Δεν υπάρχει αμφιβολία πως για άλλη μια φορά-μετά την υπό δρομολόγηση συμφωνία στη Γερουσία για τον τερματισμό του shutdown- οι Δημοκρατικοί, είτε λόγω συνθηκών είτε λόγω επιλογών, επιβεβαιώνουν τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται ως αντιπολίτευση.
Ο κυρίαρχος δικομματισμός, το θεμέλιο της αμερικανικής δημοκρατίας, είναι δομημένος πάνω στη λογική της συναίνεσης- διαφορετικά δεν θα μπορούσε να μακροημερεύσει- και η εκάστοτε αντιπολίτευση είναι αναγκασμένη να «υπακούσει» σ' αυτήν.
Όσο κι αν οι Δημοκρατικοί, ανεξαρτήτως πτέρυγας ή τάσης, θέλουν να κάνουν σκληρή αντιπολίτευση στον Τραμπ, ίσως ως και του σημείου να μην τον αφήσουν να κυβερνήσει, είναι αναγκασμένοι να αποδεχθούν τις επιταγές του δικομματισμού για συναίνεση και να «εισακούσουν» τα κυβερνητικά αιτήματα. Βέβαια, «παρακάτω» το πεδίο είναι ελεύθερο για πολιτικό παζάρι, όπως κι έγινε στη τελευταία περίπτωση, όμως αυτό είναι ταυτόχρονα μια ευκαιρία και μια πρόκληση.
Έτσι, μετά από ένα Σαββατοκύριακο έντονου παρασκηνιακού παζαράμετος στη Γερουσία, μια μικρή ομάδα των Δημοκρατικών συντάχθηκε με τους Ρεπουμπλικάνους και ψήφισε υπέρ της συμβιβαστικής συμφωνίας για την επανέναρξη χρηματοδότησης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η διακοπή της οποίας εδώ και σαράντα ημέρες έχει παραλύσει τον κρατικό μηχανισμό επηρεάζοντας από την φορολογική υπηρεσία ως τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας.
Κλυδωνισμοί
Το ντιλ αποτελεί ένα διαδικαστικό πρώτο βήμα προς τη ψήφιση ενός συμβιβασμού ο οποίος όμως θα πρέπει να ξεπεράσει αρκετά ακόμη εμπόδια πριν «ευδοκιμήσει», συμπεριλαμβανομένης μιας ιδιαίτερα απρόβλεπτης ψηφοφορίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Υπάρχει δηλαδή πολύς δρόμος μπροστά μέχρι η κατάσταση να ξεμπλοκάρει και να επιστρέψουν οι ομοσπονδιακοί υπάλληλοι στις υπηρεσίες τους.
Το τρέχον «κλείσιμο» του κρατικού μηχανισμού είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια που έχει υπάρξει ποτέ, με πολλές κυβερνητικές υπηρεσίες να έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους από την 1η Οκτωβρίου και περίπου 1,4 εκατομμύρια ομοσπονδιακούς υπαλλήλους να έχουν πάρει αναγκαστική άδεια άνευ αποδοχών ή να εργάζονται χωρίς να πληρώνονται.
Οι Ρεπουμπλικάνοι που έχουν την πλειοψηφία στη Γερουσία με 53 έδρες έναντι 47 Δημοκρατικών και ανεξάρτητων χρειάζονται επειγόντως υποστήριξη για να υπερβούν το ελάχιστο όριο των 60 ψήφων που απαιτείται προκειμένου να περάσει το νομοσχέδιο.
Κι ενώ κατάφεραν να αποσπάσουν 8 ψήφους από την “άλλη” πλευρά-προκαλώντας πάλι ισχυρούς κλυδωνισμούς στο εσωτερικό των Δημοκρατικών- έχασαν μία από τη δική τους, με τον Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή του Κεντάκι Ραντ Πολ να απορρίπτει το προτεινόμενο σχέδιο νόμου υποστηρίζοντας ότι αυξάνει περεταίρω το δημόσιο χρέος.
Και μπορεί οι Δημοκρατικοί να κατόρθωσαν, σχεδόν επιτυχημένα, να «ανταλλάξουν» την υποστήριξή τους προς τους Ρεπουμπλικάνους «διασώζοντας» οικονομικά την κυβέρνηση Τραμπ, με την παράταση των επιδομάτων υγειονομικής περίθαλψης, τα οποία πρόκειται να λήξουν φέτος κι αφορούν εκατομμύρια Αμερικανούς της κατώτερης τάξης, ωστόσο δεν φαίνεται η πλειοψηφία του ακροατηρίου τους να εκλαμβάνει αυτή την «ανταλλαγή» ως δίκαιη ή θεμιτή.
Υπόψιν, ότι το όλο ντιλ περιστράφηκε γύρω από το αίτημα των Δημοκρατικών να παραταθεί και τον επόμενο χρόνο η κρατική επιδότηση στα ασφάλιστρα υγειονομικής περίθαλψης που καταβάλλονται βάσει του Νόμου για την Προσιτή Φροντίδα Υγείας (ACA).
