Η Λατινική Αμερική δεν είναι πλέον μόνο «πίσω αυλή» αλλά και μέτωπο. Στρατιωτική κλιμάκωση, επιθετική ρητορική και οικονομικές πιέσεις συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Πίσω, όμως, από τις ωμές επιδείξεις ισχύος και τα προσχήματα ενός νέου «πολέμου κατά των ναρκωτικών» διαγράφεται η ανησυχία των ΗΠΑ για τη διεισδυτική οικονομική παρουσία της Κίνας στη Νότια Αμερική, και ειδικά στη Βενεζουέλα.
Η άφιξη του μεγαλύτερου αεροπλανοφόρου στον κόσμο, του «USS Gerald R. Ford», στα ανοιχτά της Βενεζουέλας, συνοδευόμενου από τρία αντιτορπιλικά, ένα πυρηνοκίνητο υποβρύχιο και περισσότερους από 10.000 στρατιωτικούς, δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων στη Νότια Αμερική από τις μέρες της αμερικανικής εισβολής στον Παναμά το 1989. Και φυσικά όλα αυτά συμβαίνουν κάτω από βροχή πυραύλων. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου έχουν καταγραφεί τουλάχιστον είκοσι πυραυλικές επιθέσεις εναντίον μικρών σκαφών που φέρεται ότι μετέφεραν ναρκωτικά, με αποτέλεσμα περισσότερους από εβδομήντα έξι νεκρούς. Πολλοί από αυτούς, όπως κατήγγειλε προσφάτως και ο Πρόεδρος της Κολομβίας Γκουστάβο Πέτρο, ήταν άμαχοι ψαράδες, τους οποίους η Ουάσιγκτον βάφτισε εκ των υστέρων «ναρκοτρομοκράτες». Οι εικόνες των διαλυμένων σκαφών και των καμένων σωμάτων προκάλεσαν αντιδράσεις ακόμη και εντός του ΟΗΕ, που έκανε λόγο για «εξωδικαστικές εκτελέσεις». Η εμπλοκή με τη Δικαιοσύνη είναι κάτι που η αμερικανική κυβέρνηση θέλει πάση θυσία να αποφύγει. Είναι ενδεικτικό ότι απέλασε πρόσφατα με διαδικασίες εξπρές δύο επιζώντες επιθέσεων, αντί να τους συλλάβει και να τους δικάσει. Οι ισχυρισμοί περί επικίνδυνων καρτέλ τα οποία μάχεται το Πεντάγωνο δύσκολα θα μπορούσαν να σταθούν σε οποιοδήποτε δικαστήριο ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων.
Πρωτοφανής συγκέντρωση δυνάμεων
Δεν είναι το μοναδικό αφήγημα που «μπάζει νερά». Πόσο απαραίτητο είναι ένα σύγχρονο αεροπλανοφόρο για να χτυπηθούν τα καρτέλ των ναρκωτικών; Αναλυτές του Center for Strategic and International Studies (CSIS), ενός κέντρου με ιδιαίτερες διασυνδέσεις με το Πεντάγωνο, επισημαίνουν πως ο τρόπος με τον οποίο έχει συγκροτηθεί η συγκεκριμένη ναυτική δύναμη είναι «ασύμβατος με αντιναρκωτικές επιχειρήσεις, αλλά ιδανικός για στρατιωτικά πλήγματα».
Δεν είναι η μοναδική ένδειξη. Πρόσφατο δημοσίευμα του περιοδικού Economist ανέφερε πως ο αμερικανικός στρατός επεκτείνει σημαντικά την παλιά στρατιωτική βάση Ρούζβελτ Ρόουντς στο Πουέρτο Ρίκο, σκοπεύοντας να τη μετατρέψει σε ορμητήριο επιχειρήσεων σε ολόκληρη την περιοχή της Καραϊβικής. «Η αντιμετώπιση του εμπορίου ναρκωτικών ήταν προηγουμένως έργο της αστυνομίας. Τώρα ο Τραμπ ρίχνει τις ένοπλες δυνάμεις στη μάχη ποδοπατώντας τον νόμο. Τα επόμενα στάδια εξαρτώνται από το αν οι αμερικανικές επιθέσεις θα περιοριστούν στο να εξουδετερώνουν σκάφη σε διεθνή ύδατα ή θα προχωρήσουν σε πιο «ζουμερούς» στόχους βαθιά μέσα στο έδαφος της Λατινικής Αμερικής» επισημαίνεται στο άρθρο. Η επέκταση του Ρούζβελτ Ρόουντς στο Πουέρτο Ρίκο συνοδεύεται από κοινές ασκήσεις πεζοναυτών σε Πουέρτο Ρίκο και Παναμά, πρώτη φορά μετά από δεκαετίες που Αμερικανοί στρατιώτες πατούν έδαφος στη ζώνη του Καναλιού. Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν κρύβουν ότι η δύναμη αυτή αποτελεί «την πιο ευέλικτη εφεδρεία» για πιθανή επιχείρηση στη Βενεζουέλα, εάν η σημερινή κρίση κλιμακωθεί.
