Live τώρα    
Βρετανία / Από το Brexit στο Rejoin και από τον Στάρμερ… στο άγνωστο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βρετανία / Από το Brexit στο Rejoin και από τον Στάρμερ… στο άγνωστο

135690932a.jpg
ΑΝΑΛΥΣΗ

Ακόμη και με βάση το μοτίβο ανάδυσης και… κατάδυσης πρωθυπουργών που επικράτησε την τελευταία δεκαετία στην πολιτική σκηνή της Βρετανίας, η πτώση του Κιρ Στάρμερ είναι εκπληκτικά γρήγορη. Ακόμη περισσότερο, με βάση το μοτίβο της σταθερότητας που χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος της βρετανικής πολιτικής ιστορίας, φαντάζει σχεδόν αδιανόητη.

Λιγότερο από δύο χρόνια πριν, ο Στάρμερ μετακόμιζε «θριαμβευτικά» στο Νο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ μεταφέροντας στην οικοσκευή του μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες στη σύγχρονη ιστορία των Εργατικών. Σχημάτιζε κυβέρνηση που απολάμβανε συμπαγή και πανίσχυρη κοινοβουλευτική στήριξη. Υποσχέθηκε σοβαρότητα μετά τις παλινωδίες των προκατόχων του· σταθερότητα μετά το χάος του Brexit και των κάκιστων σκηνοθετών του. Υποτίθεται ότι θα ήταν ο πρωθυπουργός που θα αποκαθιστούσε το κύρος μιας ιστορικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο υψηλού προφίλ δικηγόρος που θα ηρεμούσε τις αγορές, ο ηγέτης που θα σταθεροποιούσε τους θεσμούς και θα επανέφερε τη Βρετανία σε κάτι που θα έμοιαζε, τέλος πάντων, με κανονικότητα.

Αντί όλων αυτών, η Βρετανία βρίσκεται πάλι σε φάση προετοιμασίας για μια ακόμη μεταβίβαση εξουσίας, για μια ακόμη μάχη διαδοχής, για μια ακόμη υπαρξιακή συζήτηση-αναζήτηση για τη στρατηγική τροχιά που θα πρέπει να ακολουθήσει. Καθώς η πολιτική πίεση αυξάνεται στο εσωτερικό των Εργατικών μετά τις απογοητευτικές ήττες στις τοπικές εκλογές της τελευταίας περιόδου, ο Στάρμερ μοιάζει σαν να κυβερνά με δανεικό χρόνο. Σχεδόν 90 βουλευτές των Εργατικών φέρεται να έχουν ζητήσει την παραίτησή του. Οι υπουργοί της κυβέρνησής του αποστασιοποιούνται ο ένας μετά τον άλλον. Οι πολιτικοί σύμμαχοί του συζητούν ανοιχτά σενάρια διαδοχής του. Στο Γουέστμινστερ, το ερώτημα που πλανάται δεν είναι αν ο Στάρμερ θα επιβιώσει· είναι πότε τελειώνει το παιχνίδι γι’ αυτόν σε ένα ματς που δεν έχει δεύτερο ημίχρονο. 

Συμπτώματα εξάντλησης

Θα μπορούσε να βγάλει κάποιος το συμπέρασμα πως η πτώση του δεν είναι παρά η προδιαγεγραμμένη πορεία ενός «άνευρου» ηγέτη. Αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο για έναν πρωθυπουργό που δεν πρόλαβε καν να ζεστάνει την καρέκλα του - και παραπλανητικό για την προσπάθεια εξακρίβωσης των αιτιών της γρήγορης φθοράς του. Η πολιτική πτώση του Στάρμερ -πέρα από τα επιμέρους χαρακτηριστικά της- είναι σύμπτωμα μιας χώρας παγιδευμένης σε παρατεταμένη πολιτική, οικονομική και ψυχολογική κρίση που εκδηλώθηκε πολύ πριν από την έλευση του σερ Κιρ στην Ντάουνινγκ Στριτ και έως και σήμερα δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης.

Η Βρετανία είναι μια χώρα εξαντλημένη από την ατέρμονη μετάβαση. Από τη βιομηχανική οικονομία στην αποβιομηχάνιση, από τη βεβαιότητα της πάλαι ποτέ αυτοκρατορικής αίγλης στην αβεβαιότητα της αναζήτησης νέου ρόλου, από το Brexit στο βαθύ τέλμα. Μια χώρα τυπικά σταθερή αλλά πολιτικά ασταθής, πλούσια στα χαρτιά αλλά ολοένα και πιο άνιση στην πράξη.

