Οι τελευταίες κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή και ειδικά το σχέδιό του για τη Γάζα, πέρα από τις προοπτικές σε επίπεδο πρακτικού αποτελέσματος που ανοίγουν, κυρίως με τη διακοπή της ανατροφοδότησης της σύγκρουσης, δίνουν το στίγμα της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.
Στην πιο αστάθμητη γεωπολιτική συγκυρία και με το διαπραγματευτικό πλαίσιο του παγκόσμιου συστήματος πιο αδύναμο από ποτέ, η αμερικανική κυβέρνηση δρομολογεί μια διευθέτηση με πολιτικά μέσα στην Παλαιστίνη. Μια κίνηση που δυνάμει δημιουργεί δεσμεύσεις για τους δύο εμπλεκόμενους στη σύγκρουση. Είναι κάτι «τυχαίο», μια συγκυριακή δυναμική που αναπτύχθηκε από την προσωπική φιλοδοξία του μεγιστάνα να είναι ο «ειρηνοποιός» του κόσμου; Είναι μια «ανάγκη» που προέκυψε από ένα προφανές αδιέξοδο -συνέχιση του πολέμου, περαιτέρω επιδείνωση της ανθρωπιστικής καταστροφής για τον παλαιστινιακό λαό, διεθνής απομόνωση του Ισραήλ- ή μια μελετημένη κίνηση με απώτερες επιδιώξεις; Θα μπορούσε το σχέδιο Τραμπ να θεμελιώσει μια νέα τάξη πραγμάτων στη μεσανατολική κινούμενη άμμο; Είναι μια σκέψη που ούτε κατά διάνοια θα είχε νόημα, αν δεν υπήρχε ανοιχτό αυτή τη στιγμή ένα παράθυρο ευκαιρίας.
Με τη φυγή του Άσαντ από τη Συρία και το νέο καθεστώς του Αλ Σαάρα να έχει τις ευλογίες της Ουάσιγκτον, και λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι κάποιου είδους διευθέτηση θα δρομολογηθεί προσεχώς με το Ιράν, πολύ πιθανόν μέσω Ευρώπης, πρώτη φορά, ιστορικά, οι ΗΠΑ θα έχουν πετύχει τον «προαιώνιο» στόχο της εξωτερικής πολιτικής τους: μια Μέση Ανατολή σχεδόν απόλυτα «δική» τους, όπως η Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1980. Αν το deal Ισραήλ-Χαμάς πετύχει, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν καταστεί de facto ο παράγοντας με το παντοδύναμο και αδιαμφισβήτητο έρεισμα στην περιοχή. Θα μπορούσε αυτή η χρονική συγκυρία να σηματοδοτήσει κάτι πολύ μεγαλύτερο; Θα μπορούσε να πετύχει ο Τραμπ εκεί που όλοι οι προκάτοχοί του απέτυχαν; Να επιβάλει την Pax Americana σε μια περιοχή του κόσμου που βρίσκεται διαχρονικά στο επίκεντρο της προσοχής της Ουάσιγκτον; Είναι μια ρεαλιστική προοπτική αυτή ή ένα ευφάνταστο, απλοϊκό σενάριο;
Η δύσκολη εξίσωση
Η απάντηση κάθε άλλο παρά εύκολη είναι. Και πως να μην είναι σε ένα τόσο σύνθετο και δύσκολο ερώτημα. Υπάρχει μια γραμμή σκέψης που λέει ότι το ειρηνευτικό σχέδιο του Τραμπ αλλά και οι αντιδράσεις σε αυτό θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν μια στροφή προς έναν πιο δυναμικό, καθοδηγητικό ρόλο των ΗΠΑ στη διαμεσολάβηση για ειρήνη, ή και στην επιβολή της, αυτό που θα μπορούσε, τηρουμένων των αναλογιών, να χαρακτηριστεί Pax Americana. Με άλλα λόγια, οι κινήσεις της Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να θέσουν εξ αδρανείας τα πράγματα σε μια τροχιά επιτάχυνσης. Αλλά τα εμπόδια είναι πολλά και μεγάλα. Και οι αντίρροπες δυνάμεις που δρουν παραμένουν μια ανυπέρβλητη πρόκληση.
