Με τη Μέση Ανατολή στην κόψη του ξυραφιού, παρά την εκεχειρία που ανακοινώθηκε αργά το βράδυ της Τρίτης -παρατείνοντας την αβεβαιότητα για την απώτερη κατάληξη της σύγκρουσης-, η διπλωματία δείχνει σαν να έχει εξαφανιστεί. Στην πραγματικότητα, όμως, συμβαίνει κάτι άλλο: Μια ανέλπιστη και παράδοξη… «μετανάστευση».
Μακριά από τα γνωστά κανάλια των μέχρι πρότινος δραστήριων μεσολαβητών του Περσικού Κόλπου -και εν μέρει των ευρωπαϊκών παρασκηνίων- κάνει εκ νέου την εμφάνισή της στο ταραγμένο μεσανατολικό τοπίο αλλά σε λιγότερο αναμενόμενες πρωτεύουσες: Τη Δαμασκό και το Ισλαμαμπάντ.
Το τελευταίο διάστημα, ο υπό τις ευλογίες της Ουάσιγκτον νέος ισχυρός άνδρας της Συρίας, ο Άχμεντ Αλ Σαράα, έχει υιοθετήσει εμφανώς συγκρατημένο τόνο στα καταιγιστικά τεκταινόμενα κρατώντας τη χώρα του σε απόσταση από τη σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ με το Ιράν. Ταυτόχρονα, το Πακιστάν -που θεωρείται εδώ και καιρό περιφερειακός παράγοντας στη γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής- έχει αναδειχθεί ως ο κρίσιμος ενδιάμεσος. Πέτυχε μάλιστα το ακατόρθωτο -μια εκεχειρία- αξιοποιώντας τους δεσμούς του τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Τεχεράνη.
Συνδυαστικά, αυτές οι εξελίξεις εγείρουν ένα ευφάνταστο όσο και προκλητικό ερώτημα: Θα μπορούσαν η Συρία και το Πακιστάν, δύο κράτη που έχουν συνδεθεί «παραδοσιακά» με καταστάσεις αστάθειας, να εξελιχθούν σε παράγοντες εξισορρόπησης σε μια ταχέως αποσυντιθέμενη περιφερειακή τάξη; Και αν ναι, διαθέτουν πέρα από το κίνητρο, την ικανότητα να διαδραματίσουν έναν τέτοιο ρόλο;
Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ένα καθοριστικό στοιχείο σε αυτή τη συζήτηση: Πίσω και από τις δύο αυτές χώρες βρίσκεται ένας τρίτος κομβικός παράγοντας, η Κίνα. Η σιωπηλή αλλά επίμονη υποστήριξή της για διπλωματικές πρωτοβουλίες υποδηλώνει μια ευρύτερη στρατηγική φιλοδοξία της. Αν όχι να επεκτείνει το αποτύπωμά της στην περιοχή -υπό όρους βέβαια πολύ διαφορετικούς από εκείνους του αμερικανικού στρατοκεντρικού ηγεμονισμού- οπωσδήποτε να μην αφήσει, όπως χαρακτηριστικά είχε πει κάποτε ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Ουάνγκ Γι, να κρατά μόνιμα… το μικρόφωνο κάποιος άλλος στα χέρια του. Όπως αποκάλυψαν οι New York Times, o Ουάνγκ ήταν ο άνθρωπος-κλειδί που με αλλεπάλληλα τηλεφωνήματά του έπεισε το Ιράν να αποδεχθεί την εκεχειρία.
Αναζητώντας διεξόδους
Στο φόντο αυτών των διαφαινόμενων μετατοπίσεων υπάρχει βέβαια μια σύγκρουση που δεν δείχνει σημάδια γρήγορης επίλυσης. Αλίμονο, πρόκειται για έναν ολομέτωπο πόλεμο που έχει προκαλέσει σοκ στις αγορές ενέργειας, έχει διαταράξει τη ροή του πετρελαίου μέσω του Στενού του Ορμούζ, έχει προκαλέσει φόβους για ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη και έχει βγάλει από το συρτάρι τα πιο ζοφερά σενάρια για την παγκόσμια οικονομία.
