Η δεκαετία του 1980 ήταν κομβική για τις σχέσεις ΗΠΑ-Λατινικής Αμερικής. Για την Ουάσιγκτον, τα αμερικανικά έθνη πέραν των νότιων συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρούνταν και αντιμετωπίζονταν ως ένα καίριας σημασίας πεδίο ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού. Σ’ όλη τη δεκαετία εκείνη η πολιτική των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική καθοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά από την οπτική του Ψυχρού Πολέμου: τον σταθερό φόβο ότι αριστερά κινήματα, συχνά εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα, υποστηριζόμενα από τη Σοβιετική Ένωση ή την Κούβα, θα κέρδιζαν τη λαϊκή υποστήριξη και αποδοχή και θα κατέληγαν να γίνουν κυβέρνηση. Και μόνο η ιδέα ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα σοβιετικό «προγεφύρωμα» στο δυτικό ημισφαίριο από λατινοαμερικανικές χώρες φίλα προσκείμενες στη Μόσχα έκανε την Ουάσιγκτον να χάνει τον ύπνο της.
Οι ΗΠΑ θεωρούσαν τη Λατινική Αμερική ως την «πίσω αυλή» τους. Δεν «επέτρεπαν» εκεί αριστερές κυβερνήσεις και σοβιετική επιρροή, και το επιδίωκαν με διάφορους τρόπους και πολιτικές: με γενναία στρατιωτική και οικονομική βοήθεια σε αντικομμουνιστικά καθεστώτα, επιχειρήσεις της CIA για την υπονόμευση αριστερών κινημάτων, αφόρητη διπλωματική και πολιτικοοικονομική πίεση σε χώρες που έτειναν προς το σοσιαλιστικό στρατόπεδο ή ήθελαν να μείνουν αδέσμευτες.
Εποχή Ρίγκαν
Όταν ο Ρόναλντ Ρίγκαν έγινε Πρόεδρος το 1981, η αμερικανική πολιτική στη Λατινική Αμερική μετατοπίστηκε απότομα ακόμη περισσότερο προς τα δεξιά. Η κυβέρνησή του διακήρυξε ρητά ότι θα εξανάγκαζε σε «υποχώρηση τον κομμουνισμό», όχι απλώς ότι θα τον περιόριζε. Βασικά «εργαλεία» της πολιτικής του ήταν η υποστήριξη, στρατιωτική και οικονομική, δεξιών καθεστώτων και ανταρτών που μάχονταν τα μαρξιστικά ή σοσιαλιστικά κινήματα, οι μυστικές επιχειρήσεις της CIA, η άσκηση εκλογικής επιρροής, η καταστολή των αριστερών οργανώσεων και κινημάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις επίσης χρησιμοποιήθηκε η μαζική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια σε «φιλικές» κυβερνήσεις με αντάλλαγμα την πλήρη ευθυγράμμισή τους με την πολιτική των ΗΠΑ.
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική εκείνης της περιόδου ονομάστηκε «δόγμα Ρίγκαν» και η Λατινική Αμερική αποτέλεσε ένα από τα κύρια πεδία εφαρμογής του. Επίκεντρό του υπήρξε αναμφισβήτητα η Κεντρική Αμερική. Ήταν η λεγόμενη «θερμή ζώνη», εκεί όπου ξεδιπλώθηκε πλήρως η πολιτική Ρίγκαν. Ειδικά δύο χώρες, η Νικαράγουα και το Σαλβαδόρ, μπορεί να θεωρηθούν ως τα πιο αντιπροσωπευτικά περιπτωσιολογικά παραδείγματα.
