Τις μέρες που η Ελλάδα γιόρταζε το Πάσχα με σούβλες και βουτιές, οι διεργασίες στην καθολική και προτεσταντική Ευρώπη για τη διαχείριση της κρίσης συνεχίζονταν με εντεινόμενο ρυθμό, με μια πλειάδα διμερών συναντήσεων, ομιλιών, παρεμβάσεων και συνεντεύξεων, που κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η προσπάθεια να μην οξυνθούν περαιτέρω οι αντιθέσεις, να μη φαντάζει αγεφύρωτο το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα ανησυχίας, απαισιοδοξίας, παραίτησης και οργής που βασανίζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας δημοσκοπήσεων Ipsos.
Η εν λόγω έρευνα που έγινε σε έξι ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία, Πολωνία, Ιταλία, Ισπανία) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τρεις στους τέσσερις Ευρωπαίους θεωρούν ότι η οικονομική κρίση στη χώρα τους πρόκειται να επιδεινωθεί αυτό τον χρόνο.
Ας ξεκινήσουμε, όμως, από τους θεσμικούς. Σε συνέδριο χτες στις Βρυξέλλες ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζοζέ Μπαρόζο κι ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Όλι Ρεν προσπάθησαν να αναδείξουν τις προόδους που έγιναν στον τομέα της οικονομικής διακυβέρνησης τα τελευταία δύο χρόνια κι έστειλαν ένα σήμα ότι η λιτότητα θα χαλαρώσει.
Συγκεκριμένα, ο Ρεν είπε ότι υπάρχει πια η δυνατότητα να επιβραδυνθεί ο ρυθμός της δημοσιονομικής εξυγίανσης στα κράτη της Ευρωζώνης. Τι άλλο να πει, αφού η Κομισιόν αναγκάστηκε να δώσει παράταση στη Γαλλία -και όχι μόνο- για να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους της; Πάντως, απέδωσε τη δυνατότητα για χαλάρωση στη μέχρι τώρα πολιτική:
«Ο βραδύτερος ρυθμός δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι πλέον δυνατός, πρώτον, διότι έχει αυξηθεί η αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής που εφαρμόζουν τα κράτη - μέλη από το 2011, δεύτερον, επειδή οι αποφάσεις της ΕΚΤ σταθεροποιούν τις αγορές και, τρίτον, χάρη στη μεταρρύθμιση της οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε., η οποία παρέχει ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για τη σταδιακή δημοσιονομική προσαρμογή και την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», είπε ο Ρεν. Υποστήριξε δε ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα σταθεροποιηθεί φέτος και θα μπει στο μονοπάτι της ανάπτυξης από το 2014.
Επιπλέον, ο επίτροπος τόνισε την ανάγκη να επιλυθεί, με όλα τα δυνατά μέσα, η «παγίδα ρευστότητας», η αδυναμία χρηματοδότησης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, κυρίως στη νότια Ευρώπη. Για τον Ρεν το επόμενο βήμα για την εμβάθυνση της ΟΝΕ είναι η τραπεζική ένωση, η οποία θα ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και θα σπάσει τον γόρδιο δεσμό μεταξύ των τραπεζικών κρίσεων και των κρίσεων των κρατικών χρεών. Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι ένα από τα σημαντικά χαρακτηριστικά της τραπεζικής ένωσης που δρομολογείται είναι η δυνατότητα άμεσης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης (ESM). Και απέφυγε να πει ότι η Γερμανία προσπαθεί να φρενάρει αυτά τα βήματα.
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Κομισιόν απαρίθμησε τα «τεράστια βήματα» που έχουν γίνει στην Ευρωζώνη από τότε που ξέσπασε η κρίση (οι μηχανισμοί στήριξης, τα πακέτα διάσωσης, τα «έξι νομοθετήματα» -six pack- για την ενίσχυση της παρακολούθησης και της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης κ.λπ.) και ανακοίνωσε ότι η Κομισιόν θα παρουσιάσει τις απόψεις της και σαφείς ιδέες για την αλλαγή της Συνθήκης, πριν από τις ευρωεκλογές.
Βαν Ρομπάι: «Τα χειρότερα πέρασαν»
Αισιόδοξος εμφανίστηκε και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Χέρμαν βαν Ρομπάι, ο οποίος από τη Στοκχόλμη υποστήριξε ότι «τα χειρότερα της κρίσης πέρασαν», αλλά η Ε.Ε. θα πρέπει να διατηρήσει τη στρατηγική που έχει συμφωνηθεί προκειμένου να συνεχιστεί η πορεία ανάκαμψης, για την οποία «υπάρχουν καλά και κακά νέα». Τα καλά είναι ότι η χρηματοοικονομική σταθερότητα έχει αποκατασταθεί και ότι ο «κίνδυνος ύπαρξης του ευρώ είναι πίσω μας». Τα κακά είναι ότι η οικονομική κρίση διαρκεί περισσότερο απ' ό,τι αρχικά αναμενόταν, κι ότι ο αριθμός των ανέργων δεν έχει αρχίσει ακόμα να υποχωρεί.
