Ρωσίας και της Κίνας στέρησαν τη νομιμοποίηση του ΟΗΕ περιορίζοντας την επέμβαση στην πρώην Γιουγκοσλαβία στα ΝΑΤΟϊκά πλαίσια. Στον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ, οι αντιρρήσεις αρκετών σημαντικών μελών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας ανάγκασαν την Ουάσιγκτον να αναζητήσει αλλού "πρόθυμους" συνεργάτες. Σήμερα ακόμη και αυτοί εμφανίζονται διστακτικοί, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την άρνηση της βρετανικής Βουλής να δώσει το "πράσινο φως" για μια δυτική επέμβαση στη Συρία.
Η εξέλιξη δεν πρέπει να παραξένεψε ιδιαίτερα το αμερικανικό ινστιτούτο Cato, που από το 2011 προειδοποιούσε για την εξασθένηση της διεθνούς υποστήριξης προς τα στρατιωτικά σχέδια των ΗΠΑ, επικαλούμενο μάλιστα τις περικοπές των αμυντικών δαπανών στη Βρετανία. Όπως επισήμαινε τότε ο αναλυτής Τεντ Γκάλεν, αυτό αποτελούσε καίριο πλήγμα για τα γεράκια της Ουάσιγκτον, καθώς η Βρετανία συμμετείχε πάντοτε ενεργά σε κάθε πολεμική εξόρμηση των ΗΠΑ.
"Τώρα ωστόσο υπάρχουν αμφιβολίες για το κατά πόσο μια βρετανική κυβέρνηση θα βοηθούσε μελλοντικές επεμβάσεις υπό αμερικανική ηγεσία, με δεδομένη τόσο την αρνητική στάση της κοινής γνώμης όσο και τις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες της Βρετανίας", έγραφε τότε ο Γκάλεν για την επιθεώρηση του Ινστιτούτου Cato. Το φαινόμενο επισήμαινε και η πρώτη έκθεση για την στρατηγική εθνικής ασφάλειας της κυβέρνησης Ομπάμα που εκτιμούσε πως οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να παίζουν τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα και ότι "χρειάζονται εταίρους πρόθυμους να αντιμετωπίζουν προκλήσεις για την ασφάλεια".
Πού θα τους βρουν όμως; Η Βρετανία δεν είναι το μοναδικό μέλος του ΝΑΤΟ που τα τελευταία χρόνια έχει περιορίσει αισθητά τις αμυντικές δαπάνες. Η Γερμανία δαπανά ελάχιστα, ενώ μικρές είναι και οι αντίστοιχες δαπάνες της Ιταλίας και της Ισπανίας. Και φυσικά οι χώρες της "νέας Ευρώπης" και του τελευταίου κύματος ένταξης στο ΝΑΤΟ μπορούν να παράσχουν μόνο συμβολική υποστήριξη. Όλες μαζί δαπανούν κάθε χρόνο για την άμυνα τους όσα ξοδεύει ο αμερικανικός στρατός στο Αφγανιστάν μέσα σε ένα μήνα.
Τα πράγματα δεν γίνονται καλύτερα αν οι ΗΠΑ στρέψουν το βλέμμα προς την Ασία. Οι αμυντικές δαπάνες της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ και όταν ακόμη λαμβάνουν μέρος στις αμερικανικές επεμβάσεις, η συμμετοχή τους είναι μάλλον προβληματική. Στο Ιράκ, η Ιαπωνία συμμετείχε με μη στρατιωτικό προσωπικό, ενώ οι νοτιοκορεατικές μονάδες αναπτύχθηκαν μόνο στο σχετικά ειρηνικό, ιρακινό Κουρδιστάν.
"Ο συνδυασμός μειωμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων και υποχώρησης στην υποστήριξη της κοινής γνώμης.... σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί πια να βασίζεται στη συμμετοχή των συμμάχων της σε μελλοντικές σταυροφορίες", σημείωνε προ διετίας ο αναλυτής του Cato προβλέποντας μάλλον βάσιμα ότι στο μέλλον ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης θα είναι όλο και πιο μοναχικός.