Με την καθαρή ήττα της κυβέρνησης Μελόνι στο δημοψήφισμα για τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης, αποσοβήθηκε μια προσπάθεια ελέγχου της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική, ενώ η υψηλή συμμετοχή, ιδίως των νέων, έδειξε πως υπάρχουν κοινωνικά δημοκρατικά αντισώματα στις αυταρχικές παρεκτροπές της Δεξιάς. Ταυτόχρονα, άνοιξε η συζήτηση για τον τρόπο συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων στις εθνικές εκλογές του 2027.
Τρεις αποπομπές
Με φρέσκο το 53,47% σε βάρος της, η Μελόνι έκανε ό,τι συνηθίζεται για να παραμένει αλώβητο το γόητρο του ηγέτη: καρατόμησε τρία κυβερνητικά στελέχη, που ήδη αντιμετωπίζονταν ως «σάπια μήλα». Οι παραιτήσεις-αποπομπές ξεκίνησαν από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Πρώτος, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Αντρέα Ντελ Μάστρο, όχι επειδή δήλωσε ότι «οι κρατούμενοι δεν πρέπει να αναπνέουν», αλλά γιατί ήταν πλέον αφόρητος ο συνεταιρισμός του, σε εστιατόριο της Ρώμης, με τη 18χρονη κόρη ενός αμετάκλητα καταδικασμένου για εγκλήματα Μαφίας… Ακολούθησε η Τζούζι Μπαρτολότσι, πανίσχυρη επικεφαλής του γραφείου του υπουργού Δικαιοσύνης, που δεν αποπέμφθηκε όταν οργάνωσε τη φυγάδευση στη Λιβύη, με κρατικό αεροσκάφος, του βασανιστή Αλμάσρι, αλλά πλήρωσε τον χαρακτηρισμό των δικαστικών ως «εκτελεστικό απόσπασμα», την ημέρα που η Μελόνι μιλούσε υπέρ του «ναι»… Η Ντανιέλα Σαντακέ, υπουργός Τουρισμού, υπόδικη για σειρά οικονομικών σκανδάλων, παραιτήθηκε μία μέρα μετά τη δημόσια προτροπή της πρωθυπουργού να αποχωρήσει... Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών στους Αδελφούς της Ιταλίας, ξεκίνησε… Ακολούθησε η μπερλουσκονική Φόρτσα Ιτάλια, όπου οι παραιτήσεις υποβλήθηκαν μετά από αίτημα της κόρης του ιδρυτή, Μαρίνας...
Συντριπτική ήττα στις μεγάλες πόλεις
Η κυβερνητική ήττα δεν ήταν καθόλου οριακή, καθώς με το «ναι» είχαν συνταχθεί και αντικυβερνητικές πολιτικές δυνάμεις (Ρέντσι, Καλέντα, +Europa). Οι δύο εκατομμύρια περισσότεροι ψηφοφόροι του «όχι», απλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Το κυβερνητικό μέτωπο του «ναι» έχασε στις 10 μεγαλύτερες πόλεις, ενώ στις 138 πόλεις με περισσότερους από 50.000 κατοίκους, το αντιπολιτευτικό μέτωπο του «όχι» επικράτησε στις 124, η κυβέρνηση μόλις σε 14. Όπως και στις τελευταίες εκλογές, όπου επικράτησε από τον συνδυασμό πολυδιάσπασης της αντιπολίτευσης και εκλογικού νόμου, ο συνασπισμός Μελόνι-Ταγιάνι-Σαλβίνι δείχνει πως δεν έχει την πλειοψηφία στη χώρα.
Προέχει το πρόγραμμα
Ο κυβερνητικός συνασπισμός επικράτησε, οριακά, μόνο στις μεγάλες ηλικίες. Χάνει στις δυναμικές ηλικίες και στους νέους, οι οποίοι υπερέβησαν τα κυβερνητικά εμπόδια σε βάρος των ετεροδημοτών· ταξίδεψαν από τον Βορρά στον Νότο για να πουν «όχι» στις δεξιές πολιτικές - η γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος Έλι Σλέιν απέδωσε σε αυτούς τη νίκη. Η αύξηση της συμμετοχής σε επίπεδα θετικού ρεκόρ, 58,93% (πάνω από 66% στις «κόκκινες» περιοχές της Εμίλια Ρομάνια και Τοσκάνης), η προσέλευση στις κάλπες πολιτών, που έως τώρα επέλεγαν την αποχή, δείχνει πως υπάρχει ένα κρίσιμο ποσοστό που αντιστέκεται στη Δεξιά. Ωστόσο, όπως έγραψε το Il Manifesto, «δεν είναι δεδομένο ότι αυτή η κινητοποίηση κατά της Δεξιάς είναι αυτονόητη και επαναλήψιμη».
