Live τώρα    
Κίνα-Ιαπωνία / Δέσμιες της Ιστορίας και της οικονομίας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κίνα-Ιαπωνία / Δέσμιες της Ιστορίας και της οικονομίας

135555434a.jpg
ΑΝΑΛΥΣΗ

Με τις γεωπολιτικές συνθήκες στη Νοτιοανατολική Ασία να απέχουν πολύ από αυτό που θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει ως σχετικά σταθερή κατάσταση ή έστω ως στάτους παγιωμένης ακινησίας, η «παραδοσιακή» αντιπαλότητα Κίνας-Ιαπωνίας με αφορμή αυτή τη φορά το ζήτημα της Ταϊβάν έρχεται να προσθέσει ακόμα μία απόχρωση γκρίζου στο σκιτσογράφημα των ισορροπιών της περιοχής.

Σε μια ασυνήθιστη επίδειξη πυγμής χρησιμοποιώντας ευθείες προειδοποιήσεις και αυστηρό τόνο, η Κίνα διαμήνυσε την περασμένη Παρασκευή στην Ιαπωνία ότι παίζει με τη φωτιά και ότι την περιμένει μια «συντριπτική» ήττα σε περίπτωση που παρέμβει στρατιωτικά στη Ταϊβάν. Φαίνεται πως το Τόκιο γίνεται όλο και πιο ανήσυχο στην προοπτική μιας δυναμικής κίνησης εκ μέρους του Πεκίνου στα Στενά η οποία θεωρητικά θα το έφερνε σε απόσταση αναπνοής από την Οκινάουα, το νοτιότερο άκρο της ιαπωνικής επικράτειας όπου υπάρχουν 32 αμερικανικές βάσεις. Ως γνωστόν, η Ιαπωνία είναι η χώρα όπου σταθμεύει το μεγαλύτερο απόσπασμα αμερικανικού στρατού στο εξωτερικό. Μάλιστα, οι κινεζικές Αρχές προέτρεψαν τους Κινέζους πολίτες να μην επισκέπτονται την Ιαπωνία, κάτι που, όπως φάνηκε από τις μετέπειτα αντιδράσεις, έκανε έξω φρενών το Τόκιο. Το ιαπωνικό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε ακολούθως από την κινεζική κυβέρνηση να πάρει πίσω την προτροπή αυτή.

Η Ιαπωνία με τη σειρά της κάλεσε τον Κινέζο πρέσβη στο Τόκιο και του επέδωσε έντονη διαμαρτυρία για μια ανάρτηση άλλου κορυφαίου Κινέζου διπλωμάτη στην Ιαπωνία η οποία περιείχε επιθετικές αναφορές στην πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι. Πρόκειται για τον γενικό πρόξενο της Κίνας στην Οσάκα Χούε Τζιάν, ο οποίος κοινοποιώντας στην πλατφόρμα X ένα άρθρο σχετικά με τα όσα είπε η Τακαΐτσι στην ιαπωνική Βουλή για την Ταϊβάν σχολίασε: «Ο βρομερός λαιμός που βρομάει από μόνος του πρέπει να κοπεί»... Μπορεί η ανάρτηση αυτή να διαγράφηκε στη συνέχεια, αλλά ο θυμός του Τόκιο δεν ξεθύμανε. Πολιτικοί από το κυβερνητικό στρατόπεδο ζήτησαν την άμεση απέλαση του Χούε Τζιάν, ωστόσο η κυβέρνηση φάνηκε πιο ψύχραιμη ζητώντας μόνο από το Πεκίνο να «λάβει τα κατάλληλα μέτρα», αν και δεν διευκρίνισε ποια θα μπορούσε να είναι αυτά.

Λόγια-φωτιά...

Η σπίθα που άναψε το φιτίλι της τελευταίας κόντρας ήταν όσα είπε η Τακαΐτσι από το βήμα της ιαπωνικής Βουλής περί μιας πιθανής κινεζικής επίθεσης στην Ταϊβάν. Ισοδυναμεί, υποστήριξε, με «υπαρξιακή απειλή» για την Ιαπωνία και αυτό μπορεί να προκαλέσει τη στρατιωτική αντίδρασή της. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση βουλευτή της αντιπολίτευσης, είπε πως μια επίθεση σε αμερικανικά πολεμικά πλοία που θα έχουν σταλεί για να σπάσουν ενδεχόμενο κινεζικό ναυτικό αποκλεισμό της Ταϊβάν θα μπορούσε να αναγκάσει το Τόκιο να παρέμβει στρατιωτικά για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και την ισχυρή σύμμαχό του, την Ουάσιγκτον.