Στη Νικαράγουα η Επανάσταση των Σαντινίστας το 1979, που ανέτρεψε τον δικτάτορα Αναστάσιο Σομόζα, έφερε τη χώρα σε μια -περισσότερο πολιτική- συμμαχία με την ΕΣΣΔ και την Κούβα. Τα αντανακλαστικά της Ουάσιγκτον ενεργοποιήθηκαν και τα επόμενα χρόνια οι ΗΠΑ χρηματοδότησαν και εκπαίδευσαν μέσω της CIA τους Κόντρας, την αντεπαναστατική αντάρτικη ομάδα που μερικά χρόνια αργότερα, το 1986, βρέθηκε στο επίκεντρο του περιβόητου σκανδάλου Ιράν-Κόντρας. Όπως αποκαλύφθηκε, η κυβέρνηση Ρίγκαν, παραβιάζοντας το ισχύον εμπάργκο αλλά και την επίσημη πολιτική της καμίας διαπραγμάτευσης με την Τεχεράνη, πουλούσε κρυφά όπλα στο Ιράν και με τα έσοδα χρηματοδοτούσε κρυφά τους Κόντρας, αφού το Κογκρέσο είχε απαγορεύσει οποιαδήποτε υλική ή στρατιωτική υποστήριξή τους από την αμερικανική κυβέρνηση. Εκείνη την εποχή η Νικαράγουα έγινε θύμα της πλέον ασφυκτικής μορφής αμερικανικού παρεμβατισμού και σημείο αναφοράς των συγκρούσεων διά αντιπροσώπων του Ψυχρού Πολέμου.
Βαθιά σημάδια
Στο «γειτονικό» Ελ Σαλβαδόρ η ανάμειξη των ΗΠΑ δεν ήταν πιο ήπιας μορφής, αλλά περισσότερο συγκαλυμμένη. Η χώρα βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο από το 1979, όταν νεαροί αξιωματικοί ανέτρεψαν τον τελευταίο στρατιωτικό δικτάτορα, τον στρατηγό Κάρλος Ουμπέρτο Ρομέρο, και σύστησαν μια νέα «μεικτή» κυβέρνηση στρατιωτικών και πολιτικών, γνωστή ως Χούντα της Επαναστατικής Κυβέρνησης (JRG). Οι μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε η JRG γρήγορα αποδείχθηκαν ανέξοδες υποσχέσεις. Η πολιτική βία κλιμακώθηκε ραγδαία και πυροδότησε έναν αιματηρό εμφύλιο μεταξύ της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ στρατιωτικής κυβέρνησης και ενός συνασπισμού πέντε αριστερών αντάρτικων ομάδων, γνωστού ως Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο «Φαραμπούντο Μαρτί» (FMLN). Ο πόλεμος διήρκεσε δώδεκα χρόνια και άφησε πίσω του πάνω από 75.000 νεκρούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριξαν τη χούντα του Ελ Σαλβαδόρ στη διάρκεια του εμφυλίου με περισσότερα από 4 δισ. δολάρια σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, ενώ παράλληλα εκπαίδευαν παραστρατιωτικές ομάδες που πολεμούσαν το FMLN.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1980 ο Ψυχρός Πόλεμος έφτανε κι αυτός στο τέλος του. Οι περισσότερες δικτατορίες στη Λατινική Αμερική κατέρρεαν. Οι χώρες της περιοχής βρίσκονταν σε διαδικασία δημοκρατικής μετάβασης, ενώ η προσοχή της Ουάσιγκτον στρεφόταν σταδιακά στη Μέση Ανατολή. Η επιρροή των ΗΠΑ, ωστόσο, παρέμενε ισχυρή και «αναπόδραστη», το ίδιο και τα αντιαμερικανικά αισθήματα, ειδικά μετά την αποκάλυψη του ρόλου της CIA και την υπόθεση Ιράν-Κόντρας. Η δεκαετία του 1980 άφησε βαθιά τραύματα, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, στα έθνη της Λατινικής Αμερικής, που τα σημάδεψαν ανεξίτηλα έκτοτε.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται (;)
Με τον Τραμπ να εμφανίζεται ως ο μεγάλος ειρηνοποιός του κόσμου επιδιώκοντας να τερματίσει τους πολέμους στη Γάζα και στην Ουκρανία, η πολιτική του στη Λατινική Αμερική απέναντι σε χώρες με κυβερνήσεις που δεν συμπαθεί δεν έχει τραβήξει όσο θα έπρεπε την προσοχή. Ωστόσο, αυτή η πολιτική, που κλιμακώνεται τελευταία ως απροκάλυπτη πίεση, αρχίζει να προκαλεί σοβαρές ανησυχίες.
Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η κυβέρνηση του μεγιστάνα στήνει τα πιόνια για αυτό που θα μπορούσε να εξελιχθεί ως μια ωμή προσπάθεια αλλαγής καθεστώτος στη Βενεζουέλα. Το σκηνικό στήνεται βήμα-βήμα τους τελευταίους μήνες. Τον Αύγουστο η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι διπλασίασε την αμοιβή για τη σύλληψη του Προέδρου Νικολάς Μαδούρο στα 50 εκατ. δολάρια. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη «προκηρύξει» τον Μαδούρο ως επικεφαλής καρτέλ ναρκωτικών, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους εμπίμπτει στην κατηγορία των διεθνών τρομοκρατικών οργανώσεων. Το πιο σοβαρό στοιχείο είναι ότι ο Τραμπ φέρεται ότι διέταξε τη χρήση βίας εναντίον καρτέλ που χαρακτηρίζονται τρομοκρατικές οργανώσεις. Αυτό οδηγεί στο επόμενο βήμα, στη «νομιμοποίηση» της χρήσης στρατιωτικής ισχύος στον πόλεμο κατά των καρτέλ. Τον Σεπτέμβριο οι ΗΠA έστειλαν μια μεγάλη ναυτική δύναμη στην Καραϊβική, η οποία, κατά την κυβέρνηση Τραμπ, έχει αποστολή να χτυπήσει τη ροή κοκαΐνης, φαιντανύλης και άλλων ναρκωτικών που «διέρχονται» από τη Βενεζουέλα. Σύμφωνα με πληροφορίες, τα πολεμικά αυτά μεταφέρουν και απροσδιόριστη δύναμη πεζοναυτών. Επίσης, αμερικανικά αεροσκάφη έχουν βομβαρδίσει τους τελευταίους μήνες τουλάχιστον πέντε εμπορικά πλοία που, κατά τους ισχυρισμούς της Ουάσιγκτον, μετέφεραν ναρκωτικά στις ΗΠΑ. Στο Κογκρέσο, το οποίο ελέγχεται πλήρως από τους Ρεπουμπλικάνους, το θέμα κρατιέται σκόπιμα χαμηλά. Οι Δημοκρατικοί περιορίστηκαν στο να εκφράσουν τις «ανησυχίες» τους για τις μη «εξουσιοδοτημένες επιθέσεις» στ’ ανοιχτά των ακτών της Βενεζουέλας, που έχουν αφήσει πίσω τους τουλάχιστον 27 νεκρούς, χωρίς όμως να δώσουν συνέχεια.
Την περασμένη εβδομάδα ο Τραμπ επιβεβαίωσε αναφορές ότι έχει ήδη δώσει εντολή στη CIA να αρχίσει μυστικές επιχειρήσεις στο εσωτερικό της Βενεζουέλας. Όταν ρωτήθηκε αν ο Λευκός Οίκος εξετάζει το ενδεχόμενο να πλήξει στόχους εντός του βενεζουελανικού εδάφους, ο Τραμπ αρνήθηκε να το αποκλείσει, λέγοντας μόνο σιβυλλικά: «Αυτό θα το μάθετε». Πρόσφατα έκανε περισσότερες νύξεις για μια τέτοια κίνηση. «Σίγουρα κοιτάζουμε τι μπορεί να γίνει στη στεριά τώρα, επειδή στη θάλασσα έχουμε πολύ καλό έλεγχο» δήλωσε στους δημοσιογράφους. «Η αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα αποτελεί μακροχρόνιο στόχο όσων βρίσκονται στην τροχιά του Τραμπ, αν όχι και του ίδιου του Τραμπ» σχολίασε χαρακτηριστικά σε σχετική ανάλυσή του το Foreign Policy.
Στη διάρκεια της πρώτης θητείας του μεγιστάνα οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόσφεραν την πλήρη υποστήριξή τους στην υποψηφιότητα του Χουάν Γκουαϊδό για την προεδρία της Βενεζουέλας. Η ένταση με το Καράκας κλιμακώθηκε σχεδόν σε σημείο πολέμου το 2019, μέχρι που ο Τραμπ υποχώρησε την ύστατη στιγμή, πιθανώς αντιλαμβανόμενος πόσο αντιδημοφιλής θα ήταν στο εσωτερικό των ΗΠΑ ένας πόλεμος πλήρους κλίμακας στη Βενεζουέλα, συμπεριλαμβανομένων πολλών από τους δικούς του σκεπτικιστές και οπαδούς του απομονωτισμού.