Η εξαιρετική ταχύτητα με την οποία εξατμίστηκε η εξουσία του Στάρμερ υποδηλώνει κάτι βαθύτερο από τη δεδομένη κομματική ίντριγκα, το κοινό γνώρισμα και των δύο πόλων του βρετανικού δικομματισμού. Ότι το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης της Βρετανίας δεν μπορεί πλέον να σηκώσει και να διαχειριστεί το ογκώδες φορτίο της οικονομικής στασιμότητας, της θεσμικής παρακμής, της ιδεολογικής σύγχυσης. Είναι κάτι σαν υπερκόπωση.

Το στενό περιθώριο ανοχής

Η πρόκληση που είχε μπροστά του ο Στάρμερ, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, ήταν τρομακτική. Η άνετη πλειοψηφία που είχε εξασφαλισμένη δεν έκανε τα πράγματα ευκολότερα. Κληρονόμησε μια χώρα που πέρασε από διαδοχικές κυβερνήσεις των Συντηρητικών υπό σχεδόν ακραίες συνθήκες. Από τον Ντέιβιντ Κάμερον στην Τερέζα Μέι, και μετά στον Μπόρις Τζόνσον, και μετά στη Λιζ Τρας και μετά στον Ρίσι Σούνακ, σε εναλλαγές βραχύβιων σχημάτων που θύμιζαν Ιταλία της δεκαετίας του ΄80. Η «βασιλεία» των Τόρηδων όλο αυτό το διάστημα ουσιαστικά διαχειριζόταν τον διχασμό του Brexit, την οικονομική ακινησία, τις συνέπειες της πανδημίας, τον γόρδιο δεσμό της εξόδου από την Ε.Ε., την έλλειψη μιας συνεκτικής αφήγησης για το μέλλον.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες είναι προφανές πως οι ψηφοφόροι δεν έτρεφαν… μεγάλες προσδοκίες για το οτιδήποτε. Το διακύβευμα δεν ήταν το όραμα, ο μετασχηματισμός, ο νέος δρόμος· ήταν η ανακούφιση από το χάος. Αλλά αυτός ο χαμηλωμένος πήχης έκρυβε κι έναν κρυφό κίνδυνο. Ο Στάρμερ εξελέγη όχι επειδή ενέπνευσε τον λαϊκό ενθουσιασμό, αλλά γιατί οι ψηφοφόροι απλά είχαν χάσει την υπομονή τους με τους Συντηρητικούς.

Η εντολή προς τους Εργατικούς βασιζόταν λιγότερο στη συναισθηματική αφοσίωση -πόσο μάλλον στην ιδεολογική- και περισσότερο στην προσδοκία ότι θα μπορούσαν να ξαναβάλουν τα πράγματα σε μια σειρά. Μόνο που αυτή η πίστη αποδείχθηκε μοιραία. Καθώς οι οικονομικές συνθήκες ουσιαστικά δεν βελτιώθηκαν, η σιωπηλή συναίνεση πίσω από τον Στάρμερ άρχισε να διασπάται, να αποσυντίθεται. Οι αιτίες είναι εκεί και μπορεί ο καθένας να τις δει: Ο πληθωρισμός συνεχίζει πεισματικά να είναι υψηλός. Οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι. Το κόστος της ενέργειας εκτοξεύτηκε. Οι τιμές των τροφίμων συνέχισαν να αυξάνονται. Η ανάπτυξη παρέμεινε αναιμική.

Με τη λογική της διαχείρισης

Η κυβέρνηση βρέθηκε παγιδευμένη, αν και με δική της ευθύνη, σε κάτι που έμοιαζε με πόλεμο χαρακωμάτων. Δηλαδή, προτροπές και παρακινήσεις, αντί αποφασιστικών μέτρων. Ενδεικτικά, η πρόσφατη προτροπή προς τους ιδιοκτήτες σούπερ μάρκετ για ένα «εθελοντικό» πλαφόν στις τιμές βασικών ειδών διατροφής, όπως το ψωμί, τα αυγά και το γάλα, έπεσε στο κενό. Παρόμοια παρέμβαση από το Εθνικό Κόμμα Σκωτίας, στη Σκωτία, δεν ήταν σε εθελοντική βάση. 

