Live τώρα    
Βενεζουέλα / Το πετρέλαιο ως λάφυρο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βενεζουέλα / Το πετρέλαιο ως λάφυρο

135591830a.jpg

Δεξαμενόπλοια καταλαμβάνονται στη μέση του Ατλαντικού, φορτία χαρακτηρίζονται «παράνομα» εκ των υστέρων και μια ανεξάρτητη χώρα που μόλις είδε τον Πρόεδρό της να πέφτει θύμα απαγωγής καλείται να παραδώσει πετρέλαιο ως φόρο υποτέλειας ώστε να αποφύγει τον οικονομικό στραγγαλισμό. Καλώς ήλθατε στην πειρατεία του 21ου αιώνα, όπου τη νεκροκεφαλή στην κλασική μαύρη σημαία έχει αντικαταστήσει η εικόνα μιας πετρελαιοπηγής.

Με ρητορική που παραπέμπει ευθέως στην εποχή των κατακτήσεων και της μεγάλης αρπαγής, οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ δεν αναφέρονται πλέον στη Βενεζουέλα ως κυρίαρχο κράτος αλλά ως οικόπεδο, σαν μια σύγχρονη επανάληψη της αγοράς του Τέξας από το Μεξικό.

Διακόπτοντας προσωρινά τους πανηγυρισμούς του για την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο ή επιδιώκοντας να αναδείξει τη σημασία των «λύτρων», ο Αμερικανός Πρόεδρος ανακοίνωσε πως η ταπεινωμένη χώρα πρόκειται να αποστείλει στις ΗΠΑ 30 έως 50 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου - ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε δύο μήνες παραγωγής της.

Η κρατική εταιρεία PDVSA διέψευσε τους ισχυρισμούς Τραμπ σημειώνοντας ότι δεν υπάρχει καμία σχετική συμφωνία και ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. «Αν θέλουν να αγοράσουν πετρέλαιο, θα το πάρουν σε διεθνείς τιμές - όχι επειδή τους ανήκει ή τους το χρωστάμε» τόνισε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας.

Οι δηλώσεις περί παράδοσης δεκάδων εκατομμυρίων βαρελιών, οι ειδικές άδειες σε αμερικανικές εταιρείες και οι διαπραγματεύσεις υπό ναυτικό αποκλεισμό συνθέτουν ένα γνώριμο αποικιοκρατικό σκηνικό. Κεντρικός άξονας της ρητορικής Τραμπ είναι ότι όλα αυτά αφορούν τη «διόρθωση» μιας ιστορικής αδικίας, με τον ισχυρισμό ότι η Βενεζουέλα «έκλεψε» πετρέλαιο, γη και περιουσία από τις ΗΠΑ. Όμως ποιος κλέβει ποιον;

Από την εθνικοποίηση στον Τσάβες

Το 1976, υπό τη συντηρητική κυβέρνηση του Κάρλος Πέρες, η Βενεζουέλα εθνικοποίησε την πετρελαϊκή της βιομηχανία ιδρύοντας την κρατική PDVSA. Οι αμερικανικές εταιρείες δεν κατείχαν ποτέ πετρέλαιο ή γη, λειτουργούσαν βάσει παραχωρήσεων που τους είχαν δοθεί. Και με την εθνικοποίηση αποζημιώθηκαν με περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια, χωρίς να πραγματοποιηθεί καμία απαλλοτρίωση. Οι ίδιες εταιρικές δομές και σε μεγάλο βαθμό οι ίδιοι μάνατζερ παρέμειναν στις θέσεις τους. Οι πολυεθνικές συνέχισαν να λειτουργούν ως θυγατρικές της PDVSA, αποκομίζοντας κέρδη υπό νέο νομικό καθεστώς. Η εθνικοποίηση δεν διέκοψε αυτομάτως την εξάρτηση, απλώς μετέβαλε τη μορφή της.

Κατά τα άλλα, όλες οι προσπάθειες για διαφοροποίηση της οικονομίας απέτυχαν. Ίσως επειδή η απόλυτη εξάρτηση από την πετρελαϊκή οικονομία ήταν εξαιρετικά προσοδοφόρα για κάποιους ώστε να αλλάξει. Η Βενεζουέλα κατέληξε έτσι να εισάγει το μεγαλύτερο μέρος των τροφίμων και βιομηχανικών αγαθών της. Το πετρέλαιο παρέμεινε η ραχοκοκαλιά - και ταυτόχρονα η αχίλλειος πτέρνα της.

Αν κάτι άλλαξε όταν Πρόεδρος της χώρας εξελέγη ο Ούγκο Τσάβες το 1998, ήταν ότι οι υψηλές τιμές του πετρελαίου χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά για τη χρηματοδότηση εκτεταμένων κοινωνικών προγραμμάτων που βελτίωσαν την καθολική πρόσβαση στην Υγεία και στην εκπαίδευση και έβγαλαν εκατοντάδες χιλιάδες από τη φτώχεια. Όμως το μοντέλο παρέμεινε μονοδιάστατο: η χώρα έμεινε ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις και -κυρίως- στις εξωτερικές πιέσεις.