Ο Τραμπ παρουσίασε ένα ειρηνευτικό σχέδιο είκοσι σημείων για τη Γάζα, με το Ισραήλ και τον Νετανιάχου να το αποδέχονται χλιαρά και με ενστάσεις. Περιλαμβάνει βασικά στοιχεία, όπως τον αφοπλισμό της Χαμάς, μια προσωρινή διεθνή διακυβέρνηση, μια τεχνοκρατική παλαιστινιακή διοίκηση, την ανοικοδόμηση κ.λπ. Ορισμένα αραβικά κράτη -Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ιορδανία, Αίγυπτος, Κατάρ- χαιρέτισαν την πρωτοβουλία ή, τουλάχιστον, ορισμένα σημεία της, ειδικά αυτά που αφορούν την ανθρωπιστική πτυχή, την παροχή βοήθειας στους αμάχους.
Όμως η κριτική είναι έντονη. Πρώτα απ’ όλα από τη Χαμάς, που απορρίπτει τον αφοπλισμό και την πολιτική αποδυνάμωσή της. Και στη συνέχεια από το Ιράν, την Τουρκία, από ομάδες στην Παλαιστίνη που θεωρούν κάποια σημεία του σχεδίου ως άδικα για τους Παλαιστίνιους ή ότι ευνοούν το Ισραήλ. Ειδικά το Ιράν θεωρεί πολλά μέρη του σχεδίου Τραμπ ως προδοσία της παλαιστινιακής υπόθεσης. Είναι σημαντικό αυτό γιατί η Τεχεράνη παραμένει ένας σημαντικός αντίπαλος των ΗΠΑ στην περιοχή, καθώς ομάδες πληρεξουσίων του συνεχίζουν να δρουν και να ασκούν επιρροή στη Συρία, στον Λίβανο, στη Γάζα.
Η υποστήριξη, επίσης, πολλών αραβικών κρατών εκφράζεται με επιφυλακτικότητα. Συχνά πλαισιώνεται από όρους ανθρωπιστικών ζητημάτων, υπεράσπισης των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, απόρριψης κάθε ιδέας αναγκαστικού εκτοπισμού και φυσικά μη απεμπόλησης του στόχου δημιουργίας ενός παλαιστινιακού κράτους. Οι κόκκινες γραμμές τους είναι αυστηρά οριοθετημένες.
Αν ο όρος Pax Americana υποδηλώνει μια σχετικά σταθερή τάξη πραγμάτων, όπου οι ΗΠΑ θα είναι ο κύριος «διαιτητής» στην τοπική κατανομή ισχύος μεταξύ αντίπαλων και ανταγωνιστικών μερών παρεμβαίνοντας ενεργά και δυναμικά, επιβάλλοντας συμφωνίες, διαμορφώνοντας συμμαχίες και εδραιώνοντας ένα πλέγμα σχέσεων αδιαπέραστο από τη λογική της σύγκρουσης -κάτι που προσπάθησαν επανειλημμένα να πετύχουν τις περασμένες δεκαετίες-, ίσως αυτή τη φορά οι πιθανότητες να είναι με το μέρος τους. Αυτό αντιλαμβάνεται ο ψύχραιμος παρατηρητής, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλη τη διαδρομή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή από την εποχή των συμφωνιών του Καμπ Ντέιβιντ το 1979 έως τις συμφωνίες του Όσλο το 1993, αλλά και αργότερα με τις νεοταξικές πολεμικές εκστρατείες του υιού Μπους και τα ιδεολογήματα περί «διάδοσης της δημοκρατίας» και «οικοδόμησης εθνών».
Το «κλειδί» που λέγεται Ιράν
Οι εκτιμήσεις, υπέρ και κατά, είναι εξίσου πειστικές. Πρώτα απ’ όλα, η «υπεροχή» της αμερικανικής πολιτικο-διπλωματικής μόχλευσης. Σε κάθε περίπτωση, οι ΗΠΑ παραμένουν μια στρατιωτική υπερδύναμη με παγκόσμια διπλωματική εμβέλεια, διαθέτοντας ισχυρά οικονομικά μέσα και συνεπώς τεράστιες δυνατότητες πολιτικής πίεσης. Αν η Ουάσιγκτον είναι πρόθυμη να δεσμευτεί στην προώθηση, ή τουλάχιστον στην ισχυρή υποστήριξη, της ειρηνευτικής διαδικασίας και να τη συνδέσει με την οικονομική βοήθειά της, τις επενδύσεις και την ομαλοποίηση της μεταπολεμικής κατάστασης στην Παλαιστίνη, αυτό θα προσδώσει ισχυρό έρεισμα στην πρωτοβουλία της.