Η πρόσφατη πτώση του πληθωρισμού στο 2,8% φαίνεται να προσφέρει μόνο προσωρινή ανακούφιση. Οι αναλυτές προεξοφλούν ότι ο πληθωρισμός θα σκαρφαλώσει πάλι στο 4% μέχρι το τέλος του έτους, καθώς οι παγκόσμιες αγορές ενέργειας «συντονίζονται» με την εντεινόμενη γεωπολιτική αστάθεια. Τα νοικοκυριά, μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες στασιμότητας του βιοτικού επιπέδου, δεν καθησυχάζονται από τη βελτίωση που εμφανίζεται -τεχνικά- στους μακροοικονομικούς δείκτες. Για πολλούς πολίτες στην Αγγλία και στην Ουαλία, η ζωή είναι πλέον μόνιμα πιο ακριβή, σταθερά πιο επισφαλής, δεδομένα πιο υποβαθμισμένη.

Αυτή η πραγματικότητα εξηγεί γιατί το περιθώριο πολιτικής ανοχής στον Στάρμερ έγινε τόσο στενό. Η Βρετανία του 2026 δεν έχει χρόνο για αναμονή. Οι παλιοί αργόσυρτοι ρυθμοί των σταδιακών μεταρρυθμίσεων, των σταθερών εκλογικών κύκλων, της θεσμικής κυριαρχίας έχουν εξαφανιστεί πίσω από την ομίχλη του κοινωνικού κατακερματισμού, της οικονομικής παρακμής, της ατέρμονης ροής σχολιασμού και κριτικής. Η αντίφαση είναι φανερή: Οι ψηφοφόροι απαιτούν άμεσα αποτελέσματα από κυβερνήσεις που όμως λειτουργούν υπό τη λογική εκείνη που δεν τους επιτρέπει να έχουν άμεσα αποτελέσματα. Ή, ακόμη χειρότερα, δεν θέλουν να διαταράξουν το σύστημα για να ανταποκριθούν στα άμεσα, πιεστικά λαϊκά αιτήματα.

Με άλλα λόγια, όσο τα προβλήματα που γεννά η σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, η συσσώρευση του πλούτου, το διαρκές άνοιγμα της ψαλίδας των ανισοτήτων αντιμετωπίζονται με διστακτικότητα και λογικές διαχείρισης, ο Στάρμερ και μαζί του όλες οι δυτικές κυβερνήσεις θα έρχεται αντιμέτωποι με την απογοήτευση και την αδιάκοπη πολιτική ρευστοποίηση.

Η επιστροφή του Brexit, με την όπισθεν…

Μέσα σε αυτό το κλίμα περιρρέουσας δυσφορίας ήταν αναμενόμενο πως η τραυματική εμπειρία του Brexit θα ξανάμπαινε στο κάδρο. Κι όχι μόνο στο ευρύτερο αλλά και στο ειδικότερο, δηλαδή της ήδη εξελισσόμενης κούρσας διαδοχής εντός των Εργατικών. 

Ενώ για πολύ καιρό η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τον τρόπο εφαρμογής του Brexit, για το πώς θα λειτουργήσει και θα αποδώσει, τώρα -όλο και περισσότερο- η συζήτηση έχει να κάνει με τον αν το Brexit άξιζε τον κόπο, αν ήταν τελικά ένα μεγάλο λάθος.

Ο Γουές Στρίτινγκ, ο πρώην υπουργός Υγείας και ένας από τους κύριους υποψηφίους για τη διαδοχή του Στάρμερ, διέσχισε ήδη τον Ρουβίκωνα αποκαλώντας δημόσια το Brexit ένα «καταστροφικό λάθος» και δηλώνοντας ανοιχτά ότι η Βρετανία θα πρέπει κάποια μέρα να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία δεκαετία μετά το δημοψήφισμα, το πολιτικό ταμπού γύρω από τη συζήτηση για μια πιθανή επανασύνδεση μετά το διαζύγιο με την Ευρώπη -για το Rejoin δηλαδή- αρχίζει να πέφτει. Αλλά τι υποδηλώνει αυτό; Ιδεολογική αναδίπλωση ή οικονομικό ρεαλισμό;