Αντιφατικά μηνύματα από την Ουάσιγκτον το μόνο που πέτυχαν μέχρι στιγμής ήταν να κάνουν μεγαλύτερη και βαθύτερη την αβεβαιότητα. Οι στρατιωτικές αναπτύξεις συνεχίζονταν, ακόμη και την ώρα που υποτίθεται γίνονταν συζητήσεις για αποκλιμάκωση. Το Ιράν, από την πλευρά του, είχε εξαπολύσει απειλές κατά των εταιρικών συμφερόντων των ΗΠΑ σε όλη την περιοχή, σηκώνοντας τη δική του σημαία εκφοβισμού.
Μέσα σε αυτή την τρικυμία, οι παραδοσιακοί μεσολαβητές… σήκωσαν τα χέρια. Ο ρόλος του Ομάν έχει περιοριστεί εν μέσω των εντάσεων με την Ουάσιγκτον λόγω της μη έγκαιρης ενημέρωσής του για τα σχέδια του Τραμπ να επιτεθεί. Το Κατάρ από την άλλη, έχοντας δεχτεί σοβαρά πλήγματα στην ενεργειακή βιομηχανία του -στην παραγωγή LNG συγκεκριμένα- έχει επικεντρωθεί στις δικές του ανησυχίες αυτοπροστασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα διπλωματικό κενό που φαίνεται ότι προσπαθούν τώρα να καλύψουν «μη παραδοσιακοί» παράγοντες.
Για τη Συρία, η ιδέα να λειτουργήσει ως σταθεροποιητική δύναμη θα φαινόταν απίθανη πριν από λίγο καιρό. Μετά από περισσότερο από μία δεκαετία εμφυλίου πολέμου, ξένων επεμβάσεων και οικονομικής κατάρρευσης, η χώρα παραμένει βαθιά τραυματισμένη. Οι υποδομές της είναι διαλυμένες, οι θεσμοί της εύθραυστοι, η διεθνής θέση της αμφίβολη.
Ωστόσο, ακριβώς αυτή η κατάσταση πραγμάτων μπορεί να είναι μια ευκαιρία για δραστική αλλαγή στρατηγικής. Μιλώντας στο Λονδίνο στα τέλη του περασμένου μήνα -σε ένα πάνελ της έγκριτης βρετανικής δεξαμενής σκέψης Chatham House- ο Πρόεδρος Αλ Σαράα ξεδίπλωσε το όραμά του για μια «κανονικοποίηση» που δεν μπορεί να καθυστερήσει άλλο. «Δεκατέσσερα χρόνια πολέμου είναι αρκετά» είπε με έμφαση, ξεκαθαρίζοντας πως η Συρία δεν θα εμπλακεί στον πόλεμο με το Ιράν εκτός αν δεχθεί άμεση επίθεση.
H θέση αυτή όσο και ο ρεαλιστικός τόνος της προσέγγισής του προκάλεσαν αίσθηση. Ερμηνεύτηκαν ως κάτι περισσότερο από ουδετερότητα. Ως μια συνειδητή προσπάθεια ανάκτησης του ελέγχου και των προοπτικών της χώρας στη μετα-Άσαντ εποχή. Μένοντας έξω από τον πόλεμο, η Συρία σηματοδοτεί ότι δεν βλέπει πλέον τα συμφέροντά της ως αυτομάτως ευθυγραμμιζόμενα με οποιονδήποτε «άξονα» τοπικού ηγεμονισμού.
Προφανώς, η πιο λεπτή πτυχή αυτής της αναπροσαρμογής αφορά το Ιράν. Ο Αλ Σαράα αναγνώρισε τον κεντρικό ρόλο της Τεχεράνης στη στήριξη του καθεστώτος Άσαντ αλλά διαχώρισε προσεκτικά το παρελθόν από το παρόν. Το «παράπονο» της Συρίας, είπε, δεν έγκειται στο Ιράν ως κράτος αλλά στις πράξεις του εντός της συριακής επικράτειας. Αυτή η διάκριση δημιουργεί χώρο για μια μελλοντική σχέση που δεν θα είναι ούτε εκείνη του δορυφόρου, ούτε ανοιχτά εχθρική.
Σημειώνεται πως η Δαμασκός έχει αποφύγει μέχρι στιγμής να αποκαταστήσει πλήρως τους δεσμούς της με την Τεχεράνη σε μια ένδειξη ότι επιδιώκει μεγαλύτερη αυτονομία στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της. Αυτή η αποφυγή συνιστά από μόνη της «διακήρυξη» αυτονομίας.

