Κατά την πρώτη του θητεία στον Λευκό Οίκο ο Ντόναλντ Τραμπ συμπύκνωσε τη σκληρή αντιμεταναστευτική του πολιτική σε ένα πανίσχυρο σύμβολο: το «μεγάλο, όμορφο τείχος» στα σύνορα με το Μεξικό. Η απειλή παρουσιαζόταν τότε ως εξωτερική, μια υποτιθέμενη εισβολή από τον Νότο, και η απάντηση όφειλε να είναι υλική και αδιαπέραστη. Το τείχος ήταν κάτι πολύ περισσότερο από τσιμέντο και ατσάλι. Ήταν πολιτικό μήνυμα.
Στη δεύτερη θητεία του, ωστόσο, το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε. Η κυβέρνηση Τραμπ έπαψε να επενδύει τόσο στο να κρατά τους απειλητικούς ξένους έξω από τα τείχη και επικεντρώθηκε στην απομάκρυνση εκείνων που ήδη ζούσαν εντός του. Η νέα στρατηγική στράφηκε επομένως προς τα μέσα: στους δρόμους, στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και στα σπίτια των αμερικανικών πόλεων.
Η μεταναστευτική πολιτική έπαψε να αποτελεί κρατική λειτουργία και μετατράπηκε από την κυβέρνηση Τραμπ σε κεντρικό πολιτικό θέαμα. Και κάθε θέαμα έχει ανάγκη από πρωταγωνιστή. Ο Λευκός Οίκος επέλεξε για τον ρόλο μια ομοσπονδιακή υπηρεσία που βρήκε έτοιμη, την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE), την οποία βάλθηκε να μεταμορφώσει σε σύμβολο φόβου και επιβολής. Σε απτή υπενθύμιση ότι το κράτος βρίσκεται παντού και μπορούσε να επέμβει ανά πάσα στιγμή.
Η μεταμόρφωση
Η ICE, ακόμα ένα παράγωγο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», εντάσσεται στο δαιδαλώδες δίκτυο υπηρεσιών ασφαλείας που δημιουργήθηκαν στον απόηχο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Μέχρι πριν από λίγους μήνες ελάχιστοι γνώριζαν την ύπαρξή της έξω από τις κοινότητες των μεταναστών.
Μέσα σε λίγους μήνες η κυβέρνηση Τραμπ διπλασίασε το προσωπικό της από περίπου 10.000 σε 22.000 υπαλλήλους. Σήμερα, 24 χρόνια μετά την ίδρυσή της, διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων περίπου και λειτουργεί μέσα από τρεις βασικούς πυλώνες: την ERO, υπεύθυνη για την κράτηση και απομάκρυνση αλλοδαπών, την HSI, που ασχολείται με σοβαρό διακρατικό έγκλημα και τρομοκρατία, και την OPLA, η οποία χειρίζεται τις υποθέσεις απέλασης στα μεταναστευτικά δικαστήρια.
Με την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο η υπηρεσία επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην καταδίωξη μεταναστών που δεν διέθεταν τα κατάλληλα έγγραφα, ακόμα και αν διέμεναν στις ΗΠΑ για δεκαετίες. Από την πρώτη στιγμή υιοθέτησε πρακτικές που καταπατούν θεμελιώδεις συνταγματικές εγγυήσεις, όπως το να εισβάλλει σε σπίτια χωρίς ένταλμα. Οι επιχειρήσεις της ICE σε πόλεις όπως η Μινεάπολη, το Λος Άντζελες, το Σικάγο και η Νέα Υόρκη ακολουθούσαν ένα πανομοιότυπο μοτίβο: ομάδες πρακτόρων με καλυμμένα πρόσωπα εμφανίζονται αιφνιδιαστικά σε γειτονιές, πολυκατοικίες, ακόμη και σε σχολεία· οι συλληφθέντες οδηγούνταν σε κέντρα κράτησης όπου παρέμεναν σε απομόνωση για ημέρες· οι απελάσεις πραγματοποιούνται ταχύτατα, συχνά χωρίς ουσιαστική νομική εκπροσώπηση.
