Υπάρχει μια διαπίστωση στην οποία συμφωνούν οι πάντες σήμερα στη Γαλλία: ουδείς περίμενε να «ξεφουσκώσει» τόσο γρήγορα ο μόλις πριν από έναν χρόνο εκλεγείς νέος πρόεδρος της χώρας, Φρανσουά Ολάντ. Η αλήθεια είναι ότι η εκλογή του δεν συνοδεύτηκε από κάποιον ιδιαίτερο ενθουσιασμό, αλλά περισσότερο από μια βαθιά ανακούφιση για την απαλλαγή από την παρουσία του Νικολά Σαρκοζί στο ύπατο αξίωμα της χώρας.
Με άλλα λόγια ήταν περισσότερο μια ψήφος απαλλαγής και όχι τόσο προσχώρησης στο πρόγραμμα και τις ιδέες του σοσιαλιστή υποψηφίου. Στην εκλογή του οποίου συνέβαλαν σε μεγάλο και οι ψηφοφόροι του Αριστερού Μετώπου του Ζαν Λικ Μελανσόν - αυτοί που σήμερα εκφράζουν και την εντονότερη απόρριψη της πολιτικής Ολάντ (όπως άλλωστε φάνηκε και από τη μεγάλη διαδήλωση της περασμένης Κυριακής). Και η απόρριψη δικαιολογείται από μια σειρά λόγους.
Ο σοβαρότερος από αυτούς είναι σίγουρα η αύξηση της ανεργίας. Ειδικά σε μια περίοδο που η κυβέρνηση εμμένει σε πολιτική λιτότητας. Μέσα σε έναν χρόνο (άνοιξη 2012 - άνοιξη 2013) ο αριθμός των ανέργων στη χώρα αυξήθηκε κατά 300.000 άτομα φθάνοντας το ποσοστό στο 10,1%, δηλαδή 3.225.000 - ιστορικό υψηλό από το 1997. Αν στο ποσοστό αυτό προστεθούν και τα άτομα που είχαν μειωμένη εργασιακή δραστηριότητα, τότε ο αριθμός των ανέργων «σκαρφαλώνει» στους 5.034.000 (αύξηση 8% σε σχέση με το 2012).
Την ίδια στιγμή στο «μέτωπο» της απασχόλησης τα νέα είναι εξόχως αποθαρρυντικά. Όταν ο Ολάντ έπαιρνε τα ηνία της Γαλλίας, πέρσι τον Μάιο, η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα της ύφεσης. Ύστερα από μια μικρή ανάκαμψη, το καλοκαίρι, της τάξης του 0,2%, στα τέλη της χρονιάς η ύφεση επανήλθε στο -0,3% για να ισορροπήσει στα τέλη του 2012, στο 0%. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και φέτος με τις προβλέψεις να κινούνται γύρω στο -0,1%. Και μπορεί ο Ολάντ να κληρονόμησε αυτή την αναιμική έως μηδενική ανάπτυξη, ωστόσο οι δομικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Ερό στην κατεύθυνση της λιτότητας, δεν αναμένεται να βελτιώσουν τα πράγματα.
Μέρκελ - Ολάντ: σημειώσατε 1
Όμως δεν είναι μόνο τα θέματα της ανεργίας και της ανάπτυξης που έκριναν τόσο αρνητικά (μπορεί να «τσίμπησε» μία μονάδα, φθάνοντας στο 32% θετικών γνωμών, ωστόσο εξακολουθεί να πρόκειται για αρνητικό ρεκόρ) την προεδρία Ολάντ.
Το ζήτημα έχει να κάνει και με το γεγονός της άμεσης διάψευσης σειράς συγκεκριμένων προεκλογικών υποσχέσεών του. Όπως για παράδειγμα εκείνης σχετικά με την επαναδιαπραγμάτευση του Συμφώνου Δημοσιονομικής Σταθερότητας. Στις 12 Δεκεμβρίου 2011 ο υποψήφιος Ολάντ τασσόταν υπέρ της επαναδιαπραγμάτευσης. Και λίγο αργότερα τόνιζε ότι θα αρνηθεί να «χαράξει στο μάρμαρο» ένα «στενοκέφαλο, αόριστο και τιμωρητικό» κείμενο και ότι θα το επαναδιαπραγματευθεί δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη και την απασχόληση και επαναπροσανατολίζοντας την ΕΚΤ. Στον αντίποδα, η καγκελάριος Μέρκελ επαναλάμβανε, πέρσι τον Απρίλιο από τις στήλες της "Ζιντόιτσε Τσάιτουνγκ" ότι το σύμφωνο δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Λίγο μετά την εκλογή του, ο Ολάντ δηλώνει ότι αποδέχεται την επικύρωση του κειμένου όπως αυτό έχει, συμπληρώνοντάς το απλά με ένα ποσό για την ανάπτυξη από ήδη δεσμευμένα κονδύλια των Βρυξελλών - δεν αμφισβητεί δηλαδή, όπως είχε υποσχεθεί ότι θα έκανε, τη λογική της λιτότητας.