Η υπόσχεση του Brexit, πέρα από την ιδεολογικοποίηση της, επικεντρωνόταν σε μια εθνική «ανασύνταξη» μέσω της επιστροφής του ελέγχου των συνόρων, της ταχύτερης ανάπτυξης χωρίς τους κανονισμούς των Βρυξελλών, του ελεύθερου εμπορίου υπό καθεστώς διμερών διακανονισμών, της θεωρούμενης επαναφοράς του ελέγχου της χώρας στη δικαιοδοσία της κυβέρνησής της και μόνον. Αντί για όλα αυτά, η Βρετανία βιώνει σταθερά αναιμική ανάπτυξη, υποτονικό επενδυτικό κλίμα, μείωση της παραγωγικότητας, έλλειψη εργατικού δυναμικού, χρόνιες εμπορικές τριβές και δυσπραγία. Ακόμα και πολλοί ψηφοφόροι, που υποστηρίζουν ιδεολογικά ή συναισθηματικά το Brexit, αναγνωρίζουν ότι τα οικονομικά οφέλη που τους υποσχέθηκαν οι μαθητευόμενοι αρχιτέκτονές του, δεν ήρθαν ποτέ.

Το δίλημμα του πολιτικού κόσμου

Το οικονομικό πρόβλημα της Βρετανίας δεν διαχωρίζεται από τη μετάBrexit κατάσταση. Όμως, η επανένταξη στην Ε.Ε. παραμένει ένα επικίνδυνο στοίχημα

Του Peter Schrank στον Economis

Το ζήτημα που μπαίνει τώρα στο τραπέζι είναι το αν η χώρα μπορεί να παραμείνει οικονομικά ανταγωνιστική εκτός Ευρώπης, αποφεύγοντας παράλληλα βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό. Αυτός είναι, σύμφωνα με τους αναλυτές, ο βασικός λόγος που η συζήτηση έχει επιστρέψει.

Το οικονομικό πρόβλημα της Βρετανίας δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά το Brexit. Η έξοδος από την Ε.Ε. σερβιρίστηκε ως «εξέγερση» ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, στο «κατεστημένο», στις τεχνοκρατικές ελίτ. Αλλά η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώσει αυτό ακριβώς που διατείνονταν τότε οι «τεχνοκράτες ελίτ», ότι δηλαδή η ευημερία της Βρετανίας είναι οργανικά συνδεδεμένη με τη βαθιά ενσωμάτωσή της σε μεγαλύτερα οικονομικά συστήματα. Ό,τι ισχύει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, για τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη.

Ωστόσο, η επανένταξη στην Ε.Ε. παραμένει ένα πολιτικά επικίνδυνο στοίχημα. Μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος συνεχίζουν να θεωρούν οποιαδήποτε προσπάθεια αντιστροφής του Brexit ως προδοσία της δημοκρατικής νομιμότητας. Το Reform UK του Φάρατζ εκμεταλλεύεται ήδη τις διαιρέσεις των Εργατικών παρουσιάζοντάς τους ως ένα κόμμα που περιφρονεί τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης. Έτσι, δημιουργείται δίλημμα για τον επόμενο ηγέτη των Εργατικών.

Ο Στρίτινγκ αντιπροσωπεύει τη μία δυνητική απάντηση σε αυτό: Επιστροφή στο γνώριμο μονοπάτι, τον μπλερισμό και τον φιλελευθερισμό της αγοράς· ως εκ τούτου, στη στενή ευθυγράμμιση με την κατεξοχήν εκπρόσωπο του δόγματος, την Ε.Ε. 

Ο Άντι Μπέρναμ, δήμαρχος του Μάντσεστερ και έτερος σημαντικός υποψήφιος, αντιπροσωπεύει κάτι πιο περίπλοκο αλλά ενδεχομένως πιο σημαντικό.

Από τον «μπλερισμό» στον «Μαντσεστερισμό»...

Η ανάδυση του Άντι Μπέρναμ ως επίδοξου διαδόχου του Στάρμερ αντανακλά μια βαθιά ιδεολογική μετατόπιση εντός των Εργατικών. Το κόμμα ταλαντεύεται διαχρονικά μεταξύ δύο, ευρείας αποδοχής, πολιτικών παραδόσεων: του μπλερικού φιλελευθερισμού και της σοσιαλιστικής αναδιανομής. Ο Μπέρναμ -ποδοσφαιριστής και οπαδός των Smiths, των Stone Roses και της ιστορικής μουσικής σκηνής του Μάντσεστερ- προσπαθεί να οικοδομήσει ένα τρίτο μοντέλο.

Το πολιτικό σχέδιό του, που περιγράφεται όλο και περισσότερο από τους συμμάχους του ως «Μαντσεστερισμός», υποστηρίζει ότι το κεντρικό πρόβλημα της Βρετανίας δεν είναι απλώς η ανισότητα· είναι η κατάρρευση της εθνικής παραγωγικής ικανότητας. Κατά την άποψη του Μπέρναμ, τα τελευταία σαράντα χρόνια το κατεστημένο του Γουέστμινστερ αποσυναρμολογεί συστηματικά τα οικονομικά θεμέλια της ζωής της εργατικής τάξης με αποβιομηχάνιση, ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση, παραμέληση της περιφέρειας.