Μεταξύ Ιανουαρίου και Δεκεμβρίου 2025 καταγράφηκαν 605.000 απελάσεις, ενώ άλλοι 65.000 άνθρωποι τέθηκαν υπό κράτηση. Παράλληλα, σχεδόν 1,9 εκατομμύρια μετανάστες επέλεξαν την «εθελοντική αυτοαπέλαση», υπό την πίεση των επιχειρήσεων και την απειλή σύλληψης.
Το πείραμα της Μινεάπολης
Η Μινεάπολη, πόλη μεσαίου μεγέθους και σχετικά απομονωμένη από τα φώτα της εθνικής δημοσιότητας, φαίνεται να επιλέχθηκε ως πεδίο δοκιμής για τις νέες, επιθετικές τακτικές της ICE. Η επιχείρηση «Αστική Κρούση» (Metro Surge) έφερε χιλιάδες πράκτορες στους δρόμους της πόλης δημιουργώντας μια γενικευμένη αίσθηση φόβου και ανασφάλειας. Πολλοί κάτοικοι άρχισαν να περιγράφουν στα τοπικά μέσα ότι αισθάνονταν σαν να βρίσκονται διαρκώς «υπό επιτήρηση».
Και κάπως έτσι άρχισαν να εμφανίζονται δίκτυα αντίστασης. Δημιουργήθηκαν ομάδες ενημέρωσης που προειδοποιούσαν οδηγούς και διαβάτες για τα μπλόκα της υπηρεσίας, οι περιπολίες της ICE άρχισαν να συνοδεύονται από κόρνες ή και σφυρίχτρες, ενώ σε μερικές περιπτώσεις τα μέλη της δέχονταν χιονόμπαλες από κατοίκους που τους φώναζαν «ναζί» ή «φασίστες».
Η Δικαιοσύνη της Μινεσότα κατήγγειλε την ICE για παραβίαση πάνω από 100 δικαστικών εντολών, υπογραμμίζοντας ότι η επιθετικότητά της ξεπερνούσε κάθε όριο. Ήταν θέμα χρόνου η όλη κατάσταση να εκτροχιαστεί. Κανείς όμως δεν περίμενε πως μέσα σε μόλις τρεις εβδομάδες του Ιανουαρίου θα υπάρξουν δύο εν ψυχρώ δολοφονίες άοπλων πολιτών από ομοσπονδιακούς πράκτορες - της Ρενέ Νικόλ Γκουντ και του Άλεξ Πρέτι. Για τις κοινωνικές οργανώσεις όμως που εδώ και μήνες αποκαλούσαν την υπηρεσία «γκεστάπο» του Τραμπ οι θάνατοι αυτοί δεν ήταν «ατυχήματα» αλλά συνέπεια μιας συγκεκριμένης πολιτικής.
Ρεκόρ θανάτων στα κέντρα κράτησης
Γιατί το πιο σκοτεινό αποτύπωμα της μετατροπής της ICE σε μηχανισμό τρομοκράτησης της αμερικανικής κοινωνίας είχε εμφανιστεί μήνες πριν στα κέντρα κράτησης της υπηρεσίας. Το 2025 καταγράφηκαν τουλάχιστον 32 θάνατοι μεταναστών κρατουμένων σε μια χρονιά που η υπηρεσία λειτουργούσε υπό καθεστώς πλήρους πολιτικής ανοχής. Ένας από τους 32 νεκρούς ήταν ο 42χρονος Σάντος Ρέγιες Μπανένγκας από την Ονδούρα. Συνελήφθη στις 17 Σεπτεμβρίου 2025 έξω από παντοπωλείο του Λονγκ Άιλαντ ενώ πήγαινε στην οικοδομή όπου δούλευε. Μέσα σε λιγότερο από 18 ώρες από την άφιξή του στο σωφρονιστικό κέντρο της κομητείας Νασάου βρέθηκε νεκρός στο πάτωμα του κελιού του. Η ICE απέδωσε τον θάνατό του σε ηπατική ανεπάρκεια που είχε προκληθεί από χρόνιο αλκοολισμό, μια εκτίμηση που η οικογένειά του αμφισβητεί κατηγορηματικά. Μήνες αργότερα οι συγγενείς του εξακολουθούν να περιμένουν την πλήρη ερευνητική έκθεση, την οποία η υπηρεσία όφειλε βάσει νόμου να έχει καταθέσει εντός 90 ημερών. Η προθεσμία παρήλθε χωρίς εξηγήσεις. «Ακόμη κι αν ισχύει η εκδοχή της ICE», λέει ο δικηγόρος της οικογένειας Όσκαρ Μίσλεν, «είχαν υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι ήταν ιατρικά κατάλληλος για κράτηση. Δεν λέμε ότι τον σκότωσαν με βία. Λέμε ότι τον αμέλησαν - και πέθανε υπό την ευθύνη τους».
