Το σκηνικό μοιάζει γνώριμο. Νέοι γύροι διπλωματικών επαφών ξεκινούν και ολοκληρώνονται χωρίς να καταλήγουν σε απτά αποτελέσματα. Καμία από τις δύο πλευρές δεν μιλά πια για πρόοδο. Στο παρασκήνιο, ωστόσο, η διαδικασία παραμένει ενεργή, με τους διαπραγματευτές να εξετάζουν σενάρια που θα μπορούσαν να μετακινήσουν έστω και λίγο τις παγιωμένες θέσεις.
Στον πυρήνα των συζητήσεων βρίσκεται πάντα το εδαφικό ζήτημα. Η Μόσχα επιμένει ότι κάθε συμφωνία θα πρέπει να αναγνωρίζει την πραγματικότητα όπως έχει διαμορφωθεί στα πεδία των μαχών προσφέροντάς της ακόμα και το μικρό τμήμα της περιφέρειας του Ντονέτσκ που οι δυνάμεις της δεν έχουν ακόμα καταλάβει. Έτσι στο επίκεντρο βρίσκεται μια εκτεταμένη λωρίδα γης ανάμεσα στα διοικητικά όρια της περιφέρειας και στη σημερινή γραμμή του μετώπου, όπου βρίσκονται δεκάδες πόλεις και χωριά. Παρότι γεωγραφικά πρόκειται για περιορισμένο τμήμα, η σημασία του θεωρείται κρίσιμη καθώς επηρεάζει άμεσα τόσο τις στρατιωτικές ισορροπίες όσο και το πολιτικό πλαίσιο μιας πιθανής διευθέτησης.
Το Κίεβο, από την πλευρά του, απορρίπτει σταθερά κάθε προοπτική παραχώρησης εδαφών. Θεωρεί πως μια τέτοια εξέλιξη δεν θα οδηγούσε σε βιώσιμη ειρήνη αλλά θα αύξανε τις πιθανότητες μελλοντικών συγκρούσεων. Βασικός φόβος του παραμένει βέβαια πως οποιαδήποτε υποχώρηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως αδυναμία με συνέπειες που θα υπερέβαιναν κατά πολύ το πεδίο της σημερινής σύγκρουσης.
Η ουδέτερη ζώνη και οι εγγυήσεις ασφάλειας
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συνομιλίες στρέφονται προς πιο σύνθετες φόρμουλες. Μεταξύ των ιδεών που επανέρχονται ξανά και ξανά είναι η δημιουργία μιας «αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης», μια διευρυμένη no man’s land κατά την ορολογία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα σκοντάφτει πάντα σε μια σειρά πρακτικά προβλήματα: ποιος θα διοικεί, ποιος θα είναι υπεύθυνος για την αστυνόμευση και, κυρίως, ποιος θα εγγυάται την τήρηση των όρων.
Από ρωσικής πλευράς έχουν διατυπωθεί θέσεις που αφήνουν αρκετά περιθώρια ευελιξίας. Αντίθετα, η Ουκρανία επιμένει στην ανάγκη διεθνούς επιτήρησης, θεωρώντας ότι μόνο μια πολυεθνική παρουσία θα μπορούσε να προσδώσει αξιοπιστία σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Χωρίς αξιόπιστους μηχανισμούς εγγύησης, μια ουδέτερη ζώνη θα μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε νέα εστία έντασης, υποστηρίζουν οι διαπραγματευτές του Κιέβου.
