Η κρίση στη σχέση ΗΠΑ-Ε.Ε. προβλέπεται να παγιωθεί, αν όχι να χειροτερέψει. Δεν πρόκειται να ανακάμψει ακόμη και μετά τον Τραμπ, λένε οι περισσότεροι αναλυτές. Τι σημαίνει αυτό; Είναι ικανή η Ευρώπη να σταθεί στα πόδια της; Η ψυχρότητα με την Αμερική θα δώσει ώθηση στο σκουριασμένο όραμα της ολοκλήρωσης; Πώς μπορεί να γίνει αυτό όταν οι Βρυξέλλες καθυστερούν ακόμα -εδώ και είκοσι χρόνια- την ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων;
Όμως, κάτι θετικό αχνοφαίνεται στον ορίζοντα: Η προθυμία τού μετα-Brexit Λονδίνου να ευθυγραμμιστεί με την Ευρώπη, αντί για την Ουάσιγκτον, θα μπορούσε να είναι ένα είδος πλεονεκτήματος. Μπορεί να τονώσει την αυτοπεποίθηση και το αίσθημα της ικανοποίησης· όμως είναι αρκετό αυτό; Πώς θα πείσουν οι ευρωπαϊκές ελίτ τους λαούς που παλινδρομούν από τη μία κρίση στην άλλη ότι μπορούν να ξεμπλέξουν το κουβάρι; Και παράλληλα, πώς θα βρουν επιτέλους έναν τρόπο να διαχειριστούν τη δύσκολη, πλην αναπόδραστη, σχέση με τη Μόσχα; Πώς θα καταλάβουν ότι δεν μπορείς να σφραγίσεις την πόρτα προς την Ανατολή και την Ευρασία; Συνεπώς και συμπερασματικά, ένα μεγάλο ερώτημα μπαίνει στη συζήτηση: Είναι η ικανή η Ευρώπη για ένα υπερβατικό πολιτικό και γεωπολιτικό μπιγκ-μπανγκ; Μια «μεγάλη έκρηξη» που θα σηματοδοτεί την «επανεφεύρεση» του ευρωπαϊκού σχεδίου;
Δύο ξένοι…
Ένα βράδυ του Ιουνίου του 2024 στις Βρυξέλλες, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συγκεντρώθηκαν για να εγκρίνουν τη στρατηγική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2024-2029. Έβγαλαν μια διακήρυξη με φιλόδοξους στόχους που απέπνεε αισιοδοξία. Μιλούσε για ανθεκτικότητα, ανταγωνιστικότητα, ενότητα. «Ενότητα» απέναντι σε έναν κόσμο που καταρρέει μέσα στην αντιπαλότητα και την αβεβαιότητα. Όμως, κάτω από την κομψή γλώσσα του κειμένου, η ανησυχία ήταν έκδηλη. Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή, χωρίς τις βεβαιότητες που κάποτε όριζαν τη θέση της στον κόσμο.
Για δεκαετίες στη μεταπολεμική περίοδο, η διατλαντική συμμαχία λειτουργούσε σαν άγκυρα για την Ε.Ε. Η πρόσδεση σε αυτή την άγκυρα έχει τώρα χαλαρώσει. Το ερώτημα πια δεν είναι αν η σχέση Ευρώπης-Αμερικής θα επιστρέψει στην «οικειότητα» της προ-Τραμπ εποχής. Είναι αν το «σχέδιο Ευρώπη» μπορεί να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του σε έναν κόσμο όπου αυτή η «οικειότητα» ίσως να έχει χαθεί οριστικά. Ακόμα κι αν ο Ντόναλντ Τραμπ… εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή, οι δυνάμεις και οι διεργασίες που τον έφεραν στο προσκήνιο είναι απίθανο να εξαφανιστούν. Ο απομονωτισμός και ο προστατευτισμός δεν φαίνεται να φεύγουν από τον ορίζοντα της Αμερικής. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν ήδη καταλάβει τι γίνεται. Η αμερικανική πολιτική αστάθεια δεν είναι πια μια συγκυριακή παρέκκλιση· είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό της διμερούς σχέσης. Η φράση που κυκλοφορεί σιωπηρά στους ευρωπαϊκούς διπλωματικούς κύκλους -«το μία φορά είναι εξαίρεση, το δύο φορές είναι μοτίβο»- αποτυπώνει τη συνειδητοποίηση αυτή.