Κόντρα άνεμος…
Ούτε σήμερα, όμως, έχει τον άνεμο με το μέρος της στην πολιτική και διπλωματική υποστήριξη που χρειάζεται από τις άλλες λατινοαμερικανικές ηγεσίες για να αποπειραθεί την αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η Κολομβία. Σε αντίθεση με το 2019 η χώρα έχει σήμερα μια αριστερή κυβέρνηση που έχει συγκρουστεί ανοιχτά με την κυβέρνηση Τραμπ σε θέματα όπως η χρήση στρατιωτικών αεροσκαφών για πτήσεις απελάσεων αλλά και ο πόλεμος στη Γάζα. Η ανοιχτή εχθρότητα του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προς τον Κολομβιανό Πρόεδρο Γκουστάβο Πέτρο σίγουρα δεν θα βοηθήσει τα πράγματα. Οι ΗΠΑ έχουν χαρακτηρίσει την Κολομβία μία από τις χώρες που «απέτυχαν αποδεδειγμένα» να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους στη μάχη κατά των ναρκωτικών. Ο Τραμπ έχει απειλήσει επανειλημμένα την κολομβιανή κυβέρνηση με δασμούς, κυρώσεις, ταξιδιωτικούς περιορισμούς και άλλα τιμωρητικά μέτρα για τη στάση της στο θέμα των απελάσεων και σε αυτό που η κυβέρνησή του θεωρεί ως άρνηση της Μπογκοτά να συνεργαστεί μαζί του στο Μεταναστευτικό και στη μάχη κατά των ναρκωτικών.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τη Βραζιλία, της οποίας η κυβέρνηση του Λούλα έχει γίνει κόκκινο πανί για τον Τραμπ. Ειδικά καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος θεωρεί ότι πρέπει να «υπερασπιστεί» τον Βραζιλιάνο πρώην ομόλογο και ομοϊδεάτη του Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο οποίος αντιμετωπίζει ποινική δίωξη για την προσπάθειά του να παραμείνει στην εξουσία μετά την ήττα του στις εκλογές. Πιο ισορροπημένη δείχνει η κατάσταση με το Μεξικό, κυρίως χάρη στην επιδεξιότητα της κυβέρνησής του, η οποία προσπαθεί με προσοχή να διατηρήσει λειτουργική και ρεαλιστική σχέση συνεργασίας με τον ισχυρό γείτονα. Ωστόσο, η Μεξικανή Πρόεδρος Κλαούντια Σάινμπαουμ και το κυβερνών κόμμα Μορένα έχουν επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι αντιτίθενται στον αμερικανικό παρεμβατισμό στη Λατινική Αμερική.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Βραζιλία, η Κολομβία και το Μεξικό βρίσκονται στο επίκεντρο της διπλωματικής προσπάθειας να πιεστεί ο Μαδούρο να αναγνωρίσει τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών στη Βενεζουέλα, μια προσπάθεια που η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται ότι έχει εγκαταλείψει πλήρως επιλέγοντας την ωμή πίεση των κυρώσεων και την πάλαι ποτέ διπλωματία της κανονιοφόρου. Είναι πολύ δύσκολο αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ να κερδίσουν την υποστήριξη της Λατινικής Αμερικής σε όποια σχέδια καταστρώνουν για τη Βενεζουέλα. «Ακόμη και οι παραδοσιακοί σύμμαχοί τους αισθάνονται απειλούμενοι, βλέποντας την Ουάσιγκτον να χρησιμοποιεί στρατιωτική βία ή να εκτοξεύει απειλές εδαφικών διεκδικήσεων όχι μόνο κατά των λατινοαμερικανικών εθνών, όπως, π.χ., στην περίπτωση της Διώρυγας του Παναμά, αλλά και κατά του Καναδά ή ακόμη και της Γροιλανδίας» σημειώνει το FP.
