Η επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου στις ΗΠΑ οργανώθηκε από την πρώτη στιγμή σαν μια προσπάθεια επιδιόρθωσης μιας ραγισμένης σχέσης. Ο πόλεμος στο Ιράν, η άρνηση της Βρετανίας να εμπλακεί στρατιωτικά, οι συνεχείς επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ κατά του ΝΑΤΟ και οι δημόσιες προσβολές προς την κυβέρνηση Στράμερ έχουν οδηγήσει τη λεγόμενη «ειδική σχέση» στο χειρότερο ίσως σημείο της.
Η παρουσία του Βρετανού μονάρχη είχε έτσι σκοπό να λειτουργήσει ως διπλωματικός μηχανισμός αποσυμπίεσης. Όχι ενδεχομένως για να επιλύσει τις διαφορές, αλλά για να τις καλύψει έστω προσωρινά. Η μοναρχία, απαλλαγμένη τυπικά από την καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση, μπορεί να παρέμβει διακριτικά εκεί όπου οι κυβερνήσεις συγκρούονται,
Και ο Κάρολος φρόντισε να κρατήσει αυτή τη λεπτή ισορροπία. Ο λόγος του ήταν γεμάτος ευγένεια και ανώδυνες κοινοτοπίες χωρίς να παραλείπει και κάποιες έμμεσες αιχμές προς τον οικοδεσπότη. Αιχμές για τη σημασία των θεσμικών ελέγχων προς την εξουσία, για την αξία της διατλαντικής συμμαχίας, για την προστασία του περιβάλλοντος. Ακόμη και η αναφορά στη στρατιωτική του θητεία μπορούσε να διαβαστεί ως απάντηση στις πρόσφατες υποτιμητικές δηλώσεις του Τραμπ για τις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις.
Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος έδειξε μια αυτοσυγκράτηση που τον έκανε σχεδόν αγνώριστο. Για λίγες ώρες, περιόρισε τις γνωστές εκρήξεις, απέφυγε τις δημόσιες αντιπαραθέσεις και επένδυσε σε μια εικόνα ενότητας. Ακόμη και όταν αναφερόμενος στον πόλεμο στο Ιράν, επιχείρησε, μάλλον άκομψα, να εμφανίσει τον Κάρολο ως σύμμαχο των δικών του θέσεων.
Η όλη τελετουργία, ωστόσο, έδειχνε να επιδιώκει και κάτι διαφορετικό από την προσπάθεια κάλυψης ενός χάσματος που ολοένα και μεγαλώνει. Από τους 21 κανονιοβολισμούς και την επιθεώρηση στρατευμάτων μέχρι την ομιλία στο Κογκρέσο και το επίσημο δείπνο στον Λευκό Οίκο, η επίσκεψη του Καρόλου εξελίχθηκε σε ένα προσεκτικά σκηνοθετημένο θέαμα.
Και σε αυτό το θέαμα, οι ρόλοι ήταν σαφείς. Δίπλα στους δύο ηγέτες δεν βρίσκονταν μόνο πολιτικοί, αλλά οι εκπρόσωποι της πραγματικής ισχύος. Μεγιστάνες της τεχνολογίας, επικεφαλής πολυεθνικών, παράγοντες μιας οικονομικής ελίτ που λειτουργεί πλέον ως άτυπη «αριστοκρατία». Η σύμπτωση μάλλον δεν είναι τυχαία. Εικονογραφεί μια πραγματικότητα όπου παλιά μοναρχία και σύγχρονη ολιγαρχία πλέον δεν συγκρούονται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται.
Η εικόνα γίνεται πιο αποκαλυπτική αν τη δει κανείς σε σχέση με το ευρύτερο αμερικανικό πολιτικό τοπίο. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα χλευάσει το κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας «No Kings» επιμένοντας ότι δεν είναι μονάρχης αλλά πρόεδρος και απορρίπτοντας κάθε τέτοια σύγκριση.
Και από αυτή την άποψη, το αποκορύφωμα της επίσκεψης του βασιλιά Καρόλου δεν ήταν ούτε η ομιλία στο Κογκρέσο ούτε το δείπνο στον Λευκό Οίκο. Ήταν μια φωτογραφία. Δύο άνδρες, δύο διαφορετικά πολιτεύματα, μια κοινή εικόνα. Και μια λεζάντα που, ίσως άθελά της, έλεγε περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε να αποκαλύψει: «Δύο βασιλιάδες».
Είναι πολύ δύσκολο να παραβλέψει κανείς την ειρωνεία. Γιατί δεν ήταν απλώς μια ακόμη επικοινωνιακή υπερβολή της διακυβέρνησης Τραμπ. Ήταν η αποτύπωση μιας πραγματικότητας όπου τα όρια ανάμεσα στη δημοκρατία και τον απολυταρχισμό ξεθωριάζουν και χάνονται.
Ο ριζοσπάστης θεωρητικός της αμερικανικής επανάστασης, Τόμας Πέιν κατήγγειλε τη μοναρχία ως «παράλογο θεσμό» ασύμβατο με τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας. Σήμερα, η ίδια χώρα που γέννησε αυτή την απόρριψη φαίνεται να επαναδιαπραγματεύεται τη σχέση της μαζί της.