Οπωσδήποτε η διατλαντική σχέση δεν καταρρέει μέσα στην εχθρότητα. Μεταμορφώνεται σε συναλλακτική και λιγότερο στρατηγική. Οι κοινές αξίες παραμένουν, εν μέρει και η κοινή οπτική, αλλά επισκιάζονται από αποκλίνοντα ή, ακόμη χειρότερα, συγκρουόμενα συμφέροντα. Η στρατηγική εστίαση της Ουάσιγκτον έχει στραφεί προς την Ασία, ενώ η Ευρώπη παραμένει απασχολημένη στην άμεση γειτονιά της, την Ουκρανία, τη Ρωσία, τη Βόρεια Αφρική και τις μεταναστευτικές ροές από εκεί.
Αυτή η απόκλιση δεν είναι απλώς συνέπεια πολιτικών επιλογών που υπαγορεύονται από εκλογικά αποτελέσματα. Αντικατοπτρίζει βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας του κόσμου· διατηρούν ακόμη την ισχύ τους αλλά όχι τον έλεγχο. Η Ευρώπη δεν μπορεί να βασίζεται στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας με την ίδια εμπιστοσύνη που έκανε κάποτε. Έχει αρχίσει -απρόθυμα σίγουρα, αλλά αναγκαστικά- να επενδύει σε αυτό που αποκαλεί «στρατηγική αυτονομία».
Καταλύτης ή διαλύτης;
Παραδόξως, η αποδυνάμωση των διατλαντικών δεσμών μπορεί να προσφέρει στην Ευρώπη μία ευκαιρία. Η ιδέα της βαθύτερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που εδώ και καιρό είναι ένα σκουριασμένο όραμα, ανακτά επειγόντως τη σημασία της. Αυτό που κάποτε έμοιαζε με ουτοπία προβάλλει τώρα ως στρατηγική αναγκαιότητα. Οι ανησυχίες για το μέλλον σπρώχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποκαλύψει τις στρατηγικές εξαρτήσεις της Ευρώπης· η αβεβαιότητα για το μέλλον του ΝΑΤΟ έχει επιταχύνει τις συζητήσεις για κοινή στρατιωτική ικανότητα. Πρωτοβουλίες όπως οι συντονισμένες προμήθειες εξοπλισμού, η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, ακόμη και ο κοινός δανεισμός για τη χρηματοδότησή τους, δεν αποτελούν σήμερα ταμπού.
Ο αυξανόμενος προστατευτισμός από τις ΗΠΑ σε συνδυασμό με τον τεχνολογικό ανταγωνισμό από την Κίνα αναγκάζει την Ευρώπη να περιλάβει στην ατζέντα της τη χάραξη ισχυρής βιομηχανικής πολιτικής. Πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη εγχώριας παραγωγικής ικανότητας σε κρίσιμα υλικά και υποδομές, όπως ημιαγωγοί και πράσινη τεχνολογία, έχουν πια άμεση προτεραιότητα. Θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι τα πράγματα κινούνται προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης. Όμως, αυτό είναι αντικατοπτρισμός. Οι εσωτερικές διαιρέσεις επιμένουν. Η λήψη αποφάσεων συνιστά πάντα δοκιμασία για την Ευρώπη. Τα κράτη-μέλη παραμένουν επιφυλακτικά ως προς την παραχώρηση κυριαρχίας, ιδιαίτερα σε ευαίσθητους τομείς όπως η άμυνα και η εξωτερική πολιτική. Ο κίνδυνος δεν είναι μια απόλυτη αποτυχία. Είναι μια αργή στροφή προς αυτό που οι αναλυτές περιγράφουν ως «διαχειριζόμενη υποχώρηση». Δηλαδή μια Ευρώπη ενωμένη φαινομενικά αλλά κατακερματισμένη πραγματικά, ανίκανη να πετύχει ουσιαστική στρατηγική αυτονομία. Η πρόκληση, λοιπόν, δεν έγκειται σε κάποιου είδους θεσμική ανεπάρκεια· είναι κατά βάση υπαρξιακή.