Σημειώνεται ότι οι ανατολικές ακτές της Ταϊβάν απέχουν μόλις 110 χλμ. από την ιαπωνική επικράτεια των τελευταίων νησιών του συμπλέγματος της Οκινάουα και η θαλάσσια περιοχή αποτελεί ζωτικής σημασίας εμπορική οδό για το Τόκιο.

Ο όρος «υπαρξιακή απειλή» παραπέμπει σ’ έναν αμφιλεγόμενο νόμο του 2015, της κυβέρνησης του -δολοφονηθέντος το 2022- πρωθυπουργού Σίνζο Άμπε, ο οποίος σηματοδότησε μια ιστορική μετατόπιση στη μέχρι τότε ιαπωνική αμυντική πολιτική, επιτρέποντας την ανάπτυξη ιαπωνικών στρατευμάτων στο εξωτερικό για πρώτη φορά από τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεωρώντας τον ως μια απροκάλυπτη παραβίαση του πασιφιστικού συντάγματος και χαρακτήρα της χώρας, ο νόμος αυτός είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων. Για πολλούς εντός και εκτός Ιαπωνίας, περισσότερο όμως για τις χώρες της Ανατολικής Ασίας που βίωσαν τα δεινά του μιλιταριστικού ιμπεριαλισμού της αυτοκρατορικής περιόδου, ο νόμος της κυβέρνησης Άμπε ενέτεινε την αίσθηση μιας απόπειρας αναθεωρητισμού που βρισκόταν σε φανερή ασυμφωνία με την πολιτική της προσέγγισης, της συμφιλίωσης και της συνεργασίας που ακολουθήθηκε από το Τόκιο καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο.

Η Τακαΐτσι, που ανέλαβε τα καθήκοντά της πριν από σχεδόν ένα μήνα και θεωρείται ότι εκπροσωπεί τον σκληροπυρηνικό εθνικιστικό πυρήνα της κυβερνώσας ελίτ της Ιαπωνίας, εξόργισε επίσης το Πεκίνο δημοσιοποιώντας τη συνάντησή της με εκπρόσωπο της Ταϊβάν σε μια περιφερειακή σύνοδο κορυφής στη Σεούλ στις αρχές Νοεμβρίου.

Η τελευταία διαμάχη απειλεί να επιδεινώσει τις δύσκολες σχέσεις των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της Ασίας, οι οποίες βρίσκονται σε σταθερή τροχιά ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια.

Σε μια πιο ψύχραιμη επαναθεώρηση της κατάστασης, το Πεκίνο φάνηκε να παίρνει πίσω τις απειλές του σημειώνοντας ότι οι αναφορές της Τακαΐτσι για την Ταϊβάν παραβιάζουν σοβαρά το πνεύμα της συμφωνίας του 1972 μεταξύ των δύο χωρών, βάσει της οποίας η Ιαπωνία αναγνωρίζει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ως τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση όλης της Κίνας.

Η ουσία της κατάστασης

Για τους περισσότερους αναλυτές η τελευταία κόντρα με αφορμή τις δηλώσεις Τακαΐτσι δεν είναι παρά ακόμα ένα επεισόδιο της μακρόχρονης σινο-ιαπωνικής σχέσης ανταγωνισμού και αντιπαλότητας, η οποία αποτελεί δεδομένη «ιδιορρυθμία» της γεωπολιτικής κατάστασης πραγμάτων στην Ανατολική Ασία. Οι δύο χώρες έχουν μια πολυκύμαντη και περίπλοκη σχέση στιγματισμένη από τραυματικά ιστορικά γεγονότα και επηρεαζόμενη καθοριστικά από τη γεωγραφία, την οικονομία και την περιφερειακή δυναμική ασφαλείας. Τα ανεπίλυτα ζητήματα πηγάζουν από ένα μείγμα βαθιών ιστορικών τραυμάτων, προκαταλήψεων, πολιτισμικών καταβολών, στρατηγικής αντιπαλότητας και ανταγωνισμού για επιρροή και πρωτοκαθεδρία στην Ασία.

Ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός της αυτοκρατορικής περιόδου, από τα τέλη του 19ου ως τα μέσα 20ού αιώνα, με την εισβολή και κατοχή τμημάτων της Κίνας, ειδικά ο Δεύτερος Σινοϊαπωνικός Πόλεμος (1937-1945) άφησε βαθιά τραύματα στο κινεζικό συλλογικό υποσυνείδητο. Γεγονότα όπως η σφαγή της Ναντσίνγκ, τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, η υποταγή χιλιάδων γυναικών σε σεξουαλική σκλαβιά για την ικανοποίηση των ιαπωνικών στρατευμάτων παραμένουν νωπά. Πιο τραυματικά απ’ όλα, οι βαρβαρότητες που ακολούθησαν την κατάληψη της Ναντσίνγκ, της τότε πρωτεύουσας της εθνικιστικής «Δημοκρατίας της Κίνας», τον Δεκέμβριο του 1937, όπου τα ιαπωνικά στρατεύματα επιδόθηκαν σε διάστημα έξι εβδομάδων σε μαζικές δολοφονίες, βιασμούς, εμπρησμούς και λεηλασίες. Ο αριθμός των Κινέζων αμάχων και αιχμαλώτων που σκοτώθηκαν στη σφαγή της Ναντσίνγκ έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων, με τις περισσότερες εκτιμήσεις να κυμαίνονται από 100.000 έως και πάνω από 300.000. Οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός των θυμάτων κυμαίνεται μεταξύ 200.000 και 300.000.

Τα σχετικά αριθμητικά και άλλα στοιχεία που συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου για την Άπω Ανατολή και του Δικαστηρίου Εγκλημάτων Πολέμου της Ναντσίνγκ, τα οποία συστάθηκαν μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, βασίστηκαν σε ιαπωνικά στρατιωτικά έγγραφα, φωτογραφίες και μαρτυρίες και θεωρούνται εξαιρετικά αξιόπιστα.

Η σφαγή της Ναντσίνγκ δεν αμφισβητείται σήμερα, ωστόσο ορισμένες πολιτικές και εθνικιστικές ομάδες, κυρίως στην Ιαπωνία, αμφισβητούν πτυχές της, όπως ο αριθμός των θυμάτων ή η φύση των εγκλημάτων. Το γεγονός συνεχίζει να τροφοδοτεί την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών καθώς λειτουργεί ως καίριο σύμβολο του εθνικού τραύματος για την Κίνα, των ιστορικών ευθυνών για την Ιαπωνία αλλά και της αποκλίνουσας ιστορικής μνήμης για τις δύο πλευρές.

Η Κίνα υποστηρίζει ότι η Ιαπωνία δεν έχει αναγνωρίσει πλήρως τις ευθύνες της και δεν έχει ζητήσει συγγνώμη για τις πράξεις της στη διάρκεια του πολέμου, όμως η Ιαπωνία επιμένει πως το έχει κάνει ζητώντας επανειλημμένα συγγνώμη από τον κινεζικό λαό. Ζητήματα όπως οι διαφωνίες για το πώς παρουσιάζονται τα γεγονότα αυτά στα σχολικά βιβλία Ιστορίας, οι επισκέψεις Ιαπώνων αξιωματούχων σε μνημεία που συνδέονται με τον πόλεμο, αλλά βεβαίως και η πολιτική ρητορική που περνά από φάσεις ύφεσης σε περιόδους έξαρσης κρατούν τις πληγές ανοιχτές.

Από το χθες στο σήμερα

Αλλά δεν είναι μόνο το παρελθόν που ρίχνει βαριά τη σκιά του στη δύσκολη σχέση Τόκιο-Πεκίνου. Είναι και το πιεστικό παρόν. Ο «τοπικός» και ευρύτερος γεωπολιτικός ανταγωνισμός για πρόσβαση σε πόρους και έλεγχο εμπορικών οδών εντείνεται, κλιμακώνοντας αναλόγως τη σινο-ιαπωνική διαμάχη για κυριαρχία στα Νησιά Σενκάκου (για την Ιαπωνία) Ντιαογιού για την Κίνα. Είναι ένα μικρό σύμπλεγμα ακατοίκητων νησιών και βραχονησίδων στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, 170 χλμ. από τις βορειοανατολικές ακτές της Ταϊβάν.