Η απάντηση σε αυτή την «αποσυναρμολόγηση» δεν είναι ο κλασικός σοσιαλισμός αλλά ο στρατηγικός δημόσιος έλεγχος. Το κράτος, σύμφωνα με το όραμα του Μπέρναμ, θα έχει ισχυρότερο ρόλο στις δημόσιες μεταφορές, στη στέγαση, στην ενέργεια, στις υποδομές. Οι περιφερειακές οικονομίες θα ανοικοδομηθούν μέσω της επαναβιομηχάνισης και της αποκέντρωσης. Οι επιχειρήσεις κοινωφελούς χαρακτήρα θα λειτουργούν όχι για το κέρδος των μετόχων τους αλλά για το κοινωνικό σύνολο.

Οι σχετικοί αναλυτές θεωρούν σημαντικό ότι η πολιτική του Μπέρναμ διαφέρει πολιτισμικά από τον «μητροπολιτικό φιλελευθερισμό» που συνδέεται με τμήματα των σύγχρονων Εργατικών. Σε αντίθεση με πολλές προσωπικότητες της προοδευτικής πτέρυγας του κόμματος, ο Μπέρναμ μιλά ανοιχτά για την ανάγκη σεβασμού της ψήφου υπέρ του Brexit, για κατανόηση προς όσους ψηφίζουν Φάρατζ, για επανασύνδεση των Εργατικών με την επαρχιακή Αγγλία. Αυτή η στάση εξηγεί και την αυξανόμενη δημοφιλία του.

Προσφέρει στους Εργατικούς τη συνταγή για μια ιδεολογική ανασύνθεση, την οποία εκ των πραγμάτων ο Στάρμερ δεν διέθετε. Ωστόσο, ακόμη κι ο Μπέρναμ δεν μπορεί να αντισταθεί στις αντιφάσεις που ταλανίζουν τη Βρετανία. Επιτίθεται στον νεοφιλελευθερισμό ενώ υπόσχεται να σεβαστεί τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες. Μιλά για δημόσιο έλεγχο ενώ καθησυχάζει τις αγορές, υποστηρίζει τον οικονομικό μετασχηματισμό αλλά δεν εξηγεί τι θα κάνει με τη λιτότητα.

Όμως, όλα αυτά -η ατέρμονη συζήτηση για μοντέλα και πολιτικές- ίσως φαντάζουν επιμέρους ή επουσιώδη μέσα στο μεγάλο κάδρο: Το υπαρξιακό πρόβλημα της σημερινής Βρετανίας έχει να κάνει με την ταυτότητα και τον στρατηγικό προσανατολισμό· όχι μόνο με την κυβερνητική πολιτική. 

Θα είναι μια χώρα ευρωπαϊκή ή εθνοκεντρική, θα έχει οικονομία καθοδηγούμενη από την αγορά ή υπό κρατική επίβλεψη, θα είναι φιλελεύθερη ή εθνικιστική, συγκεντρωτική ή αποκεντρωμένη; Μετά το δημοψήφισμα του ΄16 για το Brexit, οι βρετανικές ελίτ ανέμιζαν τη σημαία ότι η χώρα πρέπει να «προχωρήσει μπροστά». Αλλά η χώρα παγιδεύτηκε σε μια παρατεταμένη διαμάχη με τον εαυτό της.

Η τραγωδία για τον Στάρμερ είναι ότι ανέλαβε την πρωθυπουργία υποσχόμενος σταθερότητα, ακριβώς σε μια στιγμή που η σταθερότητα δεν ήταν πλέον πολιτικά εφικτή. Η ζημιά είχε ήδη γίνει.

Όποιος τον αντικαταστήσει θα κληρονομήσει όχι απλώς μια κυβέρνηση σε δύσκολη θέση αλλά κι ένα έθνος προς αναζήτηση νέου… λειτουργικού συστήματος. Μέχρι η Βρετανία να βγάλει άκρη με τις αντιφάσεις που της κληροδότησε το Brexit, την οικονομική στασιμότητα και τον στρατηγικό αποπροσανατολισμό, η στιβαρή θύρα στο Νο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ ίσως θα μοιάζει περισσότερο με… περιστρεφόμενη πόρτα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0