Ο παράγοντας Λονδίνο
Σε αυτό το τοπίο στην ομίχλη, μια απροσδόκητη εξέλιξη προσφέρει ένα πιθανό πλεονέκτημα: Η σταδιακή «επανασύνδεση» του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη. Αν και το Brexit διέκοψε επίσημα τους δεσμούς, η γεωπολιτική πραγματικότητα φαίνεται να ωθεί το Λονδίνο πιο κοντά στις Βρυξέλλες. Η δεδηλωμένη αποστασιοποίηση του Στάρμερ από τον πόλεμο του Τραμπ στο Ιράν και η σύγκλιση με το Παρίσι και το Βερολίνο στους ρόλους που θα μπορούσε να αναλάβει η Ευρώπη για το Στενό του Ορμούζ, αποτελούν σίγουρα σοβαρό κλονισμό της παραδοσιακής σχέσης σφιχτού εναγκαλισμού ΗΠΑ-Βρετανίας. Ο γεωγραφικός παράγοντας είναι καθοριστικός. Μπορεί η Βρετανία να είναι… νησί αλλά η εγγύτητα με την Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι συνέργειες στον στρατιωτικό τομέα είναι κάτι σαν φυσικό επακόλουθο. Οι διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες μπορούν να επανασυνδέουν το Ηνωμένο Βασίλειο με τον στρατηγικό ιστό της Ευρώπης. Για την Ε.Ε. αυτό αποτελεί μια σπάνια ευκαιρία. Ευθυγραμμιζόμενη με τη Βρετανία στην άμυνα, στις στρατιωτικές πληροφορίες και στη διπλωματία, η Ευρώπη μπορεί να ενισχύσει τις δυνατότητές της αφήνοντας πίσω της την πληγή του Brexit.
Υπάρχει επίσης μία άλλη σημαντική διάσταση. Αν το Ηνωμένο Βασίλειο επιλέξει να ευθυγραμμιστεί με τα ευρωπαϊκά πρότυπα σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα χρηματοοικονομικά και η ψηφιακή διακυβέρνηση, αυτό θα ενισχύσει εντυπωσιακά τον ρόλο της Ε.Ε. ως παγκόσμιου φορέα καθορισμού ρυθμιστικών προτύπων. Το λεγόμενο «φαινόμενο των Βρυξελλών» θα μπορούσε να επεκταθεί πολύ πέραν της Ευρώπης, διαμορφώνοντας τους παγκόσμιους κανόνες και μειώνοντας την εξάρτηση από τα αμερικανικά τεχνολογικά οικοσυστήματα. Όμως, αυτή η ευκαιρία απαιτεί προϋποθέσεις. Απαιτεί ένα επίπεδο στρατηγικής συνοχής που η Ευρώπη δεν έχει καν πλησιάσει. Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο πρόδηλο αυτό όσο στη βαλτωμένη -εδώ και δεκαετίες- υπόθεση της ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων. Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για «στρατηγική αυτονομία» και εμβάθυνση της ολοκλήρωσης όταν δεν μπορείς να βάλεις σε τροχιά υλοποίησης αυτό που έχεις υποσχεθεί;

Αφήνοντας πίσω τους «Βαλκάνιους»...
Αν η Ευρώπη θέλει να «επανεφεύρει» τον εαυτό της, όπως λένε ορισμένοι, δεν μπορεί να αφήνει πίσω της εκκρεμότητες· πρέπει να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις της. Το «παρκάρισμα» των «Βαλκάνιων» στο… «περίμενε» εδώ και είκοσι χρόνια, παγιώνοντας μια κατάσταση περιρρέουσας αβεβαιότητας, το μόνο που κάνει είναι να υπονομεύει την ευρωπαϊκή αξιοπιστία.
