Ο Ζόραν Μαμντάνι εξελέγη δήμαρχος της Νέας Υόρκης μιλώντας πάνω απ’ όλα για κοινωνική δικαιοσύνη. Για τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ «η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται» απειλεί τώρα να γίνει το αντίπαλο δέος, μια προοδευτική νησίδα αποφασισμένη να αμφισβητήσει τον πυρήνα της πολιτικής του. Για τους Δημοκρατικούς η πρόκληση είναι διαφορετική: πώς διαχειρίζεσαι ένα κίνημα που γεννήθηκε μέσα στο κόμμα σου αλλά πλέον δεν υπακούει στις εντολές σου;
Η αφετηρία θα πρέπει να αναζητηθεί στο 2015, όταν ο Μπέρνι Σάντερς, ανεξάρτητος γερουσιαστής από το Βερμόντ, αποφάσισε να διεκδικήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών απέναντι στη Χίλαρι Κλίντον επιλέγοντας να προσδιορίσει τον εαυτό του ως «δημοκρατικό σοσιαλιστή». Τότε πολλοί μέσα στο κόμμα τον αντιμετώπισαν σαν γραφική περίπτωση. Όμως η εκστρατεία του, με κεντρικό σύνθημα «Όχι εγώ. Εμείς», κατόρθωσε να κινητοποιήσει εκατομμύρια νέους και εργαζόμενους που ένιωθαν μέχρι τότε αποκομμένοι από την πολιτική. Η πλατφόρμα του Σάντερς -καθολική υγειονομική περίθαλψη, δωρεάν δημόσια πανεπιστήμια, φορολόγηση του πλούτου- μετατόπισε σταδιακά τον ιδεολογικό άξονα του Δημοκρατικού Κόμματος. Μέχρι τότε, όροι όπως «σοσιαλισμός» ή «κοινωνικές ανισότητες» θεωρούνταν πολιτικά τοξικοί και αποφεύγονταν με κάθε τρόπο. Μετά τις καμπάνιες του για τη διεκδίκηση του χρίσματος άρχισαν να εντάσσονται, έστω και με μεγάλη επιφυλακτικότητα, στην πολιτική ρητορική του κόμματος.
Ετσι, ακόμα κι αν ο Σάντερς έχασε το χρίσμα του υποψηφίου, κέρδισε κάτι πιο βαθύ: άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού και δημιούργησε ένα πολιτικό οικοσύστημα ικανό να παράγει νέους τρόπους πολιτικής δράσης και μια νέα γενιά πολιτικών, ανεξάρτητων από τις δεσμεύσεις και τη διαπλοκή της κεντρικής ηγεσίας. Από την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ μέχρι την Ιλχάν Όμαρ και τη Ρασίντα Τλάιμπ, η λεγόμενη «Ομάδα» (Squad) εξέφρασε το νέο προοδευτικό πρόσωπο. Μετά την ήττα του 2016 και την επανάληψη της αναμέτρησης το 2020, η εκστρατεία τού Σάντερς λειτούργησε σαν πολιτικό εργαστήρι. Από κει προέκυψαν οργανώσεις όπως οι Our Revolution και Justice Democrats, που έσπασαν τη μονολιθικότητα του κομματικού μηχανισμού και υποστήριξαν ανεξάρτητους, προοδευτικούς υποψηφίους.
Κινηματική λογική
Αυτό το νέο δίκτυο, βασισμένο σε μικρές συνεισφορές πολιτών και στη μαζική κινητοποίηση της βάσης, άλλαξε ριζικά τη διαδικασία επιλογής υποψηφίων. Όπου άλλοτε αποφάσιζαν οι μεγάλοι χορηγοί και η Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών (DNC) εμφανίζονταν τώρα καμπάνιες «ανταρτών» που νικούσαν τους εκλεκτούς του κατεστημένου. Η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ νίκησε τον πανίσχυρο Τζο Κρόουλι, ενώ η Κόρι Μπους επικράτησε του ιδιαίτερα έμπειρου Λέισι Κλέι. Ακόμα και ο Μαμντάνι εξελέγη το 2020 στη Βουλή της Νέας Υόρκης χωρίς την οποιαδήποτε επίσημη στήριξη. Η πορεία του προς τη δημαρχία είναι συνέχεια αυτής της λογικής: μια πολιτική που ξεκινά από τις γειτονιές και όχι από επιτροπές στρατηγικής στην Ουάσιγκτον.
Για την ηγεσία του κόμματος το προοδευτικό ρεύμα υπήρξε έτσι ταυτόχρονα ανανέωση αλλά και απειλή. Έφερε νέα ενέργεια, κινητοποίησε ψηφοφόρους αλλά προκάλεσε και βαθιά ρήγματα σε κρίσιμες πολιτείες όπου η μετριοπάθεια θεωρείται ακόμα εκλογική αναγκαιότητα. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, ο Μαμντάνι δεν έκρυψε την πρόθεσή του να συγκρουστεί με το κατεστημένο. Μίλησε ανοιχτά για την ανάγκη ριζικής αναδιανομής του πλούτου, για δημόσιες υπηρεσίες καθολικής πρόσβασης και για μια νέα, μαχητική Αριστερά που θα σταθεί απέναντι στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Η πλατφόρμα του δεν θύμιζε σε τίποτα τη μετριοπαθή γραμμή του Τζο Μπάιντεν, της Κάμαλα Χάρις ή εκείνες των κομματικών ηγεσιών σε Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων.