Ντέισελμπλουμ: «Μη χαλαρώνετε...»
Ο λιγότερο διπλωμάτης από όλους τους θεσμικούς, πάντως, ο πρόεδρος του Eurogroup και υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας, Γερούν Ντέισελμπλουμ, μιλώντας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν χρησιμοποίησε «γεφυρωτικές» λέξεις όπως «επιβράδυνση του ρυθμού προσαρμογής». Αντίθετα, είπε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να επιμείνουν στη δημοσιονομική εξυγίανση. Και πρόσθεσε ότι απαιτούνται δραστικές πολιτικές στην αγορά εργασίας για την αντιμετώπιση των ιστορικών ποσοστών ανεργίας.
Επιπλέον, ο Ντέισελμπλουμ επανέφερε και το αγαπημένο του θέμα. Ότι οι τράπεζες πρέπει να διασώζονται πρωτίστως από τους μετόχους τους, τους ομολογιούχους τους κι εν ανάγκη από τους μεγαλοκαταθέτες τους: «Όσοι επωφελήθηκαν από την ανάληψη κινδύνων από τις τράπεζες πρέπει να αναλάβουν και το κόστος αυτών των κινδύνων», είπε, προσθέτοντας, βεβαίως, πως οι καταθέτες ποσών κάτω των 100.000 πρέπει να είναι πλήρως προστατευμένοι.
«Οι Κύπριοι, ας πρόσεχαν»
Αναλύοντας το κυπριακό πακέτο διάσωσης στην Επιτροπή Οικονομικών του Ευρωκοινοβουλίου ο Ντέισελμπλουμ το υπερασπίστηκε ως την καλύτερη δυνατή επιλογή για τη Λευκωσία, ενώ χαρακτήρισε την απόφαση των κυπριακών τραπεζών να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα στρατηγική με ρίσκο: «Ήταν δική τους η απόφαση να επενδύσουν στην Ελλάδα. Το ελληνικό PSI έπληξε τις κυπριακές τράπεζες, καθώς εκείνες είχαν παίξει 'κακά στοιχήματα' στην Ελλάδα».
Μιλώντας για το κούρεμα των καταθέσεων, είπε ότι ήταν σωστό, παραδέχτηκε όμως ότι «κατέστρεψε την εμπιστοσύνη» στις τράπεζες, γι' αυτό και είναι απαραίτητοι οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων στην Κύπρο. Ωστόσο, παινεύτηκε ότι οι φόβοι για άρση των καταθέσεων από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μετά το κυπριακό πακέτο, δεν επαληθεύτηκαν.
Συμβιβασμός Σόιμπλε - Μοσκοβισί για την τραπεζική ένωση
Καθώς η επιβράδυνση της δημοσιονομικής εξυγίανσης θεωρείται πλέον γεγονός, αλλά δεν βάζει και... φωτιά στις μηχανές της οικονομίας - απλώς χαλαρώνει κάπως το φρενάρισμα-, το ζητούμενο είναι τώρα να επιταχυνθεί η πορεία προς την τραπεζική ένωση, η οποία εκτιμάται ότι θα βοηθήσει να εξαλειφθούν πολλά από τα προβλήματα που τώρα εμποδίζουν τη ροή των πιστώσεων, που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση της οικονομικής ανάκαμψης της Ευρωζώνης. Κι εδώ το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η Γερμανία, η οποία προσπαθεί να επιβάλει όσο περισσότερους όρους μπορεί, πριν τελικά υποχωρήσει.
Χθες, η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, εμφανίστηκε διπλωματική μιλώντας στο πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και λέγοντας ότι για να επιτύχει η ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση, όλες οι χώρες μέλη της Ε.Ε. πρέπει να συμφωνούν.
Και ουσιαστικά επικαλέστηκε μια κάποια χαλάρωση της στάσης του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Πράγματι, ο Σόιμπλε, μιλώντας χτες μαζί με τον Γάλλο ομόλογό του Πιερ Μοσκοβισί στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, υποσχέθηκε να δημιουργηθεί «γρήγορα» η τραπεζική ένωση, που είναι, όπως είπε, «μια επιτακτική προτεραιότητα για την Ευρωζώνη». Ο Σόιμπλε επέμενε μέχρι πρότινος ότι πρέπει να αλλάξουν οι Συνθήκες της Ε.Ε. -ζήσε Μάη μου, δηλαδή- για να γίνει η τραπεζική ένωση, προκειμένου να διαχωριστούν ξεκάθαρα ο εποπτικός και ο νομισματικός ρόλος της ΕΚΤ.