Η Ε.Ε. αυτοπαρουσιάζεται ως πρότυπο ενότητας και προόδου και την ίδια ώρα είναι ανίκανη ή απρόθυμη να ενσωματώσει τη δική της γειτονιά στην «επικράτειά» της. Μια κατάσταση που γεννά πολλές αμφιβολίες ως προς τη σοβαρότητα των γεωπολιτικών φιλοδοξιών της. Αν δεν μπορεί να βοηθήσει τα Βαλκάνια να ενσωματωθούν, πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ότι διαμορφώνει την ευρύτερη διεθνή τάξη;
Για ορισμένους οξυδερκείς αναλυτές, το πράγμα γίνεται χειρότερο επειδή πίσω από αυτή την «αποτυχία» κρύβεται στην πραγματικότητα η αμφιθυμία και η διστακτικότητα. Ο ευρωπαϊκός σκληρός πυρήνας, επηρεασμένος από την εμπειρία της βεβιασμένης εισόδου των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών, θέλει να βεβαιωθεί ότι αυτή τη φορά θα έχει τον απόλυτο έλεγχο σε μια Ευρώπη, ντε φάκτο, δύο ταχυτήτων. Έτσι, μία νέα προσέγγιση αναδύεται. Αντί για ένα μοντέλο ένταξης του «όλα ή τίποτα», σερβίρεται η ιδέα της «σταδιακής ενσωμάτωσης». Οι υποψήφιες χώρες θα συμμετέχουν σε συγκεκριμένες πολιτικές και αγορές με βάση την πρόοδό τους στην ικανοποίηση των όρων ένταξης. Ενισχύει όμως αυτή η προσέγγιση την αίγλη του όλου εγχειρήματος ή την ξεθωριάζει ακόμη περισσότερο; Για πολλούς στην περιοχή, οι άτεγκτοι όροι της Ε.Ε. παραπέμπουν λιγότερο σε εταιρική σχέση και περισσότερο σε καταναγκασμό. Η Ευρώπη θα πρέπει να βρει τρόπους που να αμβλύνουν τις εντυπώσεις αυτές και να αποτρέπουν τις δεύτερες σκέψεις στους λαούς των Βαλκανίων. Κάτι τέτοιο θα απαιτήσει πάλι αποφασιστικότητα και βούληση. Και οπωσδήποτε μια εκ βάθρων αναπροσαρμογή όλης της πολιτικής τής διεύρυνσης. Με άλλα λόγια, μια ακόμη πρόκληση…
Ηγεμονισμός ή εξισορρόπηση;
Καμία συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί να αφήσει απέξω τη Ρωσία. Ναι, η σχέση είναι τεταμένη· υπάρχει σύγκρουση, διαφορετικές κοσμοθεωρίες, βαθιά δυσπιστία. Αλλά η γεωπολιτική πραγματικότητα είναι «εδώ». Στο μεγαλύτερο μέρος της μεταψυχροπολεμικής εποχής, η Ευρώπη προσέγγιζε τη Ρωσία μέσα από το πρίσμα της αλληλεξάρτησης, υποθέτοντας ότι οι οικονομικοί δεσμοί θα ενίσχυαν την πολιτική σύγκλιση. Αυτό το «θεώρημα» δεν επαληθεύτηκε ποτέ. Η Μόσχα απορρίπτει συλλήβδην το δυτικό μοντέλο θεωρώντας το ως μια μορφή «ηθικού ιμπεριαλισμού». Αντίθετα, τοποθετείται ως αυτόνομος πόλος στον σύγχρονο πολυπολικό κόσμο.
Η απόκλιση γεννά και συντηρεί κρίσεις που συχνά επιδεινώνονται από τις απρόβλεπτες πολιτικές μετατοπίσεις εντός των κρατών-μελών. Με άλλα λόγια, οι εκλογές που φέρνουν στην εξουσία πολιτικούς παράγοντες, οι οποίοι θεωρούνται φίλα προσκείμενοι στη Μόσχα, προκαλούν πανικό δείχνοντας πόσο πραγματικά λίγη αυτοπεποίθηση έχουν οι ιθύνοντες του ευρωπαϊκού σχεδίου. Για να σπάσει αυτόν τον κύκλο, η Ευρώπη χρειάζεται μια σταθερή προσέγγιση που να συνδυάζει τη βούληση με τον πραγματισμό. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να «απομονώσει» την εξωτερική πολιτικής της από τις εξελίξεις και διεργασίες που συντελούνται σε εθνικό επίπεδο. Χρειάζεται ένα νέο μοντέλο πραγματισμού για τη σχέση με τη Ρωσία που θα ορίζεται από «διαχειριζόμενο ανταγωνισμό» και επιλεκτική εμπλοκή. Δεν είναι βέβαια μια ιδανική λύση αυτό, αλλά μπορεί να είναι η μόνη ρεαλιστική.