Παράλληλα με τα ζητήματα ασφάλειας εξετάζονται και οικονομικές παράμετροι. Η ιδέα μιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου προβάλλεται ως κίνητρο σταθεροποίησης. Ωστόσο, η εκτεταμένη καταστροφή υποδομών και η διαρκής αβεβαιότητα περιορίζουν τις ρεαλιστικές προοπτικές οικονομικής ανάκαμψης. Εξίσου κρίσιμο θεωρείται και το ζήτημα της απόσυρσης στρατευμάτων. Η ουκρανική πλευρά επιμένει πως οποιαδήποτε μαζική μετακίνηση στρατευμάτων θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας. Διαφωνίες υπάρχουν ακόμα και για τη σειρά εφαρμογής των μέτρων, κάτι, φυσικά, που αναδεικνύει το βαθύτερο πρόβλημα εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών. Η ουκρανική ηγεσία επιμένει ότι οι εγγυήσεις ασφαλείας δεν μπορούν να αποτελούν δευτερεύον στοιχείο αλλά προϋπόθεση κάθε επόμενου βήματος. Η συνολική εικόνα των διαπραγματεύσεων παραμένει έτσι αντιφατική. Από τη μία πλευρά υπάρχει συνεχής κινητικότητα και πιθανοί συμβιβασμοί εξακολουθούν να εξετάζονται. Από την άλλη, οι θεμελιώδεις διαφορές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άθικτες.
Επιθυμεί πραγματικά η Μόσχα τον τερματισμό του πολέμου;
Το επαναλαμβανόμενο σκηνικό στασιμότητας οδηγεί αρκετούς αναλυτές σε μια πιο σκληρή ερμηνεία της ρωσικής στρατηγικής. Η Μόσχα δεν επιδιώκει άμεση διευθέτηση της σύγκρουσης, υποστηρίζουν, αλλά την ελεγχόμενη παράτασή της. Είναι μια ερμηνεία που τουλάχιστον εξηγεί ένα ερώτημα που ανακύπτει συνεχώς: Εφόσον πρόκειται για πόλεμο φθοράς, γιατί η Ρωσία δεν κλιμακώνει ακόμα περισσότερο τη σύγκρουση;
Η επίσημη εξήγηση εστιάζει πάντα στην ανάγκη αποφυγής ευθείας αντιπαράθεσης με το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου και με πολλές «κόκκινες γραμμές» να έχουν ήδη παραβιαστεί το επιχείρημα ακούγεται λιγότερο πειστικό. Η ρωσική αυτοσυγκράτηση θα μπορούσε τελικά να αποτελεί επιλογή, όχι αναγκαιότητα.
Η παράταση του πολέμου παράγει συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα για το Κρεμλίνο στο εσωτερικό της Ρωσίας. Πρώτα απ’ όλα, πρωτοφανή ποσοστά δημοτικότητας για τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο πόλεμος λειτουργεί ως μηχανισμός συσπείρωσης, ενισχύοντας την πολιτική σταθερότητα και παρέχοντας πλαίσιο νομιμοποίησης για εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις. Και φυσικά υπάρχει πάντα ο φόβος της επόμενης ημέρας. Η επικράτηση στο πεδίο των μαχών δεν θα έφερνε αυτομάτως τη σταθερότητα. Η κατοχή μιας κατεστραμμένης χώρας και ενός εχθρικού πληθυσμού 40 εκατομμυρίων συνθέτουν ένα εξαιρετικά σύνθετο πρόβλημα. Υπό αυτή την οπτική, ένας «παγωμένος» πόλεμος μπορεί να είναι περισσότερο διαχειρίσιμος από μια απόλυτη νίκη.
Μια τέτοια ανάγνωση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την επαναλαμβανόμενη κατάρρευση των διαπραγματευτικών πρωτοβουλιών. Κάθε γύρος συνομιλιών που ξεκινά με προσδοκίες και καταλήγει σε αδιέξοδο δεν συνιστά απαραίτητα αποτυχία για όλες τις πλευρές. Οι διαπραγματεύσεις δημιουργούν παράθυρα αποκλιμάκωσης, επηρεάζουν τις διεθνείς εντυπώσεις, αλλά κυρίως δίνουν περισσότερο χρόνο. Η λογική της αναμονής δεν στηρίζεται αποκλειστικά στις στρατιωτικές εξελίξεις. Συνδέεται με πολιτικές μεταβλητές στη Δύση, με εκλογικούς κύκλους και με την κόπωση και συνοχή των συμμάχων της Ουκρανίας. Και κάπως έτσι οι διαπραγματεύσεις, ακόμη κι όταν δεν αποδίδουν, γίνονται ακόμα ένα στοιχείο του πολέμου φθοράς που διεξάγεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