Η σύγκλιση συμφερόντων με τους Άραβες εταίρους της Αμερικής είναι επίσης ένας ισχυρός παράγοντας για την ευόδωση του σχεδίου Τραμπ. Σήμερα τα περισσότερα αραβικά κράτη επιθυμούν σταθερότητα, ανάπτυξη, εμπόριο, επενδύσεις, λιγότερο την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση με το Ισραήλ. Το ανθρώπινο κόστος του πολέμου στη Γάζα μειώνει παντού την πολιτική νομιμοποίηση της αφήγησης υπέρ της αντιπαράθεσης. Ύστερα από δεκαετίες πολέμων, βίας, αστάθειας, ανθρωπιστικών καταστροφών υπάρχει πλέον πίεση από παντού για ειρήνευση που θα διατηρηθεί. Αυτές οι συνθήκες λειτουργούν ως οιονεί πίεση στα αντίπαλα μέρη. Τώρα ίσως να είναι πιο πρόθυμα να αποδεχτούν συμβιβασμούς που προηγουμένως θα είχαν σίγουρα απορρίψει.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ έδειξαν ότι τα αραβικά κράτη θέλουν να ομαλοποιήσουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Αν οι Άραβες δουν ότι το σχέδιο Τραμπ θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη ομαλοποίηση και εδραίωση της σταθερότητας, ενδέχεται να το υποστηρίξουν με μεγαλύτερη ζέση. Μια συμφωνία με το Ιράν θα ήταν ο καθοριστικός παράγοντας που θα ξεκλείδωνε τον τρόπο για να τελειώσει η ανατροφοδότηση της σύγκρουσης. Αν μπορεί να επιτευχθεί μια ισότιμη συμφωνία με την Τεχεράνη που θα καλύπτει τα πυρηνικά της, τους πληρεξούσιούς της και ίσως την ενσωμάτωσή της σε μια ευρύτερη τάξη, ή τουλάχιστον τον περιορισμό της απομόνωσής της, αυτό πιθανόν θα αφαιρούσε από το λεγόμενο «μέτωπο της αντίστασης» ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματά του. Με τη σειρά της μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε σε μεγαλύτερο μέρος της περιοχής να ευθυγραμμιστεί πιο ανοιχτά με την αμερικανική πολιτική. Αν στις αραβικές πρωτεύουσες οι ηγεσίες θεωρήσουν τις αμερικανικές προτάσεις ως έναν τρόπο για να μειωθεί ή ακόμη και να εξαλειφθεί η αστάθεια, αυτό σίγουρα θα μπορούσε να σηματοδοτήσει τη μεγαλύτερη ευθυγράμμισή τους με την πολιτική και τα σχέδια των ΗΠΑ.
Προκλήσεις και δυσπιστία
Οι εκτιμήσεις που συνηγορούν υπέρ της αποτυχίας μιας αμερικανικής ειρήνης στη Μέση Ανατολή βασίζονται εξίσου σε ρεαλιστικές υποθέσεις. Ο πιο αρνητικός παράγοντας είναι οι βαθιές και δυσεπίλυτες διαιρέσεις. Η παλαιστινιακή υπόθεση, υπό το βάρος της Ιστορίας, εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο πολιτικό, θρησκευτικό, συναισθηματικό και γεωπολιτικό ζήτημα υπό εκκρεμότητα. Πολλές παλαιστινιακές ομάδες, ειδικά οι πιο μαχητικές, αντιτίθενται σθεναρά στον αφοπλισμό τους και σε αυτό που θεωρούν ως «παραχωρήσεις» στην αντίπαλη πλευρά, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση. Η στάση της Χαμάς και του Ιράν στο θέμα θα είναι καθοριστικής σημασίας για την πορεία του αμερικανικού σχεδίου. Το Ιράν και οι πιστές σε αυτό ομάδες συνεχίζουν να έχουν επιρροή και είναι πιθανό να αντιδράσουν.
