Έναν γύρο ακόμη στην πολύχρονη αντιπαράθεσή της με τον στρατό, ίσως τον σημαντικότερο μέχρι σήμερα, κέρδισε την προηγούμενη εβδομάδα η κυβέρνηση Ερντογάν στην Τουρκία, με την καταδίκη και τις βαριές ποινές που επιβλήθηκαν σε εκατοντάδες εκπρόσωπους του λεγόμενου "βαθέως κράτους" για την πολύκροτη υπόθεση Εργκένεκον.
Μέχρι την αποκάλυψη της συνωμοσίας το καλοκαίρι του 2007 και τις μαζικές συλλήψεις που επακολούθησαν, το πολιτικό Ισλάμ βρισκόταν μονίμως σε άμυνα. Και είχε κάθε λόγο να το κάνει. Το 1997, ο στρατός ανέτρεψε την εκλεγμένη κυβέρνηση του Κόμματος της Ευημερίας, του πολιτικού δηλαδή προκατόχου του ΑΚΡ. Αλλά και το ίδιο το κόμμα του Ερντογάν δέχτηκε επιθέσεις με αποκορύφωμα την "προειδοποίηση" του στρατού, μια δεκαετία αργότερα, για την εκλογή του Αμπντουλάχ Γκιούλ στην προεδρία καθώς και την προσπάθεια απαγόρευσης του κόμματος από το Συνταγματικό Δικαστήριο.
Μετά στις βαριές ποινές που επιβλήθηκαν στους επικεφαλής της σκιώδους οργάνωσης, η κυβέρνηση Ερντογάν κράτησε χαμηλούς τόνους, επιλέγοντας να μη σχολιάσει την απόφαση που, όπως ήταν επόμενο, προκάλεσε την οργή των κεμαλικών. Ο φιλικά προσκείμενος Τύπος έριξε πάντως κάποιες προειδοποιητικές βολές, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η υπόθεση Εργκένεκον θα μπορούσε να αποτελεί την αρχή και όχι το τέλος.
"Από τη στιγμή που ο στρατηγός Μπασμπούγ καταδικάστηκε σε ισόβια, δεν θα έπρεπε να δικαστούν και ο στρατηγός Μπουγιουκανίτ που συνέταξε την προειδοποίηση της 27ης Απριλίου 2007 ή ο στρατηγός Εβρέν; Για να μην αναφερθούμε στα πραξικοπήματα του 1960 και 1971. Το ζήτημα δεν είναι να κρίνουμε ηλικιωμένους ή νεκρούς, αλλά να τιμωρήσουμε κάθε πραξικόπημα" σχολίασε ο Αμπντουλκαντίρ Σελβί στη Yeni Safak.
Ο πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου, Ιλκέρ Μπασμπούγ, ήταν ο πιο υψηλόβαθμος στρατιωτικός ανάμεσα στους κατηγορουμένους. Βαριές ποινές όμως επιβλήθηκαν και σε τρεις βουλευτές, πολλούς πανεπιστημιακούς καθώς και σε 20 δημοσιογράφους. Η καταδίκη των τελευταίων έφερε, όπως ήταν επόμενο, και πάλι στην επιφάνεια τις τραγικές επιδόσεις της χώρας σε ό,τι αφορά την ελευθερία του Τύπου. Στην ετήσια έκθεση της για το θέμα, οι Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα χαρακτηρίζουν την Τουρκία ως "τη μεγαλύτερη φυλακή δημοσιογράφων στον κόσμο".
Ο δημοσιογράφος Νεντίμ Σενέρ ήταν ένας από τους κατηγορούμενος. Συνελήφθη τον Μάρτιο του 2011 ως μέλος της συνωμοτικής οργάνωσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πραγματικός λόγος για τη σύλληψή του ήταν οι έρευνές του για τη δολοφονία του αρμένιου δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ το 2007. "Οι δράστες και οι εμπνευστές πολλών δολοφονιών είναι κρατικοί λειτουργοί" δηλώνει στη Deutsche Welle. "Η βίαιη αντίδραση στις διαδηλώσεις του Πάρκου Γκεζί είναι αποκαλυπτική αυτής της αντίληψης. Αν πυροβολήσεις κάποιον στο όνομα του κράτους, δεν θα υπάρξουν συνέπειες" σημειώνει.
