Οι διεθνείς οργανισμοί καλλιεργούν την εικόνα μιας σχετικής αποκλιμάκωσης στη Γάζα. «Δεν υπάρχει πλέον λιμός» υποστηρίζουν. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι -κυρίως παιδιά- εξακολουθούν ωστόσο να απειλούνται άμεσα από την πείνα, το κρύο και την ολοκληρωτική κατάρρευση των υγειονομικών δομών.
Η εύθραυστη εκεχειρία που ισχύει στην περιοχή από τον Οκτώβριο επέτρεψε μεγαλύτερη ροή ανθρωπιστικής βοήθειας, χωρίς όμως να ανατρέψει την πραγματικότητα μιας συνεχιζόμενης ανθρωπιστικής κρίσης. Ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Τέντρος Γκεμπρεγέσους χρειάστηκε έτσι να υπενθυμίσει πως η όποια βελτίωση παραμένει «εξαιρετικά εύθραυστη».
Περισσότερα από 100.000 παιδιά και 37.000 έγκυες ή λεχώνες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο οξέος υποσιτισμού. Σε μια περιοχή όπου λιγότερες από τις μισές υγειονομικές δομές λειτουργούν -και αυτές με σοβαρές ελλείψεις- κάθε λόγος περί «ομαλοποίησης» παραμένει προσχηματικός.
Σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα προστέθηκε και η σφοδρότητα των χειμερινών φαινομένων. Η καταιγίδα «Μπάιρον» έπληξε την ανοχύρωτη Γάζα με παγωμένους ανέμους και βροχοπτώσεις διπλάσιες από τον εποχικό μέσο όρο, πλήττοντας κυρίως περιοχές που είχαν προηγουμένως ισοπεδωθεί από τον πόλεμο.
Σχεδόν 900.000 Παλαιστίνιοι ζουν σε πρόχειρα καταλύματα· χιλιάδες σκηνές καταστράφηκαν, περισσότεροι από 200 καταυλισμοί πλημμύρισαν και κατεστραμμένα κτήρια κατέρρευσαν πάνω σε ανθρώπους που αναζητούσαν προστασία. Τουλάχιστον 17 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ανάμεσά τους τρία μικρά παιδιά και ένα βρέφος από υποθερμία.
Η ζωή είναι αλλού
Κι όμως, αυτή η ανθρωπιστική καταστροφή δεν αποτελεί τον άξονα των διεθνών πολιτικών εξελίξεων. Μακριά από τα αντίσκηνα και τα ερείπια προχωρά αθόρυβα η διαμόρφωση μιας νέας αρχιτεκτονικής ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Πίσω από τις διακηρύξεις περί ειρήνης και σταθερότητας, ΗΠΑ και Ισραήλ προωθούν ένα πλέγμα ενεργειακών και αμυντικών συμφωνιών που επαναχαράσσει τις περιφερειακές ισορροπίες, αντιμετωπίζοντας τη Γάζα απλώς ως φόντο μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αναμονή για τη «δεύτερη φάση» του ειρηνευτικού σχεδίου Τραμπ αποκτά σαφώς κυνικό χαρακτήρα. Οι ειρηνευτικές πρωτοβουλίες δεν γεννιούνται από την ανάγκη αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, αλλά προκύπτουν ως αποτέλεσμα οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακών ροών και στρατιωτικής ισχύος. Και ενώ στη Γάζα η επιβίωση μετριέται καθημερινά σε θερμίδες, φάρμακα και κουβέρτες, αλλού σφραγίζονται συμφωνίες δισεκατομμυρίων που καθορίζουν το μέλλον της «νέας Μέσης Ανατολής».