Στη Φλόριντα ο 75χρονος Ισίδορο Πέρες πέθανε τον Ιούνιο του 2025, σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά τη σύλληψή του. Είχε φτάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες από την Κούβα το 1966 και τα τελευταία χρόνια ζούσε σε πλωτή κατοικία στο Κι Λάργκο. Σύμφωνα με την οικογένειά του, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και δυσκολευόταν ακόμη και να περπατήσει. Μεταφέρθηκε σε κέντρο κράτησης στο Μαϊάμι, όπου, όπως δήλωσε στους οικείους του, κοιμόταν στο πάτωμα ενός κελιού που θύμιζε ψυγείο. Παρά το γεγονός ότι κατά την εισαγωγή του καταγράφηκαν καρδιολογικά προβλήματα, υπέστη καρδιακή προσβολή και πέθανε σε νοσοκομείο στις 27 Ιουνίου.
Χιλιάδες πίσω από τα σίδερα
Πίσω από τις στατιστικές και τις μεμονωμένες υποθέσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας εκτείνεται ένα σύστημα κράτησης πρωτοφανούς κλίμακας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σήμερα το μεγαλύτερο δίκτυο διοικητικής κράτησης μεταναστών στον κόσμο, με σχεδόν 60.000 ανθρώπους να βρίσκονται καθημερινά έγκλειστοι σε εγκαταστάσεις της ICE. Πρόκειται για ένα σύστημα που δεν λειτουργεί απλώς ως ενδιάμεσος σταθμός πριν από την απέλαση αλλά ως καθεστώς μακρόχρονης και συχνά απροσδιόριστης κράτησης, συχνά υπό απάνθρωπες συνθήκες.
Κεντρικό ρόλο σε αυτό το καθεστώς διαδραματίζει η πρακτική της απομόνωσης. Ο εγκλεισμός σε μικροσκοπικά κελιά χωρίς ουσιαστική ανθρώπινη επαφή για 22 ώρες ή περισσότερο την ημέρα χρησιμοποιείται όλο και πιο συστηματικά στα κέντρα κράτησης μεταναστών. Τα τελευταία δέκα χρόνια η χρήση της πρακτικής έφτασε σε τέτοιο επίπεδο, ώστε διεθνείς οργανισμοί να μιλούν πια για βασανιστήριο. Σύμφωνα με εκτενή έρευνα που εκπονήθηκε από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και την οργάνωση Γιατροί για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, μέσα σε μόλις 14 μήνες -από τον Απρίλιο του 2024 έως τον Μάιο του 2025- περισσότεροι από 10.500 άνθρωποι κλείστηκαν σε απομόνωση σε κέντρα κράτησης της ICE σε ολόκληρη τη χώρα. Κατά τους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας Τραμπ ο ρυθμός αύξησης της χρήσης της απομόνωσης ήταν διπλάσιος σε σχέση με την περίοδο 2018-2023.