Η Κίνα διεκδικεί ιστορικά την ανακάλυψη και κυριότητα των νησιών από τον 14ο αιώνα, ωστόσο η Ιαπωνία ήταν εκείνη που διατήρησε τον έλεγχό τους από το 1895 μέχρι την παράδοσή της στις ΗΠΑ στο τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κυβέρνηση του Τόκιο παραχώρησε στη συνέχεια διοικητικά δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες βάσει της Συνθήκης του Σαν Φρανσίσκο και το νησιωτικό σύμπλεγμα Σενκάκου εντάχθηκε στην Πολιτική Διοίκηση των Νήσων Ριουκιού από το 1945 έως το 1972, οπότε και επιστράφηκε στην Ιαπωνία βάσει της Συμφωνίας Επιστροφής της Οκινάουα. Η ανακάλυψη μεγάλων πετρελαϊκών κοιτασμάτων το 1968 στη θαλάσσια περιοχή των νησιών λειτούργησε ως καταλύτης στη σινο-ιαπωνική κόντρα για τον έλεγχό τους.

Σημειώνεται ότι, παρά την αντιπαλότητα Κίνας-Ταϊβάν, και οι δύο κυβερνήσεις συμφωνούν ότι τα νησιά αποτελούν μέρος της Ταϊβάν ως διοικητική προέκταση της πόλης Τουτσένγκ στην κομητεία Γιλάν. Η Ιαπωνία διοικεί σήμερα τα νησιά ως μέρος της αυτοδιοικητικής περιφέρειας της πόλης Ισιγκάκι στην επαρχία Οκινάουα. Δεν αναγνωρίζει τις αξιώσεις της Κίνας ούτε της Ταϊβάν, αλλά δεν έχει επιτρέψει ούτε στην περιφερειακή διοίκηση του Ισιγκάκι να προχωρήσει σε οικιστική ή άλλη ανάπτυξη των νησιών.

Αν και μικροσκοπικές, οι νησίδες αποτελούν ένα μεγάλο διακύβευμα. Βρίσκονται σε στρατηγική τοποθεσία που οριοθετεί ΑΟΖ για κρίσιμους πόρους όπως οι υδρογονάνθρακες και η αλιεία, ενώ επιτρέπει τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας και κατ’ επέκταση των καίριων εμπορικών οδών της Ανατολικής Ασίας.

Καθώς η Κίνα αναδύεται ως παράγοντας ισχύος στην περιοχή, η Ιαπωνία ως εδραιωμένη περιφερειακή δύναμη που διαθέτει πανίσχυρο Πολεμικό Ναυτικό -το δεύτερο ισχυρότερο μετά από αυτό των ΗΠΑ-, εξοπλισμένο με τα πλέον προηγμένα συστήματα από Αμερικανούς και Ευρωπαίους, δηλώνει παρούσα και επιχειρεί να ανακόψει την ορμή του Πεκίνου.

Σαφές και εύλογο να επιζητεί η Κίνα επέκταση της επιρροής της έχοντας ένα πολύ ξεκάθαρο όραμα για την τοπική αρχιτεκτονική σε συνδυασμό με την επιθυμία της για περιφερειακή ηγεμονία. Από την άλλη, η Ιαπωνία ως καίριο συστατικό μέρος του δυτικού στρατοπέδου και «αναμεταδότης» της αμερικανικής ηγεμονίας στην Ασία επιμένει στις στρατηγικές του ελεύθερου και ανοιχτού Ινδο-Ειρηνικού και στις πολυμερείς οικονομικές και στρατιωτικές συνέργειες με ισχυρούς περιφερειακούς παράγοντες όπως η Αυστραλία, η Ινδία, οι χώρες της «κοινής αγοράς» του ASEAN. Η ισχυρή συμμαχία της Ιαπωνίας με τις ΗΠΑ θεωρείται από την Κίνα ως μηχανισμός ανάσχεσης και υπ’ αυτή την οπτική οποιαδήποτε σύγκρουση για την Ταϊβάν θα μπορούσε να οδηγήσει τις δύο ανταγωνιστικές χώρες σε ευθεία αντιπαράθεση.