Χαράσσοντας τα νέα όρια
Η «επαναπροσδιορισμός» της θέσης της Συρίας στην τοπική σκακιέρα είναι ίσως πιο εμφανής στη στάση της απέναντι στη Χεζμπολάχ. Κάποτε το συριακό έδαφος ήταν ο βασικός «αγωγός» παροχέτευσης ιρανικών όπλων προς τη λιβανέζικη ένοπλη ομάδα· η Συρία δείχνει τώρα πρόθυμη να διακόψει αυτή τη ροή.
Ο Αλ Σαράα περιέγραψε τη Χεζμπολάχ ως «ενεργό εταίρο» στη βία που σάρωσε τη χώρα του στα χρόνια του εμφυλίου εκφράζοντας εμμέσως τη βαθιά δυσαρέσκειά του για τον ρόλο της στη σύγκρουση. Ωστόσο, αντί να καταφύγει στη λογική της εχθρότητας και στη ρητορική τής αντιπαράθεσης, έδωσε έμφαση στον έλεγχο των συνόρων και στην ανάσχεση της ροής οπλισμού σηματοδοτώντας τη ρήξη με τους πληρεξούσιους της Τεχεράνης.
Αν πράγματι εφαρμοστούν τέτοια μέτρα, θα έχουν ευρύτερες επιπτώσεις. Όχι μόνο θα αλλάξουν τη στρατηγική ισορροπία στον Λίβανο αλλά και θα ευθυγραμμίσουν τη Συρία πιο στενά με τις δυτικές προτεραιότητες περιορισμού της εμβέλειας των πληρεξούσιων ένοπλων ομάδων.
Το κατά πόσο η χώρα διαθέτει την ικανότητα να επιβάλει αυτές τις δεσμεύσεις παραμένει αβέβαιο. Ο εμφύλιος έχει αποδυναμώσει τους θεσμούς και τους μηχανισμούς εξουσίας και τα εναπομείναντα ένοπλα δίκτυα που συνδέονται με το Ιράν ενδέχεται να αντισταθούν. Ωστόσο, το ίδιο το μήνυμα είναι σημαντικό: Η Δαμασκός προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της. Από παράγοντας που διευκόλυνε τις συγκρούσεις δια πληρεξουσίων μετατρέπεται σε πιθανό «διώκτη» τους.
Για το Ισραήλ, μια Συρία λιγότερο εμπλεκόμενη με το Ιράν θα μπορούσε να μειώσει τις απειλές κατά μήκος των βόρειων συνόρων του. Για τη Συρία, η συνεργασία με το εβραϊκό κράτος προσφέρει μια πορεία, όσο αβέβαιη κι αν είναι, προς περαιτέρω διεθνή αποδοχή και, πιθανώς, οικονομική ανάκαμψη.
Τα εμπόδια είναι ακόμη τεράστια. Η αμοιβαία δυσπιστία είναι βαθιά, η εσωτερική αντίθεση και στις δύο χώρες είναι σημαντική και ο ευρύτερος περιφερειακός πόλεμος περιπλέκει οποιαδήποτε διμερή προσέγγιση. Ωστόσο, η συρο-ισραηλινή προσέγγιση αντανακλά μια μεταβαλλόμενη γεωπολιτική λογική: Σε μια περιοχή διαποτισμένη από θανάσιμες έχθρες, ακόμη και μακροχρόνιοι αντίπαλοι μπορεί να βρουν κίνητρα για να εξερευνήσουν τις δυνατότητες μιας περιορισμένης εξομάλυνσης.
Απρόσμενη ανάδυση
Κι ενώ η Συρία βρίσκεται σε φάση επαναπροσδιορισμού δημιουργώντας θετικές εντυπώσεις, ένας άλλος παίκτης φαίνεται να τις κερδίζει. Το Πακιστάν πήρε επάξια τη σκυτάλη του ενεργού μεσάζοντα από το Κατάρ στη σύγκρουση, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες μέσα από πολλά κανάλια διαμεσολάβησης. Τουλάχιστον για την ώρα, η προσπάθειά του ευοδώθηκε.