Βενεζουελάνικο αργό

Η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου. Είναι τα μεγαλύτερα «χαρτογραφημένα» κοιτάσματα στον κόσμο. Μεταξύ 2013 και 2020, και εξαιτίας κυρίως των αμερικανικών κυρώσεων, η παραγωγή μειώθηκε κατά πάνω από 75%, ενώ οι ΗΠΑ εκτόξευσαν τη δική τους παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου, φτάνοντας σήμερα να παράγουν δεκαπλάσιες ποσότητες σε σχέση με τη Βενεζουέλα.

Κι όμως, το βενεζουελάνικο πετρέλαιο διατηρεί ακόμα και σήμερα τη σημασία του στην παγκόσμια παραγωγή. Πρόκειται για βαρύ αργό, απαραίτητο για τα διυλιστήρια της ακτής του Κόλπου του Μεξικού, τα οποία έχουν σχεδιαστεί εδώ και δεκαετίες για τέτοιου τύπου πρώτη ύλη. Γι’ αυτό και για τους Αμερικανούς πετρελαιάδες η πρόσβαση στα κοιτάσματα της Βενεζουέλας δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί στρατηγικό στόχο. Οι εισαγωγές βενεζουελάνικου αργού στις ΗΠΑ βρίσκονται σήμερα στο ναδίρ: 135.000 βαρέλια ημερησίως στο τέλος του περασμένου έτους, έναντι 1,4 εκατομμυρίων βαρελιών το 1998. Σύμφωνα με την Energy Aspects, τα αμερικανικά διυλιστήρια θα μπορούσαν να απορροφήσουν έως και 1 εκατομμύριο βαρέλια επιπλέον ημερησίως. Έτσι, θα μειωνόταν και η εξάρτηση από τον Καναδά, του οποίου οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ έχουν τριπλασιαστεί.

Η Chevron εμφανίζεται ως ο βασικός αμερικανικός «παίκτης». Παρά το εμπάργκο, διατηρεί παρουσία με περίπου 3.000 εργαζόμενους και ειδική άδεια εξαγωγής βαρέος αργού. Η εταιρεία έμεινε στη Βενεζουέλα ακριβώς επειδή είχε τη «διορατικότητα». Γνώριζε πως κάποια στιγμή το σημερινό σενάριο θα γινόταν πραγματικότητα.

Το κενό των αμερικανικών επενδύσεων είχε καλύψει τις τελευταίες δεκαετίες η Κίνα, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε μεγάλο μέρος των αποθεμάτων βαρύ αργού μέσω δανείων και συμφωνιών με την κρατική PDVSA. Κινεζικές εταιρείες όπως η Sinopec και η CNPC ελέγχουν σημαντικά ποσοστά παραγωγής και υποδομών, καθιστώντας το Πεκίνο τον μεγαλύτερο αγοραστή βενεζουελάνικου πετρελαίου. Αν η σημερινή γκαγκστερική πολιτική της Ουάσιγκτον αποδώσει, η επιρροή του Πεκίνου θα εκμηδενιστεί και τα πετροδολάρια των εξαγωγών θα ρέουν πλέον προς αμερικανικές εταιρείες.

Κέρδη για ποιους;

Ήδη μετά την αμερικανική επέμβαση οι μετοχές των αμερικανικών πετρελαϊκών εκτινάχθηκαν. Η Chevron είδε την κεφαλαιοποίησή της να αυξάνεται κατά περίπου 35 δισ. δολάρια μέσα σε μία νύχτα. Μεγάλα κέρδη κατέγραψαν όμως όλες οι αμερικανικές βιομηχανίες του κλάδου. Ο Τραμπ είχε προετοιμάσει άλλωστε εδώ και εβδομάδες τους πετρελαιάδες με το αινιγματικό μήνυμα «ετοιμαστείτε».

Το σχέδιο είναι σαφές: Αμερικανικές εταιρείες θα «αποκαταστήσουν» τις διαλυμένες πετρελαιοπηγές, θα αυξήσουν κατακόρυφα την παραγωγή - και θα καρπωθούν το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας.

Το παιχνίδι δεν πρόκειται, φυσικά, να τελειώσει στη Βενεζουέλα. Γιατί είναι πια ολοφάνερο πως η απροκάλυπτα αρπακτική διάθεση της κυβέρνησης Τραμπ εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική παγκόσμιου ελέγχου ενεργειακών πόρων και εμπορικών δρόμων: από τη Λιβύη και την Αφρική έως τη Γροιλανδία και τον Καναδά.

Όταν όμως το Διεθνές Δίκαιο ταπεινώνεται με τον τρόπο που σήμερα ταπεινώνεται η χώρα της Νότιας Αμερικής, η εθνική κυριαρχία και η αυτοδιάθεση παύουν να αποτελούν θεμελιώδεις αρχές αλλά προνόμια που μοιράζουν κατά βούληση οι ισχυροί. Και σε αυτή τη «νέα τάξη πραγμάτων» οι λαοί θα έρχονται πάντα δεύτεροι. Αν υπολογίζονται καν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0