Πολλοί Αμερικανοί Πρόεδροι έκαναν ειρηνευτικά σχέδια για τη Μέση Ανατολή, είχαν φιλοδοξίες να μείνουν στην Ιστορία ως οι μεγάλοι ειρηνοποιοί. Όμως τα περισσότερα έμειναν στα χαρτιά, δεν προχώρησαν, δεν τελεσφόρησαν. Κι ύστερα ένας άλλος κύκλος βίας άνοιγε, ωθώντας ακόμη πιο μακριά την ειρήνη. Γιατί αυτή τη φορά, και ύστερα από τέτοια αιματοχυσία και καταστροφή, οι Παλαιστίνιοι και οι Άραβες να πιστέψουν πως η Αμερική έχει την πρόθεση να δεσμευτεί στην ειρήνη, αναγνωρίζοντας τα νόμιμα δικαιώματα του παλαιστινιακού λαού; Γιατί να πιστέψουν τις υποσχέσεις για μια οριστική λύση, μόνιμη διευθέτηση, ανοικοδόμηση; Αν μέρη του σχεδίου θεωρηθούν ότι ευνοούν το Ισραήλ, η εμπιστοσύνη μπορεί εύκολα να χαθεί.
Από την άλλη, οι προκλήσεις της εφαρμογής της συμφωνίας σε πρακτικό επίπεδο είναι τεράστιες. Ο αφοπλισμός της Χαμάς, η σύσταση μιας τεχνοκρατικής διοίκησης, η αποκατάσταση των υποδομών, η διασφάλιση της πρόσβασης στην ανθρωπιστική βοήθεια, η διαχείριση του προσφυγικού κύματος, η διεθνής εποπτεία αποτελούν τεράστιες επιχειρησιακές προκλήσεις. Ακόμα και υπό τις καλύτερες προϋποθέσεις, οι καταστροφές, η δυσπιστία, η διάχυτη ανασφάλεια και αποσύνθεση κάθε έννοιας λειτουργικότητας, από τη δημόσια ασφάλεια ως τη νοσοκομειακή περίθαλψη, θα μπορούσαν εύκολα να εκτροχιάσουν τα πράγματα. Εξάλλου, όλα τα αραβικά κράτη δεν έχουν την ίδια οπτική, δεν υπάρχει κοινή στάση. Κάποια επιζητούν μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από το παλαιστινιακό ζήτημα ή επικεντρώνονται περισσότερο στον «περιορισμό» του Ιράν. Άλλα ενδιαφέρονται για το ζήτημα των προσφύγων, άλλα εξισορροπούν τα αισθήματα της κοινής γνώμης στο εσωτερικό τους με τα στρατηγικά συμφέροντά τους. Η υποστήριξή τους προς την παλαιστινιακή υπόθεση δεν είναι ενιαία. Ακόμη χειρότερα, μπορεί να είναι χλιαρή ή υπό όρους.
Περισσότερο απ’ όλα όμως, για να υπάρξει και να λειτουργήσει η λεγόμενη Pax Americana, οι ΗΠΑ θα πρέπει να αναλάβουν ισχυρές δεσμεύσεις. Όχι μόνο στα λόγια. Θα πρέπει να δεσμευτούν μακροπρόθεσμα, να χρησιμοποιήσουν την πειθώ τους, να διαθέσουν πόρους και μέσα. Αν αργότερα χάσουν το ενδιαφέρον τους, περιοριστούν από τις κομματικές ισορροπίες στο Κογκρέσο ή τις διαθέσεις της κοινής γνώμης, τότε η συμφωνία θα καταρρεύσει.

Χάσμα στις προσδοκίες Παλαιστινίων και Ισραηλινών
«Μπορούμε να τελειώσουμε αυτή τη μάχη, αλλά ο μεγαλύτερος πόλεμος δεν θα τελειώσει. Για τους Παλαιστίνιους ο πόλεμος θα συνεχιστεί. Ακόμα κι αν η Χαμάς αφοπλιστεί, η ταπείνωση και η σύγχυση στη Δυτική Όχθη δεν θα σταματήσουν. Οι περισσότεροι Ισραηλινοί δεν το καταλαβαίνουν αυτό».