Τώρα λέει πως οι ισχύουσες συνθήκες θα ήταν αρκετές για να δημιουργήσουν ένα ενιαίο σύστημα το οποίο θα διαχειρίζεται από την ΕΚΤ και θα χρησιμοποιεί τη συλλογική οικονομική ισχύ για να βοηθήσει τις ασθενέστερες χώρες να διορθώσουν τις τράπεζές τους. Προφανώς, αυτή η στροφή του Σόιμπλε άρεσε στον Μοσκοβισί, ο οποίος από την πλευρά του φρόντισε να διαβεβαιώσει τον Γερμανό ομόλογό του ότι η κυβέρνησή του θα συνεχίσει τις προσπάθειες να μειώσει το έλλειμμα, όσο αυτές δεν αποθαρρύνουν την οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον, υποσχέθηκε ότι το Παρίσι δεν πρόκειται να επιβραδύνει τις μεταρρυθμίσεις, παρά το γεγονός ότι πήρε παράταση από την Κομισιόν για να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους του.
Ωστόσο, ο Μοσκοβισί δεν παρέλειψε να δώσει κι αυτός συμβουλές στη Γερμανία: Την κάλεσε να είναι «ευέλικτη» και να σεβαστεί τη διαφορετικότητα της Ευρώπης, όχι απλώς να επικεντρώνεται στους κανόνες και την πειθαρχία.
Για να ελαφρύνει το κλίμα και να δείξει ότι δεν είναι και τόσο τεταμένες οι σχέσεις μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου, ο Μοσκοβισί είπε πως «ο Σόιμπλε ίσως να μην με συμβούλευε αυθορμήτως να πάρω μια παράταση» για την επίτευξη των στόχων της Γαλλίας για το έλλειμμα. Όμως ο παρακαθήμενος Γερμανός υπουργός εξέφρασε την κατανόησή του.
Ασκήσεις ισορροπίας των Νοτίων
Κι αν ο Μοσκοβισί προσπάθησε με χιούμορ να αποφύγει μια νέα κλιμάκωση των αντιθέσεων με τη Γερμανία, ο Ισπανός υπουργός Οικονομικών Λουίς ντε Γκίντος το έκανε πολύ πιο άγαρμπα, λέγοντας ότι η Ισπανία δεν επιδιώκει να οργανώσει χώρες στα νότια της Ευρωζώνης για να ασκηθεί επιπλέον πίεση στη Γερμανία για να απομακρυνθούν οι πολιτικές λιτότητας. «Δεν είμαι καθόλου υπέρ του να δημιουργηθούν ομάδες. Έχουμε καλές σχέσεις με την Ιταλία και τη Γαλλία, όπως εξίσου καλές σχέσεις έχουμε με τη Γερμανία. Ό,τι είναι καλό για τη Γερμανία,είναι καλό για την Ισπανία», δήλωσε σε τηλεοπτική του συνέντευξη.
Το σχόλιο του ντε Γκίντος έγινε την επομένη της συνάντησης του νέου Ιταλού πρωθυπουργού Ενρίκο Λέτα με τον Ισπανό ομόλογό του Μαριάνο Ραχόι στη Μαδρίτη. Ο Λέτα είχε αποκαλέσει την Ισπανία «τον φυσικό μας σύμμαχο στο να κάνουμε την Ευρώπη έναν χώρο που να επικεντρώνεται στο να προάγει την ανάπτυξη και να διαχειρίζεται την κοινωνική δυσφορία». Και είχε ζητήσει η σύνοδος κορυφής της Ε.Ε. του Ιουνίου να πρέπει να επικεντρωθεί σε μέτρα καταπολέμησης της ανεργίας των νέων και στην εφαρμογή μιας πανευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης, δύο θέματα που δεν ενθουσιάζουν τη Γερμανία. Η ανταπόκριση του Ραχόι ήταν μάλλον χλιαρή, καθώς περιορίστηκε να δηλώσει την υποστήριξή του στις προσπάθειες της ΕΚΤ να βρει τρόπους για την ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του Νότου.