Η γαλλική Βουλή στις 11 Οκτωβρίου επικυρώνει το σύμφωνο, όπως και η Γερουσία, χάρη στις ψήφους της Δεξιάς. Λίγο αργότερα υιοθετείται και ο «χρυσός κανόνας» για μείωση του δημοσίου ελλείμματος, με χρονιά έναρξης εφαρμογής το 2017. Μέρκελ - Ολάντ, σημειώσατε 1.
Και δεν είναι αυτό το μοναδικό «μπρος - πίσω» του Ολάντ. Προεκλογικά είχε υποσχεθεί ότι θα τιθασεύσει τις τραπεζικές δραστηριότητες, προκειμένου αυτές να εγκαταλείψουν τις δραστηριότητες τύπου καζίνο και να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία. Να τις αποτρέψει από το να καταφεύγουν σε φορολογικούς παραδείσους. Να τις αναγκάσει να λειτουργούν με μεγαλύτερη διαφάνεια, κ.ά. Τελικά η μεταρρύθμιση που υιοθέτησε είναι πολύ μακριά από τα υποσχεθέντα. Πέραν της ακύρωσης ορισμένων μέτρων που είχαν ληφθεί επί Σαρκοζί, διατηρήθηκαν οι φοροαπαλλαγές για τους έχοντες, ενώ το περίφημο μέτρο περί φορολόγησης κατά 75% των εισοδημάτων άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ τον χρόνο, κατέληξε στις ελληνικές καλένδες ύστερα από μια αμφιλεγόμενη απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου.
Οι ξεχασμένες ελπίδες των εργαζόμενων στη βιομηχανία...
Την ίδια κατάληξη είχαν και οι υποσχέσεις για ανασυγκρότηση της βιομηχανίας. Προεκλογικά ο υποψήφιος Ολάντ είχε βρεθεί στο πλευρό των δοκιμαζόμενων εργαζομένων των εργοστασίων Fralib, Petroplus, ArcelorMittal και PSA, ο δε διορισμός του Αρνό Μοντμπούρ στη νεοδημιουργηθείσα θέση του υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης είχε δημιουργήσει προσδοκίες. Ωστόσο αυτές σύντομα διαψεύστηκαν με αφορμή την απόφαση της χαλυβουργίας Μιτάλ να κλείσει τις εγκαταστάσεις στην πόλη Φλοράνζ. Μετά από τις ελπίδες που δημιουργήθηκαν στους εργαζόμενους από το ενδεχόμενο, που υποστήριξε ο Μοντμπούρ, εθνικοποίησης, η κυβέρνηση, έκανε στροφή 180 μοιρών, κλείνοντας συμφωνία με την εταιρία και δίνοντάς της το «πράσινο φως» για το οριστικό κλείσιμο.
Ακόμη και το θετικό μέτρο, του νόμου για τους γάμους των ομοφύλων σκιάστηκε από την ολιγωρία της κυβέρνησης, που περνώντας τη νομοθεσία αυτή στις αρχές της φετινής χρονιάς, έδωσε τη δυνατότητα στο αντίπαλο στρατόπεδο να οργανωθεί. Δεύτερον, η φράση του Ολάντ περί της «συνειδησιακής ελευθερίας» των δημάρχων που μπορούν να αρνηθούν να εφαρμόσουν τον νόμο ανοίγει μέτωπα εναντίον του...
Και τι μέλλει γενέσθαι; Ο πρωθυπουργός Ζαν Μαρκ Ερό έχει δηλώσει την πρόθεσή του να μεταρρυθμίσει το συνταξιοδοτικό σύστημα. Θα εισακουστούν άραγε οι πολλές και έντονες φωνές της Αριστεράς για να γίνει το κρίσιμο αυτό θέμα η αφετηρία αλλαγής πολιτικής; Η ευκαιρία προσφέρεται. Οι πρώτες κυβερνητικές δηλώσεις όμως δεν προκαλούν ιδιαίτερη αισιοδοξία: προετοιμάζουν την κοινή γνώμη για παράταση της διάρκειας της εισφοράς, μείωση συντάξεων...
Πάντως και εντός του Σοσιαλιστικού Κόμματος έχουν αρχίσει να ακούγονται φωνές αντίδρασης κατά της σημερινής πολιτικής. Ενδεικτική η συζήτηση που άνοιξε, με αφορμή την έντονη κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της Βουλής, Κλοντ Μπορτολόν, κατά της Γερμανίας. Μπορεί η κυβέρνηση να επανέφερε στην τάξη τους «ατακτούντες», ωστόσο αυτό ήταν ένα «καμπανάκι» που ο Ολάντ δύσκολα θα αγνοήσει...