Η σχεδόν ταυτόχρονη έγκριση από την ισραηλινή κυβέρνηση της μεγαλύτερης συμφωνίας εξαγωγής φυσικού αερίου που έχει υπογράψει ποτέ η χώρα και η αποκάλυψη μιας γιγαντιαίας, έως πρόσφατα απόρρητης, αμυντικής σύμβασης με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα. Αντίθετα, αποτυπώνουν μια συνεκτική στρατηγική κατεύθυνση: την εμβάθυνση της οικονομικής διασύνδεσης, την παγίωση της στρατιωτικής συνεργασίας και την εμπέδωση μιας νέας αρχιτεκτονικής ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Στον ενεργειακό τομέα, η συμφωνία ύψους 37 δισ. δολαρίων για την αύξηση των εξαγωγών φυσικού αερίου από το κοίτασμα Λεβιάθαν προς την Αίγυπτο ενισχύει αποφασιστικά τη θέση του Ισραήλ ως περιφερειακού ενεργειακού παίκτη. Οι πολύμηνες καθυστερήσεις και οι σκληρές διαπραγματεύσεις για τις τιμές και τους όρους δεν αναιρούν το βασικό συμπέρασμα: η ενέργεια εξακολουθεί να λειτουργεί ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Η ενεργειακή σύμπραξη Ισραήλ-Αιγύπτου υπερβαίνει τα όρια μιας απλής διμερούς συμφωνίας. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο της Ουάσιγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η ενεργειακή σταθερότητα, η πολιτική επιρροή και οι περιφερειακές συμμαχίες αλληλοσυμπληρώνονται.
Ένας νέος άξονας ασφάλειας
Παρά ταύτα, το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της νέας περιφερειακής στρατηγικής δεν αφορά τους αγωγούς, αλλά τα οπλικά συστήματα. Σύμφωνα με το γαλλικό μέσο Ιntelligence Online, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται πίσω από τη μεγαλύτερη αμυντική συμφωνία στην ιστορία της ισραηλινής Elbit Systems, αξίας περίπου 2,3 δισ. δολ. Για μεγάλο διάστημα η ταυτότητα του αγοραστή παρέμενε σκόπιμα αδιευκρίνιστη, με την εταιρεία να μιλά απλώς για «διεθνή στρατηγικό πελάτη».
Η αποκάλυψη καταδεικνύει πόσο βαθιά επιδρούν οι λεγόμενες Συμφωνίες του Αβραάμ στη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής σύμπραξης. Τα Εμιράτα δεν λειτουργούν πλέον ως απλός κρίκος εξομάλυνσης σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, αλλά ως βασικός αποδέκτης προηγμένων ισραηλινών στρατιωτικών τεχνολογιών - οι οποίες μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν υπερβολικά ευαίσθητες για εξαγωγή.
Η μεταφορά αυτών των τεχνολογιών στα Εμιράτα εντάσσεται σε μια ευρύτερη αμερικανοϊσραηλινή στρατηγική: τη συγκρότηση ενός άτυπου αλλά λειτουργικού άξονα Ισραήλ-κρατών του Κόλπου, που θα μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στο Ιράν και σε άλλες περιφερειακές δυνάμεις. Σε αυτό το σχήμα, η ασφάλεια και η τεχνολογία αποτελούν τον συνεκτικό ιστό πολιτικών συμφωνιών που πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζαν αδιανόητες.
Ο αμυντικός όμιλος Edge Group των Εμιράτων απέκτησε πρόσφατα το 30% της ισραηλινής εταιρείας Third Eye που ειδικεύεται σε συστήματα ανίχνευσης και προσβολής drones - τεχνολογία κρίσιμη για τα σύγχρονα πεδία μάχης. Η σχέση, πλέον, δεν περιορίζεται σε απλές αγοραπωλησίες, αλλά αποκτά χαρακτηριστικά βαθύτερης τεχνολογικής σύμπραξης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ για τη Μέση Ανατολή μοιάζει λιγότερο με παραδοσιακή πολιτική πρωτοβουλία και περισσότερο με στοιχείο μιας συνολικής αναδιάταξης ισχύος. Η ειρήνη, σε αυτή τη λογική, δεν προηγείται της ασφάλειας· επιχειρείται να οικοδομηθεί πάνω σε αυτήν, μέσω οικονομικής εξάρτησης, ενεργειακών ροών και στρατιωτικής υπεροχής.
Η «νέα Μέση Ανατολή» σχεδιάζεται έτσι μέσα από αγωγούς, όπλα και παζάρια, με τη Γάζα και τους κατοίκους της να μένουν εκτός εξίσωσης. Η ανθρώπινη καταστροφή υποβαθμίζεται σε παράπλευρη απώλεια ενός ευρύτερου γεωπολιτικού παιχνιδιού. Και μια ειρήνη που χτίζεται πάνω σε τόση αδιαφορία και κυνισμό δεν μπορεί βέβαια να αποτελεί λύση αλλά συνέχιση της γενοκτονίας με άλλα μέσα.