Ο Λέτα, πάντως, προσπαθεί σκληρά να κρατήσει τις ισορροπίες με τη Γερμανία, άλλωστε η πρώτη του επίσκεψη μετά την ορκωμοσία του ήταν στο Βερολίνο. Ωστόσο, δεν είναι τόσο... υποχωρητικός όσο οι Ισπανοί. Με συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε χτες υπενθυμίζει ότι, «οι Γερμανοί εξαρτώνται από την ιταλική οικονομία, οι Ιταλοί από εκείνη της Γερμανίας και άλλων χωρών κ.ο.κ.» και προσθέτει ότι «πρέπει να διαχειριστούμε έξυπνα τη λογική που μας επιβάλλει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα σε λιτότητα και ανάπτυξη». Ξεκαθαρίζει, ακόμη, ότι «η Ιταλία δεν φέρνει την πανούκλα στην Ευρωζώνη. Είναι το επίκεντρο, αντιθέτως, της κρίσης που απορρέει από μια εικοσαετή κακοδιαχείριση του ευρωπαϊκού οράματος».
Οι αιώνιες προφητείες του Χανς Βέρνερ Ζιν
Ο γνωστός Γερμανός οικονομολόγος και πρόεδρος του ινστιτούτου Ifo του Μονάχου, Χανς Βέρνερ Ζιν, δεν διαφέρει από τους περισσότερους συναδέλφους του. Επιμένει στο δίκαιο των απόψεών του διά της... εις άτοπον απαγωγής: «Η Ελλάδα θα είχε σήμερα ξεπεράσει την κρίση, εάν την άνοιξη του 2010 είχε χρεωκοπήσει και αποχωρήσει από την Ευρωζώνη», λέει, στηριζόμενος στο ότι η Ελλάδα είναι ακόμη σε κρίση εντός του ευρώ.
Ο Ζιν είναι από καιρό ο «σημαιοφόρος» στην εκστρατεία εκδίωξης των κλυδωνιζόμενων χωρών από το ευρώ, ενώ δηλώνει πεπεισμένος ότι δεν θα πάθαινε τίποτε και η Γερμανία εάν εγκατέλειπε το κοινό νόμισμα. Τους τελευταίους μήνες, μάλιστα, έχει βρει και πολιτικούς υποστηρικτές της άποψής του - το νεοσυσταθέν κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία», που επιθυμεί την επιστροφή στο μάρκο.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα DieWelt, πάντως, ο Ζιν επαναφέρει την πρότασή του για μια «ανοιχτή» νομισματική ένωση, από την οποία τα κράτη - μέλη θα μπορούν να αποχωρήσουν προσωρινά και να αναζητήσουν μεταβατική βοήθεια με σχέδια τύπου Μάρσαλ. Και θεωρεί ότι πολιτικά αυτό θα λειτουργούσε υπέρ της Γερμανίας:
«Οι πέτρες που πετούν εναντίον μας θα γίνονται μεγαλύτερες όσο συνεχίζεται η σημερινή πολιτική», δηλώνει, για τις ευθύνες που αποδίδονται στη Γερμανία για την σημερινή κατάσταση στις υπερχρεωμένες χώρες και προσθέτει: «Ήταν μεγάλο λάθος να παραβιάσουμε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και να κρατήσουμε την Ελλάδα στο ευρώ με δημόσια δάνεια που αναλογούν εν τω μεταξύ στο 160% του ΑΕΠ και τα οποία δεν θα εξυπηρετηθούν ποτέ».
Σύμφωνα με τον Ζιν, τα δάνεια πήγαν στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες και σε κάποιους πλούσιους στην Ελλάδα, ενώ ο λαός φτώχυνε και βυθίστηκε στην ανεργία. Εάν, όμως, η Ελλάδα είχε πτωχεύσει και βγει από το ευρώ, ο Ζιν υποστηρίζει, ότι σήμερα θα είχε απελευθερωθεί σε μεγάλο βαθμό από το χρέος της και θα είχε ανακτήσει μέσω της υποτίμησης του νομίσματος την ανταγωνιστικότητά της.
Επιπλέον, ο πρόεδρος του Ifo λέει ότι η Γερμανία θα μπορούσε να αναλάβει μόνη της το κόστος για ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ για την Ελλάδα μετά την έξοδό της από την Ευρωζώνη: «Αυτό θα ήταν καλύτερο και φθηνότερο από το να μοιράζονται όλα αυτά τα χρήματα μέσω συλλογικών θεσμών διάσωσης όπως η ΕΚΤ, στους οποίους σχεδόν δεν έχουμε λόγο, αλλά πληρώνουμε τα περισσότερα και στο τέλος είμαστε πάρα ταύτα οι κακοί». Το αν θα ψήφιζε ποτέ ένα τέτοιο σχέδιο η γερμανική Βουλή δεν τον απασχολεί.