Το συναισθάνθηκε εξαρχής το Δημοκρατικό Κόμμα. Επισημαίνοντας πως ήταν περισσότεροι οι δεξιοί ψηφοφόροι που ψήφισαν «όχι» στην κυβερνητική πρόταση, παρά το ανάποδο· η Σλέιν έθεσε εξαρχής στόχο για τη «βέβαιη» νίκη στις εθνικές εκλογές, τη συγκρότηση προγράμματος «μαζί με τις άλλες προοδευτικές δυνάμεις. Το Δημοκρατικό Κόμμα θα βρει τους τρόπους» είπε. «Εμείς συνεχίζουμε να είμαστε ξεροκέφαλα ενωτικοί».
Το μήνυμα αφορούσε πρωτίστως τον Τζουζέπε Κόντε (Κίνημα 5 Αστέρων), που έσπευσε να θέσει ζήτημα διεξαγωγής προκριματικών εκλογών για την ανάδειξη υποψήφιου πρωθυπουργού. «Πάντα έλεγα ότι σε περίπτωση προκριματικών εκλογών θα ήμουν απολύτως διαθέσιμη» είπε η Σλέιν. Παράλληλα, όμως, οι στενοί συνεργάτες της έδειξαν την ενόχλησή τους για τη σπουδή του Κόντε. «Πρέπει να επανατοποθετήσουμε τα πανιά της Κεντροαριστεράς: πρέπει να οικοδομήσουμε μια συνταγματική συμμαχία, διαφορετική από εκείνη που μας έδωσε τη νίκη στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές» δήλωσε ο Αντρέα Ορλάντο, τονίζοντας πως πρώτα πρέπει «να καθοριστεί μια συνεκτική προγραμματική γραμμή». Ο Ιγκόρ Ταρούφι, δεξί χέρι της γραμματέως, συμπλήρωσε πως προέχει να απευθυνθούμε «σε εκείνους τους περίπου 2 εκατομμύρια ψηφοφόρους που ψήφισαν “όχι”, αλλά δεν είχαν ψηφίσει κανένα από τα κόμματα της Κεντροαριστεράς». Η ίδια η Σλέιν εστίασε στην ανάγκη «να ξαναχτίσουμε μια σχέση εμπιστοσύνης και εγγύτητας με αυτούς τους ανθρώπους. Ποιες προτάσεις πρέπει να προωθήσουμε», έθεσε ρητορικά το ερώτημα προτρέποντας «να μην πέσουμε σε έναν πολιτικίστικο διάλογο».
Αντίθετη στις προκριματικές εμφανίστηκε και η δήμαρχος της Γένοβας Σίλβια Σάλις, για κάποιους η καταλληλότερη ως επικεφαλής ενός προοδευτικού συνασπισμού. Είναι «διχαστικές, υποχρεώνουν σε προεκλογική εκστρατεία του ενός εναντίον του άλλου, αναδεικνύονται ζητήματα τα οποία στη συνέχεια η Δεξιά χρησιμοποιεί στην εκστρατεία της» είπε. «Η χώρα έχει ανάγκη να διαβάσει το πρόγραμμα της προοδευτικής συμμαχίας, όχι να μάθει πότε θα γίνουν οι προκριματικές» είπε, περιγράφοντας ως προτεραιότητα τις θέσεις για εργασία, ασφάλεια, εκπαίδευση και φορολογική επιβάρυνση. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική -όπου διαπιστώνονται οι μεγαλύτερες διαφορές με το Κ5Α- η Σάλις θύμισε πως «ούτε αυτή η κυβέρνηση είναι ευθυγραμμισμένη, αλλά όταν αναλαμβάνεις τη διακυβέρνηση πρέπει να κάνεις μια σύνθεση».
Πάντως, η συζήτηση έχει ανοίξει. Όλοι γνωρίζουν πως πρέπει να λυθούν κρίσιμα διαδικαστικά των προκριματικών: Ψηφοφορία με φυσική παρουσία ή και διαδικτυακά, όπως θέλουν στο Κ5Α; Με προεγγεγραμμένους ψηφοφόρους ή ανοιχτές σε όλους; Θα προβλέπεται η υπογραφή μανιφέστου του προοδευτικού χώρου; Ενός ή δύο γύρων; «Θα δούμε», απαντούν λακωνικά από το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ οι πρώτοι υποψήφιοι (αυτο)προτείνονται: ο κεντροαριστερός Ερνέστο Μαρία Ρουφίνι, ο συντονιστής του Progetto Civico, δημοτικός σύμβουλος της Ρώμης Αλεσάντρο Ονοράτο. Στο βάθος υπάρχει το χαρτί ενός νέου εκλογικού νόμου από τη Μελόνι.