Κι όμως, ήταν αυτή η ατζέντα που ψηφίστηκε την περασμένη Τρίτη από περισσότερο από 1 εκατομμύριο πολίτες στη Νέα Υόρκη. Ήταν αυτή η ατζέντα, σε συνδυασμό με την κινηματική, «πόρτα-πόρτα» κινητοποίηση των εθελοντών της καμπάνιας Μαμντάνι, που πέτυχε τον διπλασιασμό της συμμετοχής - η μεγαλύτερη που έχει σημειωθεί από το 1969. Όλα αυτά σε μια πόλη που, μολονότι παραδοσιακά Δημοκρατική, είχε πάντοτε δημάρχους πολύ πιο κεντρώους και προσανατολισμένους στην πραγματικότητα της Wall Street.
Μια ψήφος με σαφή ταξική ταυτότητα
Η ανάλυση της ψήφου δείχνει ότι ο Μαμντάνι κέρδισε κυρίως στις εργατικές γειτονιές των πέντε δήμων της Νέας Υόρκης, επικρατώντας με συντριπτικά ποσοστά στις περιοχές που πλήττονται περισσότερο από τις ανισότητες και το αυξανόμενο κόστος ζωής. Στο Χάρλεμ νίκησε τον Κουόμο κατά 45 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες, στην Τζαμάικα του Κουίνς τον άφησε πίσω 28, στο Ιστ Νιου Γιορκ του Μπρούκλιν 27 όπως και στο Πάρκτσεστερ του Μπρονξ. Σύμφωνα επίσης με τα exit polls, το 70% των ψηφοφόρων κάτω των 45 ετών στήριξε τον Μαμντάνι. Εξίσου ισχυρή ήταν η υποστήριξή του μεταξύ όσων δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση «βρίσκεται σε πτωτική πορεία» και μεταξύ εκείνων που αντιτίθενται έντονα στον Ντόναλντ Τραμπ. Η ψήφος στον Μαμντάνι αποτυπώνει έτσι μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία που φαίνεται να αναζητά μια πιο τολμηρή, προοδευτική πολιτική ατζέντα. Είναι μια δυναμική που έρχεται σε αντίθεση με την τακτική της ηγεσίας των Δημοκρατικών, μιας ομάδας στελεχών και παραγόντων η οποία έχει συνηθίσει να ελέγχει απόλυτα την ατζέντα, να αποφεύγει τις ρήξεις και να αποστρέφεται προτάσεις που θα μπορούσαν να φοβίσουν τον περίφημο «μεσαίο χώρο».
Κόμμα βαθιά διχασμένο
Η δυσπιστία του κομματικού μηχανισμού απέναντι στο φαινόμενο Μαμντάνι ήταν ολοφάνερη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του καμπάνιας. Μια σειρά πρωτοκλασάτα στελέχη, από τον ηγέτη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας τού κόμματος στη Γερουσία Τσακ Σούμερ μέχρι τον απερχόμενο δήμαρχο Νέας Υόρκης Έρικ Άνταμς και την κυβερνήτρια της πολιτείας Κάθι Χόχολ, απέφυγαν να τον στηρίξουν. Δεν είναι λίγοι εξάλλου όσοι εκφράζουν ακόμα και μετεκλογικά τον φόβο πως μια τόσο αριστερή στροφή θα μπορούσε να αποξενώσει τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους σε πολιτείες-κλειδιά για τις προεδρικές εκλογές. Από την άλλη, θα πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μην δει τους κινδύνους που εγκυμονεί η αποξένωση και από αυτή τη νέα γενιά Δημοκρατικών, μια γενιά που θεωρεί την περίφημη μετριοπάθεια συνώνυμο της αδράνειας.
Από αυτή την άποψη, η Νέα Υόρκη αναμένεται να αποτελέσει από τον Ιανουάριο, όταν ο Μαμντάνι θα αναλάβει τη δημαρχία, ένα ιδιότυπο πολιτικό εργαστήρι που θα μπορούσε να κλονίσει τόσο τη διακυβέρνηση Τραμπ όσο και τις ισορροπίες στο Δημοκρατικό Κόμμα. Αν ο Μαμντάνι πετύχει, θα αποδείξει ότι το προοδευτικό μοντέλο είναι πολιτικά βιώσιμο, αλλά τότε το κόμμα θα κληθεί να εξηγήσει γιατί το αγνοούσε τόσο καιρό. Αν αποτύχει, θα επιβεβαιώσει όσους στηρίζουν τη σημερινή στρατηγική.
Σε κάθε περίπτωση, ο ενθουσιασμός της βάσης του και η διστακτικότητα της ηγεσίας να τον στηρίξει αποτυπώνουν ένα κόμμα βαθιά διχασμένο ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον του. Από αυτή την άποψη, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι αν η ηγεσία θα μπορέσει να «διαχειριστεί» τον Μαμντάνι, αλλά αν θα μπορέσει να διαβάσει σωστά το μήνυμα που στέλνει η εκλογή του.