Το Ισλαμαμπάντ, που κάποτε θεωρείτο «προβληματικός εταίρος» στις δυτικές πρωτεύουσες, διανύει περίοδο ταχείας μεταμόρφωσης. Μέσω ενός συνδυασμού συνεργασίας σε στρατιωτικό επίπεδο, πολιτικής προσέγγισης και στρατηγικής ευθυγράμμισης έχει αποκαταστήσει τη σχέση του με την Ουάσιγκτον, διατηρώντας παράλληλα λειτουργικούς δεσμούς με την Τεχεράνη. Αυτή η διπλή πρόσβαση είναι σπάνια και πολύτιμη.
Το Πακιστάν έχει ήδη τοποθετηθεί ως οικοδεσπότης πιθανών απευθείας συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν ανταλλάσσοντας μηνύματα μεταξύ των δύο πλευρών και συντονίζοντας πρωτοβουλίες με περιφερειακούς παράγοντες, όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ισάκ Νταρ, που είναι και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρόεδρος της Γερουσίας, έχει ασχοληθεί προσωπικά με τη διαμεσολάβηση ενώ η πανίσχυρη στρατιωτική ηγεσία -που παραμένει πάντα καθοριστικός παράγοντας στο πλαίσιο του πακιστανικού πολιτικού συστήματος- έχει διατηρήσει άμεσους διαύλους επικοινωνίας με Αμερικανούς αξιωματούχους.
Τις ώρες πριν από την ανακοίνωση της εκεχειρίας, λίγο μετά τις ωμές απειλές του Τραμπ περί επικείμενης «εξαφάνισης ενός μεγάλου πολιτισμού», είχαν ήδη γίνει ορατά κάποια μικρά σημάδια ελπίδας από το Πακιστάν. Μιλώντας ανώνυμα στο BBC, πακιστανική πηγή είχε πει πως παρά τις απειλές οι συνομιλίες συνεχίζονταν «με γρήγορο βηματισμό».
Η πακιστανική διαπραγματευτική ομάδα αποτελούνταν από «έναν πολύ μικρό κύκλο» ανθρώπων και η ατμόσφαιρα στις διαπραγματεύσεις ήταν «ζοφερή και δύσκολη αλλά εξακολουθούσε να είναι ελπιδοφόρα». «Απομένουν λίγες ώρες ως την παύση των εχθροπραξιών» είχε πει στο βρετανικό δίκτυο η συγκεκριμένη πηγή.
Το Πακιστάν διατηρεί μια ιστορικά σταθερή σχέση με το Ιράν, και το πολιτικό κατεστημένο στο Ισλαμαμπάντ τη χαρακτηρίζει συχνά «αδελφική». Από την άλλη, το στρατιωτικό κατεστημένο έχει αναπτύξει πολύ καλή σχέση με τον Τραμπ. Μάλιστα, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει αναφερθεί στον αρχηγό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, ως τον «αγαπημένο» του στρατηγό, λέγοντας πως γνωρίζει το Ιράν «καλύτερα από τους περισσότερους».
Αρκετοί παράγοντες συνηγορούν υπέρ του ρόλου του Πακιστάν ως εξισορροπητικού παράγοντα στο μεσανατολικό τοπίο. Η χώρα μοιράζεται μια μεγάλη σε μήκος συνοριογραμμή με το Ιράν, κάτι που σημαίνει ότι έχει ζωτικό συμφέρον να αποτρέψει κλιμάκωση της σύγκρουσης. Έχει επίσης έναν από τους μεγαλύτερους σιιτικούς πληθυσμούς στον κόσμο εκτός Ιράν, κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο για την εσωτερική σταθερότητα που εξαρτάται άμεσα από την αποφυγή θρησκευτικών εντάσεων. Ταυτόχρονα, οι στενοί δεσμοί με τη Σαουδική Αραβία, με την οποία έχει συνάψει αμυντική συμφωνία, ενισχύουν τον ρόλο του ως γέφυρα μεταξύ των δύο καίριων ανταγωνιστικών μπλοκ του Περσικού.