Ο Σενέρ δεν είναι ο μοναδικός που υποστηρίζει ότι η υπόθεση Εργκένεκον έδωσε στην κυβέρνηση Ερντογάν την ευκαιρία να ξεκαθαρίσει το τοπίο από κάθε αντίπαλο. Ορισμένοι συγκρίνουν την πολύχρονη νομική διαδικασία, τις μαζικές συλλήψεις και το, σε πολλές περιπτώσεις, διάτρητο κατηγορητήριο με τη δίκη-παρωδία του Αντνάν Μεντερές και πολλών άλλων μελών του Δημοκρατικού Κόμματος το 1960. Η καταδίκη και η εκτέλεση του Μεντερές ήταν τότε μια επίδειξη δύναμης των στρατηγών απέναντι στο πολιτικό σύστημα και προανήγγειλε με τον τρόπο της τα συχνά πραξικοπήματα που θα επακολουθούσαν.
Η υπόθεση Εργκένεκον αλλάζει τα δεδομένα με παρόμοιο τρόπο. Θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη των νέων ισορροπιών και της μειωμένης επιρροής του στρατού αν δεν αποτελούσε και την ιδανική κάλυψη για ένα εκτεταμένο κυνήγι μαγισσών. Οι αναίτιες συλλήψεις, οι παρατεταμένες προφυλακίσεις και οι καταδίκες με συνοπτικές διαδικασίες έχουν άλλωστε πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της ολοένα και πιο δρακόντειας αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας.
Τα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν από την έναρξη της δίκης και, κυρίως, η άγρια καταστολή των πρόσφατων διαδηλώσεων στην Τουρκία άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό τη δημόσια εικόνα της κυβέρνησης Ερντογάν τόσο στο εξωτερικό όσο και την ίδια τη χώρα. Στο πρόσωπό της όλο και περισσότεροι βλέπουν τον αυταρχισμό και όχι μια δύναμη εκδημοκρατισμού. Θεωρούν ότι η προσπάθεια της δεν έχει στόχο να αποκαθηλώσει το βαθύ κράτος, αλλά να "ξηλώσει" απλώς την άλλοτε κραταιά κεμαλική ελίτ.
Και ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων φαίνεται να ευνοεί το ΑΚΡ, καθώς κανείς από τους παραδοσιακούς πυλώνες της εξουσίας στην Τουρκία, η προεδρία, οι δικαστικοί και ο στρατός, δεν φαίνονται ικανοί να αμφισβητήσουν μια ισχυρή κυβέρνηση. Η μετάβαση του Ερντογάν στην προεδρία θα μπορούσε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, βάζοντας τους ισλαμιστές σε νέους πειρασμούς, με δεδομένη τη ροπή τους προς τον απολυταρχισμό.
Μάλλον δεν θα είναι οι μοναδικοί που θα δοκιμαστούν. Γιατί όσο κι αν οι σχέσεις της κυβέρνησης Ερντογάν με τον σημερινό αρχηγό του γενικού επιτελείου, Νετστέντ Οζέλ, μοιάζουν υποδειγματικές, προφανώς θα υπάρχουν και πολλοί εκπρόσωποι του κεμαλικού κατεστημένου που θα έχουν ξεφύγει από τα πλοκάμια της δικαιοσύνης. Και ενδεχομένως να αντλούν έμπνευση από το παράδειγμα της όχι και τόσο μακρινής Αιγύπτου, εκεί που η ανατροπή μιας εκλεγμένης ισλαμικής κυβέρνησης από τον στρατό δεν καταδικάστηκε καν σαν πραξικόπημα.