Την ίδια ώρα, όλο και πιο συχνά εκπρόσωποι της ιαπωνικής Δεξιάς προωθούν την ιδέα αναθεώρησης του πασιφιστικού συντάγματος ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τον επανεξοπλισμό της Ιαπωνίας προβάλλοντας τη Κίνα ως τον «κίνδυνο» που δικαιολογεί μια τέτοια κίνηση.

Κατάστημα με ιαπωνικά θαλασσινά προϊόντα στο Πεκίνο. Η κινεζική κυβέρνηση σταματάει τις εισαγωγές

Διπολική σχέση

Στα μάτια των Ιαπώνων η Κίνα είναι ένας οικονομικός γίγαντας που προσφέρει ευκαιρίες αλλά εγκυμονεί και κινδύνους

Όμως, όσο «ξεκάθαρη» είναι η σχέση Τόκιο-Πεκίνου στο επίπεδο της στρατηγικής τριβής, άλλο τόσο αντιφατική πραγματικά είναι στη σφαίρα της οικονομικής και τεχνολογικής αλληλεξάρτησης. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, οι δύο χώρες είναι τόσο πυκνά και «σφιχτά» συνδεδεμένες σήμερα όσο ίσως κανένα άλλο «ζευγάρι» χωρών στον κόσμο.

Δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα όταν η Κίνα τα τελευταία 20 χρόνια είναι ο Νο1 εμπορικός εταίρος της Ιαπωνίας, ενώ απ’ την άλλη η Ιαπωνία είναι σταθερά ο Νο3 μεμονωμένος εμπορικός εταίρος της Κίνας αμέσως μετά τις ΗΠΑ και τη Νότια Κορέα.

Το διμερές εμπόριο έφτασε πέρυσι σε αξία τα 292,6 δισ. δολάρια. Υπάρχει επίσης ένα τεράστιο επενδυτικό ρεύμα από την Ιαπωνία προς την Κίνα, το οποίο σημείωσε φέτος νέο limit-up. Οι ιαπωνικές άμεσες ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 55,5% σε ετήσια βάση μεταξύ Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου 2025, σηματοδοτώντας μια θεαματική άνοδο παρά τις παγκόσμιες οικονομικές αντιξοότητες και φυσικά τη διμερή πολιτικο-διπλωματική δύσκολη σχέση.

Η ανοδική κούρσα οφείλεται σε ιαπωνικές εταιρείες που αναζητούν σταθερότητα και ευκαιρίες στην κινεζική αγορά σε τομείς όπως η πράσινη οικονομία, η υγειονομική περίθαλψη και η υψηλή τεχνολογία. Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι πάνω από τις μισές ιαπωνικές επιχειρήσεις σχεδιάζουν να διατηρήσουν ή να αυξήσουν την επενδυτική παρουσία τους στην Κίνα το 2025.

Εξάλλου, αν και η Ιαπωνία αναδιαρθρώνει τις αλυσίδες εφοδιασμού της μετά την πανδημία διαφοροποιώντας τις πηγές, επενδύοντας στην εγχώρια παραγωγή και δημιουργώντας νέες συνεργασίες με συμμάχους όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα εξακολουθεί να παραμένει το μεγαλύτερο κεφάλαιό της στον τομέα αυτό, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με κρίσιμες πρώτες ύλες όπως, π.χ., οι σπάνιες γαίες.

Από την άλλη, η φρενήρης βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη της Κίνας φαντάζει ως απειλή για την τεχνολογική πρωτοπορία της Ιαπωνίας και για το «όνομα» που έχει δημιουργήσει στην καινοτομία. Ως αποτέλεσμα, ο ανταγωνισμός στην υψηλή τεχνολογία και στις υποδομές εντείνεται. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί ίσες και αντίρροπες δυνάμεις, μια που ωθεί προς τη συνεργασία, μια προς την αντιπαλότητα. Στα μάτια των Ιαπώνων η Κίνα είναι ένας οικονομικός γίγαντας που προσφέρει ευκαιρίες αλλά εγκυμονεί και κινδύνους. Εν ολίγοις: Καμία από τις δύο χώρες δεν μπορεί να αγνοήσει την άλλη, όμως και οι δύο φοβούνται πως θα υποταχθούν στην άλλη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα και στις δύο χώρες θεωρεί πως αυτή η διπολική σχέση θα έχει... μέλλον, ίσως με ανεβασμένη ένταση προσεχώς.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0