Υπάρχει, όμως, κι ένα ιστορικό στοιχείο: Το Ισλαμαμπάντ έπαιξε σιωπηλό αλλά καθοριστικό ρόλο στη διευκόλυνση της διπλωματικής προσέγγισης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η οποία άνοιξε τον δρόμο για το ιστορικό ταξίδι του Προέδρου Νίξον στο Πεκίνο το 1972. Την περίοδο 1969-1971, η πακιστανική ηγεσία και ιδιαίτερα ο Πρόεδρος Γιαχία Καν μετέφερε μυστικά μηνύματα μεταξύ των Νίξον-Κίσινγκερ και του Κινέζου πρωθυπουργού Τσου Εν Λάι διευκολύνοντας την αμερικανο-κινεζική προσέγγιση. Σήμερα το Πακιστάν φαίνεται πρόθυμο να αναβιώσει αυτή την παράδοση.

Ο ρόλος που επιδιώκει η Κίνα στην περιοχή
Κοινός παρονομαστής της στρατηγικής επανατοποθέτησης της Συρίας και του μεσολαβητικού ακτιβισμού του Πακιστάν
Το Πεκίνο έχει υποστηρίξει δημοσίως τις εκκλήσεις για κατάπαυση του πυρός και διάλογο, συνεργαζόμενο στενά με τον γνώριμο εταίρο του, το Πακιστάν. Στόχος του η προώθηση ενός διπλωματικού πλαισίου που επικεντρώνεται στον σεβασμό της εδαφικής κυριαρχίας, την προστασία κρίσιμων υποδομών, την ασφάλεια των ενεργειακών ροών.
Η προσέγγιση της Κίνας είναι χαρακτηριστικά διακριτική. Αντί να ηγείται άμεσα των προσπαθειών για διαμεσολάβηση, αναθέτει τον ρόλο αυτό στους εταίρους της, κυρίως στο Πακιστάν. Η στρατηγική της εξυπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς. Επιτρέπει στο Πεκίνο να επεκτείνει το αποτύπωμά του χωρίς να εμπλέκεται άμεσα στην επίπονη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, το αποτέλεσμα της οποίας δεν είναι ποτέ εγγυημένο και η αποτυχία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εικόνα του μεσολαβητή. Είναι προτιμότερο για την Κίνα να ενισχύει την εικόνα της ως θιασώτη της σταθερότητας και του ασφαλούς εμπορίου και των οφελών του, παρά να διευθύνει την άμεση διαπραγματευτική διαδικασία που είναι αντικειμενικά δύσκολο.
Η «εξ αποστάσεως» εμπλοκή μαρτυρά ισχυρή οξυδέρκεια ως προς την ευρύτερη στροφή της Μέσης Ανατολής σε μια επίσης πολυπολική γεωπολιτική «ενότητα» όπου οι εξωγενείς δυνάμεις ανταγωνίζονται, όχι μόνο μέσω στρατιωτικής παρουσίας αλλά και μέσω διπλωματικής «χωροταξίας».
Τόσο για τη Συρία όσο και για το Πακιστάν η ελκυστικότητα του να ενεργούν ως παράγοντες εξισορρόπησης είναι σαφής. Τους προσφέρει μια πορεία προς τη διεθνή αναγνώριση, την οικονομική ευκαιρία, τη στρατηγική αυτονομία. Βέβαια, η Μέση Ανατολή είναι αναμφίβολα μια περιοχή όπου απροσδόκητοι παράγοντες μπορούν να αναδυθούν αιφνιδίως και εξίσου γρήγορα να υποχωρήσουν. Αυτό το μοτίβο θα μπορούσε να έχει εφαρμογή και στους δύο νεόκοπους παίκτες. Είναι ενδιαφέροντες, τα κίνητρά τους είναι εύλογα αλλά η μελλοντική πορεία τους κάθε άλλο παρά βέβαιη είναι.
Ωστόσο, σε μια στιγμή τόσο ακραία επικίνδυνη, χωρίς κανένα πλάνο για την επόμενη μέρα, οι προσπάθειές τους όχι μόνο έχουν σημασία αλλά είναι και αναγκαίες. Αν μη τι άλλο, αντανακλούν μια ευρύτερη αλήθεια για το τρέχον ομιχλώδες γεωπολιτικό τοπίο: Ακόμη και στη σκιά του πολέμου, στο περιθώριο της κλιμάκωσης και των εντεινόμενων απειλών, η διπλωματία μπορεί να προσαρμοστεί, να εξελιχθεί και να πετύχει τους στόχους της μέσα από νέες διόδους επικοινωνίας και συνέργειας.