Η κλιμάκωση δεν ήταν τυχαία. Το Κογκρέσο ενέκρινε σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης για την επέκταση της κράτησης μεταναστών στα κέντρα της ICE, γεγονός που, όπως προειδοποιούν οι συντάκτες της έκθεσης, διευκολύνει ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα χρήσης παρατεταμένης απομόνωσης. Στην πράξη, όσο αυξάνεται η χωρητικότητα του συστήματος τόσο διευρύνεται και η χρήση των πιο σκληρών μεθόδων ελέγχου.
Θανατηφόρα απομόνωση
Οι επιπτώσεις της παρατεταμένης απομόνωσης είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες και δυνητικά θανατηφόρες. Μετατραυματικό στρες, αυτοτραυματισμοί, αυξημένος κίνδυνος αυτοκτονίας, μόνιμες νευρολογικές βλάβες και παραισθήσεις αποτελούν καταγεγραμμένες συνέπειες μιας πρακτικής που, σύμφωνα με ειδικούς του ΟΗΕ, συνιστά βασανιστήριο όταν υπερβαίνει τις 15 ημέρες. Κι όμως, σε εγκαταστάσεις της Νέας Αγγλίας σχεδόν 3 στις 4 περιπτώσεις απομόνωσης διήρκεσαν περισσότερο από αυτό το όριο, με μέσο χρόνο περίπου έναν μήνα και μεμονωμένες περιπτώσεις που ξεπέρασαν τον έναν χρόνο.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η απομόνωση εφαρμόζεται δυσανάλογα σε ευάλωτους κρατούμενους. Άνθρωποι με γνωστά ιατρικά ή ψυχιατρικά προβλήματα -οι οποίοι, βάσει των ίδιων των οδηγιών της ICE, θα έπρεπε να προστατεύονται- τοποθετούνται σε απομόνωση με αυξανόμενη συχνότητα. Το 2025 ο αριθμός των ευάλωτων ατόμων που υποβλήθηκαν σε αυτή την πρακτική αυξήθηκε κατά περίπου 56% ανά τρίμηνο σε σύγκριση με το 2022, ενώ πολλοί από αυτούς υπέστησαν επαναλαμβανόμενες περιόδους εγκλεισμού.

Ενάντια στο Διεθνές Δίκαιο
Η απομόνωση, ωστόσο, δεν χρησιμοποιείται μόνο για λόγους «ασφάλειας». Ανάλυση επιμέρους υποθέσεων δείχνει ότι εφαρμόζεται συχνά με αυθαίρετο ή ακόμη και τιμωρητικό χαρακτήρα: ως αντίποινα για την κατάθεση παραπόνων, για αιτήματα βασικών αναγκών όπως ντους, για μοίρασμα φαγητού ή ακόμη και για καταγγελίες σεξουαλικής κακοποίησης. Πρακτικές που παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, ανεξαρτήτως της διάρκειας της κράτησης.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι εκτελέσεις στους δρόμους και το ρεκόρ θανάτων κρατουμένων αποτελούν συνέπεια ενός συστήματος που λειτουργεί ανεξέλεγκτο. Το «τείχος» του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να μην υλοποιήθηκε ποτέ με τον τρόπο που εξαγγέλθηκε, αλλά παίρνει σήμερα μια διαφορετική μορφή. Δεν χτίζεται στα σύνορα, αλλά στο εσωτερικό: με περιπολίες πάνοπλων μασκοφόρων στους δρόμους, με πολλά μικρά Γκουαντάναμο για μετανάστες, με επιχειρήσεις-σκούπα.
Η ICE, μια υπηρεσία με μέχρι πρότινος τεχνικό ρόλο στην εφαρμογή της μεταναστευτικής πολιτικής, αναδεικνύεται σε πολιτικό σύμβολο και ο φόβος σε εργαλείο διακυβέρνησης. Η κυβέρνηση Τραμπ δοκίμασε και εξακολουθεί να δοκιμάζει με κάθε τρόπο τα όρια των θεσμών και τις αντιστάσεις της αμερικανικής κοινωνίας. Και από αυτή την άποψη, το αόρατο τείχος δεν χωρίζει τους «γηγενείς» από τους «ξένους». Χωρίζει, τελικά, την ίδια τη δημοκρατία από τον φασισμό.