Αμι Αγιαλόν, πρώην επικεφαλής της ισραηλινής Υπηρεσίας Ασφαλείας
Το σημαντικότερο, ίσως, ζήτημα σ’ αυτή τη φάση του πολέμου στη Γάζα διαφεύγει πραγματικά της προσοχής. Δεν είναι άλλο από τις πολύ διαφορετικές προσδοκίες που τρέφουν για το αμερικανικό σχέδιο το Ισραήλ και η Παλαιστίνη. Μιλώντας στο Foreign Affairs προσφάτως, ο Άμι Αγιαλόν, πρώην επικεφαλής της Σιν Μπετ, της ισραηλινής Υπηρεσίας Ασφαλείας και πρώην διοικητής του ισραηλινού Ναυτικού, με μακρά θητεία στην πολιτική υπηρετώντας τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στο Υπουργικό Συμβούλιο υπό την πρωθυπουργία του Εχούντ Ολμέρτ, δίνει το περίγραμμα αυτής της πλέον υποτιμημένης, πλην κεντρικής πρόκλησης με την οποία θα βρεθεί αντιμέτωπο οποιοδήποτε ειρηνευτικό σχέδιο για την Παλαιστίνη. «Πιστεύω ότι αυτό το σχέδιο είναι ένα πολύ σημαντικό πρώτο βήμα. Υπάρχει, όμως, ένα πραγματικά τεράστιο χάσμα μεταξύ των προσδοκιών των Ισραηλινών και των προσδοκιών των Παλαιστινίων» υπογραμμίζει. «Αυτό που ενδιαφέρει τους Ισραηλινούς είναι ο τερματισμός του πολέμου και η επιστροφή των ομήρων. Το πρόβλημα είναι ότι το αμερικανικό σχέδιο δεν αντικατοπτρίζει αυτό που θέλουν οι Παλαιστίνιοι. Ναι, θέλουν επίσης να τελειώσει ο πόλεμος και να πετύχουν την απελευθέρωση των κρατουμένων τους. Αλλά η τελική επιδίωξή τους είναι ο τερματισμός της ισραηλινής κατοχής στα εδάφη τους, στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη. Και αυτό το σχέδιο, ακόμα, δεν αναφέρεται πραγματικά σε αυτόν τον στόχο».
Ο Ισραηλινός στρατιωτικός εμφανίζεται πολύ επιφυλακτικός στην προοπτική μιας οριστικής διευθέτησης και μόνιμης ειρήνης. Εξηγεί γιατί: «Αυτό που διεξάγει το Ισραήλ στη Γάζα δεν είναι στην πραγματικότητα πόλεμος. Είναι μια μάχη. Μπορούμε να τελειώσουμε αυτή τη μάχη, αλλά ο μεγαλύτερος πόλεμος δεν θα τελειώσει. Για τους Παλαιστίνιους ο πόλεμος θα συνεχιστεί. Ακόμα κι αν η Χαμάς αφοπλιστεί, η ταπείνωση και η σύγχυση στη Δυτική Όχθη δεν θα σταματήσουν. Οι περισσότεροι Ισραηλινοί δεν το καταλαβαίνουν αυτό. […] Πρόκειται για μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο λαούς 7 εκατομμυρίων καθένας, που ζουν ανάμεσα στον Ιορδάνη ποταμό και στη θάλασσα. Αν δεν επιτύχουμε μια πολιτική συμφωνία που θα τερματίσει την ισραηλινή κατοχή και θα δημιουργεί δύο κράτη το ένα δίπλα στο άλλο, ο πόλεμος δεν θα τελειώσει. Η ισραηλινή αντιπολίτευση, παρότι συνεχίζει να είναι αντίθετη στον Νετανιάχου, θα κάνει ό,τι μπορεί για να μην συζητήσει αυτό το ζήτημα, επειδή το 80% των Ισραηλινών αντιτίθεται σθεναρά σε οποιαδήποτε ιδέα σύστασης παλαιστινιακού κράτους»...