Πριν από λίγα χρόνια οι εφημερίδες συνειδητοποίησαν τη δύναμη και τις σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες του Ίντερνετ και άρχισαν να στήνουν εκεί τις ηλεκτρονικές τους εκδόσεις. Οι ισορροπίες όμως άλλαξαν σε τέτοιο βαθμό από τότε, ώστε να είναι πια το Ίντερνετ εκείνο που, από θέση ισχύος, διαμορφώνει τα έντυπα του.
Το αποτέλεσμα είναι μια μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες του αμερικανικού Τύπου, η Washington Post, που έμεινε στην ιστορία για την αποκάλυψη του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, να περάσει την προηγούμενη εβδομάδα στα χέρια ενός από τους μεγιστάνες του ψηφιακού σύμπαντος. Ο Τζεφ Μπέζος, ιδιοκτήτης του ηλεκτρονικού πολυκαταστήματος Amazon και 19ος πλουσιότερος στον κόσμο σύμφωνα με την κατάταξη του περιοδικού Forbes, την αγόρασε έναντι 250 εκατομμυρίων δολαρίων.
Οι διαπραγματεύσεις για την εξαγορά ήταν τόσο μυστικές ώστε λέγεται ότι ακόμη και οι ικανότατοι ρεπόρτερ της εφημερίδας δεν αντιλήφθηκαν το παραμικρό μέχρι την τελική ανακοίνωση. Η πώληση έβαλε τέλος σε 80 χρόνια ιδιοκτησίας της εφημερίδας από την οικογένεια Μάγιερ, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι παλιές δυναστείες του αμερικανικού Ρύπου έχουν πάρει την κατιούσα.
Η οικογένεια Σάλτσμπεργκερ, ιδιοκτήτης των New York Times, πούλησε άλλωστε προσφάτως έναν από τους πιο εμπορικούς τίτλους της, την Boston Globe, στο αφεντικό μιας ομάδας μπέιζμπολ της Βοστώνης. Η εφημερίδα πουλήθηκε για 70 εκατομμύρια δολάρια τη στιγμή που οι Σάλτσμπεργκερ την είχαν αγοράσει το 1993 για 1,1 δισεκατομμύριο δολάρια.
Από τις πρωτοφανείς εκπτώσεις στον χώρο του Τύπου θέλησε να επωφεληθεί και ο πλουσιότερος σήμερα Αμερικανός, ο Γουόρεν Μπάφετ, που πέρσι αγόρασε 28 καθημερινές εφημερίδες έναντι 344 εκατομμυρίων δολαρίων. Για να αντιληφθεί κανείς πόσο έχει μειωθεί η εμπορική αξία των αμερικανικών εφημερίδων αρκεί να αναφέρουμε ότι το 2007 ο Αυστραλός μεγαλοκαρχαρίας των ΜΜΕ Ρούπερτ Μέρντοκ είχε αγοράσει το εκδοτικό συγκρότημα που βγάζει την Wall Street Journal για 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια.
Δικαιολογώντας την πώληση της Washington Post, η οικογένεια Μάγιερ επικαλέστηκε την πτώση της κυκλοφορίας και την κάθετη μείωση των εσόδων από διαφημίσεις που έφερε η οικονομική κρίση. Από την πλευρά του, ο νέος ιδιοκτήτης εξήρε το κουράγιο και το "θάρρος" της οικογένειας και υποσχέθηκε να διατηρήσει το διευθυντικό τιμ και να μην προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές στο άμεσο μέλλον.
Οι εργαζόμενοι της εφημερίδας έχουν πάντως σοβαρούς λόγους να ανησυχούν, αν κρίνει κανείς από τους μισθούς πείνας που δίνει το νέο αφεντικό στη "μητρική" Amazon -οι εργαζόμενοι στις τεράστιες αποθήκες όπου σωρεύεται το στοκ της εταιρείας παίρνουν 11 δολάρια την ώρα. Ενδεικτικό άλλωστε για τις συνθήκες εργασίας ήταν πρόσφατο ρεπορτάζ της εφημερίδας Financial Times που ανέφερε ότι οι εργαζόμενοι "διανύουν περπατώντας 7 με 15 μίλια" κάθε μέρα και, όταν τελειώσει η βάρδιά τους, υπόκεινται σε εξονυχιστικούς ελέγχους με σκάνερ για να διαπιστωθεί αν έχουν κλέψει κάποιο εμπόρευμα.
Ρεπορτάζ τέτοιου τύπου δεν θα έχουν μάλλον θέση στη μελλοντική Washington Post. Υπάρχουν όμως και τα καλά νέα για τους εργαζόμενους στον Τύπο. Οι πωλήσεις εφημερίδων -ακόμη και με τόσο χαμηλά αντίτιμα- σε ανερχόμενους επιχειρηματίες θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη ότι ο Τύπος έχει πιάσει πάτο και υπάρχει πλέον η προσδοκία της ανάκαμψης. Για τους απαισιόδοξους βέβαια η πώληση επιβεβαιώνει απλώς ότι την προέλαση του χρήματος και της οικονομικής εξουσίας με αποτέλεσμα μια χούφτα δισεκατομμυριούχοι να κυριαρχούν πια σε κάθε έκφραση της δημόσιας ζωής.