Πρόκειται για μια αρωγή βασικού κοινωνικού κράτους που εντάσσεται στο πλαίσιο της αναμόρφωσης του συστήματος Υγείας του Ομπάμα, το λεγόμενο Obamacare, και την οποία ο Τραμπ έχει βαφτίσει «σπατάλη». «Έχουμε αυτές τις επιδοτήσεις - αυτό είναι το πρόβλημα με το Obamacare - οι επιδοτήσεις είναι τόσες πολλές, δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια δολάρια σπαταλώνται», είχε δηλώσει σχετικά.
Διάσταση απόψεων
Υπάρχουν ωστόσο σαφή σημάδια πως οι δεν συμφωνούν όλοι οι Δημοκρατικοί με τη στρατηγική του παζαρέματος. Ορισμένοι απ’ αυτούς, ηγετικά στελέχη ειδικά, ξεκαθάρισαν πως οποιαδήποτε επαναχρηματοδότηση της κυβέρνησης θα πρέπει να συνοδεύεται από εγγυημένη παράταση των επιδοτήσεων και όχι από προσωρινούς διακανονισμούς που πολύ πιθανό θα ξαναβρεθούν στο τραπέζι του κομματικού παζαριού σύντομα.
Άλλοι ωστόσο φαίνονται πιο πρόθυμοι να αποδεχτούν προσωρινή λύση και να αφήσουν τη «σοβαρή» συζήτηση για αργότερα, σε μια πιο σκληρή πολιτική κόντρα. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν το διχασμό που επικρατεί στο Δημοκρατικό στρατόπεδο.
Σχεδόν το 40% των Δημοκρατικών πιστεύουν πως το κόμμα θα πρέπει να αποδεχτεί έναν συμβιβασμό για την συνέχιση της χρηματοδότησης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ακόμη και χωρίς παράταση των επιδοτήσεων του Obamacare, ενώ το 35% θεωρεί πως πρέπει να πιέσει περισσότερο για παράταση της κυβερνητικής ενίσχυσης.
Από την άλλη, η συντηρητική πλευρά αντιλαμβάνεται αυτή τη στάση όχι ως μια ακόμη αντιπολιτευτική τακτική, προφανώς σκληρή, δεδομένων των συνθηκών, αλλά ως «ατζέντα» της προοδευτικής τάσης που συμπαρασύρει το σύνολο του κόμματος σε μια “ακτιβιστική” λογική. Χαρακτηριστικά, Δημοκρατικοί γερουσιαστές όπως ο Τζον Φέτερμαν δηλώνουν απογοητευμένοι και αποστασιοποιημένοι με αυτό που θεωρούν ως “ομηρία” του κόμματος από την προοδευτική πτέρυγά του.
«Διπολική» στρατηγική
Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να παραβλέπεται η εγγενής αντίφαση που «ακολουθεί» τη «διπολική» στρατηγική των Δημοκρατικών στην αντιπολιτευτική αντιμετώπιση του Τραμπ. Οι εσωκομματικές διαφορές τους φέρνουν στο προσκήνιο ένα κεντρικό οξύμωρο: Κατά πόσον- και για πόσο- μπορεί να «αξιοποιηθεί αποτελεσματικά το κυβερνητικό lockdown για να επιτευχθούν πολιτικά κέρδη, και κατά πόσον ο κίνδυνος μιας μακροχρόνιας παράλυσης της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού είναι θεμιτός και αποδεκτός στο όνομα αυτών των κερδών.
Το ότι οι Ρεπουμπλικάνοι είναι αισιόδοξοι και θεωρούν πως στο τέλος θα κατορθώσουν να «διασώσουν» τον Τραμπ με τις 8-10 ψηφους των Δημοκρατικών δείχνει στον «έξω κόσμο» ότι διατηρούν σημαντική ικανότητα πολιτικής μόχλευσης η οποία σαφώς ενισχύεται από την γενικότερη αίσθηση ότι στο Δημοκρατικό στρατόπεδο έχουν εμφανιστεί ρωγμές, ή δυσφορία για τους «ανίερους» συμβιβασμούς. Προφανώς, αν το κόμμα ήταν «συμπαγές» στη καθολική απόρριψη οποιασδήποτε συμφωνίας χωρίς τους όρους του, η μόχλευση των Ρεπουμπλικάνων θα φάνταζε λιγότερο σημαντική και η αισιοδοξία τους θα αμφισβητούνταν.
Εν κατακλείδι, η στιγμή είναι κρίσιμη: Με το Δημοκρατικό Κόμμα να έχει κερδίζει τελευταία σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις, με πιο θεαματική και ελπιδοφόρα αυτή του Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης, η οποία ενθουσίασε και εκθειάστηκε εντός και εκτός Αμερικής, καλείται τώρα να δώσει τη μάχη με τον εαυτό του. Η συμπαγής ενότητα θα κρίνει την προοπτική του.