Εξίσου επιθετική είναι και η πολιτική ρητορική, με τον Ντόναλντ Τραμπ να μην κρύβει την πρόθεσή του για «αλλαγή καθεστώτος» στη Βενεζουέλα του Νικολάς Μαδούρο, τον οποίο οι ΗΠΑ έχουν επικηρύξει ως κοινό έμπορο ναρκωτικών, και να επιτίθεται με όλο και πιο σκληρές φράσεις στον αριστερό Πρόεδρο της Κολομβίας Γκουστάβο Πέτρο, τον οποίο χαρακτηρίζει «τραμπούκο και παράφρονα».
Ο φόβος της κινεζικής διείσδυσης
Πίσω από τις απειλές και τους πυραύλους βρίσκεται ένας σαφής στρατηγικός φόβος: η ραγδαία κινεζική διείσδυση στη Βενεζουέλα. Από το 2007 το Πεκίνο έχει χορηγήσει στη Βενεζουέλα πάνω από 60 δισ. δολάρια σε δάνεια, τα περισσότερα με αντάλλαγμα πετρέλαιο. Κινεζικές κρατικές εταιρείες συμμετέχουν στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων του Ορινόκο, στον εκσυγχρονισμό διυλιστηρίων και στην κατασκευή φραγμάτων και τηλεπικοινωνιακών υποδομών. Είναι μια πρόκληση που μια κυβέρνηση, η οποία έχει ανακηρύξει το Πεκίνο υπ’ αριθμόν ένα εχθρό των ΗΠΑ, δεν μπορεί να ανεχθεί. Η Βενεζουέλα, που διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, προσφέρει στο Πεκίνο στρατηγική πρόσβαση σε πόρους και υποδομές που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τις ισορροπίες στο δυτικό ημισφαίριο. Το γεγονός ότι κινεζικά κεφάλαια ρέουν ελεύθερα σε έργα που οι αμερικανικές κυρώσεις έχουν παγώσει θεωρείται στην Ουάσιγκτον ως προσβολή του κύρους της και ευθεία πρόκληση στη μακροχρόνια κυριαρχία της στην περιοχή. Έτσι κάθε βολή πυραύλου, κάθε απειλή περί «ναρκοτρομοκρατίας» έχει και έναν λιγότερο ορατό στόχο: Υπενθυμίζει στο Πεκίνο ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να θεωρεί τη Λατινική Αμερική ως ζώνη επιρροής της.
Η στρατηγική αυτή δεν είναι καινούργια. Εδώ και δύο αιώνες, από τη διακήρυξη του Δόγματος Μονρόε το 1823, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν την περιοχή ως αποκλειστικό πεδίο επιρροής τους. Τότε στόχος ήταν η αποτροπή της επιστροφής των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Σήμερα, εκείνη που αποκρούεται είναι η ασιατική υπερδύναμη. Η διαφορά είναι ότι πλέον η αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο με στόλους και στρατιώτες, αλλά και με επενδύσεις, δάνεια και ψηφιακή τεχνολογία. Ωστόσο, η νοοτροπία παραμένει ίδια: η πεποίθηση ότι η σταθερότητα στη Λατινική Αμερική περνά αποκλειστικά μέσα από την αμερικανική επικυριαρχία.
Πίσω από τη «διπλωματία των αεροπλανοφόρων» κρύβεται ένας βαθύτερος φόβος: ότι ο κόσμος γύρω από τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλάζει και πως η εποχή της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής κυριαρχίας στη Λατινική Αμερική φτάνει στο τέλος της. Όσο η Κίνα επεκτείνει την παρουσία της μέσω της οικονομίας και της τεχνολογίας, η Ουάσιγκτον επιστρέφει στις συνταγές του ιμπεριαλιστικού παρελθόντος. Το ερώτημα είναι αν αυτή η πολιτική θα διατηρήσει την επιρροή των ΗΠΑ ή αν, τελικά, θα επιταχύνει τη μετατόπισή της. Γιατί στην Καραϊβική του 21ου αιώνα ο ανταγωνισμός δεν κρίνεται μόνο στη θάλασσα, αλλά και στο ποιος τελικά μπορεί να προσφέρει στους λαούς της περιοχής κάτι περισσότερο από φόβο.