Επιστροφή στην αμερικανική ηγεμονία;
Η αίσθηση ότι οι ΗΠΑ υπό την κυβέρνηση Τραμπ επιχειρούν να αποκαταστήσουν την ηγεμονία τους και να επανέλθουν δυναμικά στον παρεμβατικό ρόλο τους στη Λατινική Αμερική εντείνεται μεταξύ των ηγεσιών των χωρών της περιοχής. Η σύνδεση ναρκωτικών, μετανάστευσης και εθνικής ασφάλειας σε ένα πακέτο υποτιθέμενης υπαρξιακής απειλής για τις ΗΠΑ επαναπροσδιορίζει de facto την αμερικανική στάση στην περιοχή, «νομιμοποιώντας» εκ νέου παλιές γνώριμες τακτικές: χρήση στρατιωτικής ισχύος, μυστικές επιχειρήσεις, κυρώσεις, πολιτική, οικονομική και διπλωματική πίεση. Ωστόσο, η μεγαλύτερη πρόκληση σ’ αυτή τη διαφαινόμενη ηγεμονική και παρεμβατική «αναστήλωση» δεν έχει να κάνει τόσο με την ικανότητα ή τη βούληση της Ουάσιγκτον να την πετύχει όσο με τη συνοχή του ίδιου του εγχειρήματος.
Φόβος για μπούμερανγκ
Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση των ΗΠΑ είναι αποσπασματική και στερείται μακροπρόθεσμη σαφήνεια, με άλλα λόγια η τρέχουσα αμερικανική διοίκηση δεν έχει ξεκάθαρους στόχους ούτε επίγνωση των συνεπειών της πολιτικής της στη Λατινική Αμερική. Ορισμένα βήματά της, όπως το πάγωμα ή η περικοπή προγραμμάτων κατά της μετανάστευσης, π.χ., στην Κολομβία, μπορεί να επιδεινώσουν την κατάσταση και να υπονομεύσουν τελικά τον διακηρυγμένο στόχο του Τραμπ να περιορίσει τις μεταναστευτικές ροές από τη Λ. Αμερική. Ακόμη χειρότερα, η λογική της προσφυγής στη στρατιωτική βία και γενικά το επιθετικό στοιχείο στην αμερικανική πολιτική, πέρα από τη ρητορική, είναι ένα στοίχημα που εμπεριέχει υψηλό ρίσκο. Οι βομβαρδισμοί εμπορικών πλοίων σε διεθνή ύδατα ή η επίσημη παραδοχή για διεξαγωγή μυστικών επιχειρήσεων υπονόμευσης κυβερνήσεων κυρίαρχων κρατών ενέχουν σοβαρούς νομικούς και διπλωματικούς κινδύνους και ενδέχεται να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, δυνητικές καταστάσεις για τις οποίες έχουν προειδοποιήσει αναλυτές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής.
Εν κατακλείδι, ο Τραμπ φαίνεται πράγματι ότι έχει μια ευρύτερη στρατηγική για τη Λ. Αμερική που υπερβαίνει τα «προφανή» των διακηρύξεών του, δηλαδή τα ναρκωτικά και τη μετανάστευση. Η στρατηγική του προφανώς περιλαμβάνει την αποκατάσταση της αμερικανικής ηγεμονίας και την αναδιάρθρωση των συμμαχιών της Ουάσιγκτον στην περιοχή, πολύ πιθανόν και την αλλαγή πολιτικής τάξης στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, η εκτέλεση του σχεδίου δείχνει προβληματική καθώς στηρίζεται σε ανισοβαρείς μεθοδεύσεις. Το πλάνο μπορεί να μην είναι πλήρως ολοκληρωμένο ή συγκροτημένο. Μπορεί να βασίζεται περισσότερο στο επικοινωνιακό παιχνίδι και στην καλλιέργεια κλίματος παρά στη μακροπρόθεσμη στρατηγική. Από την άλλη, υπάρχει ένα ισχυρό στοιχείο που ο Τραμπ δεν μπορεί να αγνοήσει στους πολιτικούς υπολογισμούς του: Η σκληροπυρηνική εξωτερική πολιτική αρέσει σε ορισμένες κατηγορίες ψηφοφόρων, όχι όμως στη μεγάλη μάζα των δικών του…