Στον πυρήνα όλων των παραπάνω προκλήσεων βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα φιλοσοφικού χαρακτήρα: Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να επανεφεύρει τον εαυτό της; Εξαρτάται μόνο από τις πολιτικές αποφάσεις αυτό, ή μήπως και από την αφήγηση; Στον γενετικό κώδικά της η Ε.Ε. εμφανίζεται ως ειρηνευτικό σχέδιο. Ορίζεται από μια απλή ιδέα. Η ειρήνη στην Ευρώπη ύστερα από δύο φονικούς και καταστροφικούς πολέμους στον 20ό αιώνα θα κυριαρχήσει μέσω της ευημερίας, της ενιαίας αγοράς, της οικονομικής ολοκλήρωσης. Αυτή η αφήγηση δεν αντηχεί πλέον δυνατά, τουλάχιστον όχι τόσο όσο παλαιότερα. Χρειάζεται να ειπωθεί μια νέα «ιστορία» που θα μιλά για ανθεκτικότητα, αυτονομία, εξισορρόπηση, ρυθμιστική παρέμβαση. Μια «ιστορία» που θα εμφανίζει την Ευρώπη όχι ως παθητικό ωφελούμενο του εξαγωγικού εμπορίου της αλλά ως ενεργό διαμορφωτή του δικού της πεπρωμένου. Μια «ιστορία» που θα είναι συγχρόνως και διαμορφωτής της νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η αφήγηση θα πρέπει επίσης να έχει απήχηση στους πολίτες, κυρίως σε αυτούς. Πρέπει να συνδέει έννοιες όπως η εθνική κυριαρχία, η ανθεκτικότητα, τα ρυθμιστικά πλαίσια, με καθημερινές ανησυχίες, όπως η οικονομική σταθερότητα, η ποιότητα ζωής, η δημόσια υγεία και παιδεία, η στέγαση, η ασφάλεια. Χωρίς λαϊκή υποστήριξη, το ευρωπαϊκό σχέδιο είναι χαμένο.
Καθώς η διαδικασία προς αυτό τον μετασχηματισμό επιταχύνεται, μπαίνει ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα: Πρέπει η Ευρώπη να επιδιώξει να γίνει μια συνεκτική δύναμη για να διαμορφώσει δυναμικά την παγκόσμια τάξη; Ή μήπως πρέπει να επικεντρωθεί στην εξισορρόπηση μεταξύ μεγαλύτερων δυνάμεων, διατηρώντας την αυτονομία της; Στην πραγματικότητα, η επιλογή δεν είναι μεταξύ ενός «ναι» κι ενός «όχι», μεταξύ «άσπρου»-«μαύρου». Γιατί να μην θεωρείται ρεαλιστική και η ιδέα ενός «τρίτου δρόμου»; Αυτονομία, ενίσχυση της εσωτερικής συνοχής και του εσωτερικού παραγωγικού δυναμικού, δέσμευση στην πολυμέρεια ως ιερή παρακαταθήκη, απεμπόληση των ξένων προς τον χαρακτήρα της ηγεμονικών φιλοδοξιών, υιοθέτηση του φιλικού προς την ιστορική φυσιογνωμία της, παγκόσμια εξισορροπητικού και ρυθμιστικού ρόλου της. Προσοχή: Η σημαντικότερη πρόκληση είναι να αποφευχθεί η παγίδα της αναποφασιστικότητας.
Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: Είναι η σημερινή Ευρώπη ικανή για μια υπερβατική πολιτική και γεωπολιτική «μεγάλη έκρηξη»; Η απάντηση δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη. Όμως, για πρώτη φορά -ίσως σε όλη τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία- η απάντηση δεν μπορεί να αναβάλλεται περισσότερο.
