Η ατμόσφαιρα στην τελευταία επίσημη -και πομπώδη- επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Λονδίνο την περασμένη εβδομάδα ήταν αισθητά πιο αρμονική απ’ ό,τι στην προηγούμενή του, το 2019. Αν μη τι άλλο, δεν ενεπλάκη σε μάχη χαρακωμάτων στα social media με τον δήμαρχο του Λονδίνου Σαντίκ Καν, όπως έκανε πριν από έξι χρόνια, όταν τον είχε αποκαλέσει ωμά έναν «εντελώς αποτυχημένο τύπο» επειδή ο δήμαρχος τον είχε χαρακτηρίσει προηγουμένως «παγκόσμια απειλή». Όχι βέβαια ότι ο Καν ήταν πιο «συγκρατημένος» αυτή τη φορά, αλλά μάλλον από καλή… κοσμική συγκυρία δεν υπήρξε συνέχεια στη μεταξύ τους «βεντέτα». Πάντως, σε άρθρο του στον Guardian ο δήμαρχος υπογράμμισε ότι, ενώ κατανοεί τους ρεαλιστικούς λόγους που υπαγορεύουν τη διατήρηση καλών σχέσεων με τις ΗΠΑ, η Βρετανία δεν πρέπει να φοβάται να επικρίνει έναν ηγέτη ο οποίος μαζί με τους συμμάχους του -όπως έγραψε- «ίσως έκανε τα περισσότερα για να τροφοδοτήσει τις φλόγες τής διχαστικής, ακροδεξιάς πολιτικής σε όλο τον κόσμο τα τελευταία χρόνια».
Ο Πρόεδρος δεν σήκωσε το γάντι αυτή τη φορά. Ήταν άνετος και χαλαρός, κάτι που φυσικά έχει νόημα αφού τα έχει ξαναδεί όλα αυτά. Κι αυτό παρότι κατά την παραμονή του στη Βρετανία δεν παρέλειψε να επιτεθεί στο αμερικανικό δικαστικό σύστημα ισχυριζόμενος πως αυτός και οι πολιτικοί σύμμαχοί του συνεχίζουν να είναι θύματά του, στοχοποιημένοι από σειρά ομοσπονδιακών ερευνών. Επανέλαβε δε αρκετές φορές στους δημοσιογράφους που τον συνόδευαν πόσο «μοναδικό» είναι να φιλοξενείται σε επίσημο δείπνο στο κάστρο του Ουίνδσορ. Στην Ουάσιγκτον οι αβρότητες των Βρετανών ερμηνεύθηκαν από τους Αμερικανούς αναλυτές ως ένδειξη του πόσο πολύ προσπαθούν οι Ευρωπαίοι ηγέτες να βρίσκουν τρόπους να κάνουν τον μεγιστάνα να μην νιώθει… περιφρονημένος.
Κατά το BBC, η επίσημη επίσκεψη του Προέδρου ήταν «ένας θρίαμβος προσεκτικής και ελεγχόμενης χορογραφίας». Παρά το γεγονός ότι ο κλασικός βρετανικός καιρός δεν βοήθησε όσο θα έπρεπε, τα πράγματα πήγαν ρολόι στη διάρκεια του γεύματος στο κάστρο του Ουίνδσορ.
Αμοιβαία λατρεία…
Η φαινομενική αμοιβαία λατρεία που εκφράστηκε στις ομιλίες του βασιλιά Κάρολου και του Προέδρου στο συμπόσιό τους ξεχείλιζε από κομπλιμέντα και διαβεβαιώσεις για την αφοσίωσή τους στη διαφύλαξη της πολυσυζητημένης «ιδιαίτερης σχέσης» ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι δύσκολο να «υπολογίσει» κάποιος τον βαθμό της ανυπομονησίας του Τραμπ να «ξαναγυρίσει» στο Λονδίνο την ώρα που η χώρα του βυθίζεται στον διχασμό και στην αβεβαιότητα. Είναι γνωστό πάντως ότι του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του. Λατρεύοντας τις επιδείξεις αυτοπροβολής, υπενθύμισε εκ νέου στους Βρετανούς συνδαιτυμόνες του ότι η Σκωτσέζα μητέρα του Μέρι Αν ήταν βασιλόφρων και θαυμάστρια της βασιλικής οικογένειας.
Πέρα από τα εθιμοτυπικά και τα επουσιώδη, η τελευταία επίσκεψη Τραμπ στο Λονδίνο είναι όντως ένα σοβαρό πολιτικό και διπλωματικό γεγονός. Πολύ περισσότερο αυτή τη στιγμή, που η Ευρώπη προσπαθεί να «συντονιστεί» με τους όρους και τα δεδομένα της δεύτερης προεδρίας του ενώ η ίδια αναζητεί τον βηματισμό της στο νέο τοπίο του δυτικού κατακερματισμού καθώς επικρατεί η συναλλακτική λογική του μεγιστάνα. Το άδηλο μέλλον του βορειοτλαντισμού, που αμφισβητείται πια ως ο κλωβός ασφαλείας της δυτικοευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων, συνιστά παράλληλα ακόμη έναν σοβαρό λόγο ανησυχίας.
Το ταξίδι εγείρει δύο βασικά ερωτήματα:
α) Μπορεί η περίφημη «σπέσιαλ σχέση» ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου να συνεχίσει να υφίσταται αφήνοντας πίσω της την εποχή της ιδεολογικής «αλληλοσυμπλήρωσης» των ιστορικών περιόδων Ρέιγκαν-Θάτσερ και αργότερα Μπους-Μπλερ; Μπορεί να κρατηθεί ακμαία ή έστω αντικειμενικά λειτουργική υπό το τρέχον δόγμα τού «Πρώτα η Αμερική», που ενθουσιάζει τα πλήθη των οπαδών του Τραμπ αλλά έχει ψυχράνει και απογοητεύσει τους παραδοσιακούς συμμάχους της Ουάσιγκτον;
β) Σε ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό τοπίο σήμερα, με τη μετα-Brexit Βρετανία εξίσου κοινωνικά και πολιτικά διχασμένη, οργισμένη, απογοητευμένη, οικονομικά συρρικνωμένη και με λίγες επιλογές μπροστά της να ξαναπρωταγωνιστεί στο παγκόσμιο γεωπολιτικό και οικονομικό τερέν, το όποιο ειδύλλιο με τις ΗΠΑ ή, ακόμη χειρότερα, η όποια προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανή η «σπέσιαλ σχέση» αρκεί για να τονώσει τις επιδόσεις της αγκομαχούσας και άνευρης κυβέρνησης των νέων «νέων Εργατικών» του Κιρ Στάρμερ;
Ο Βρετανός πρωθυπουργός, οπαδός της παραμονής στην Ε.Ε., προσπαθεί ν’ αφήσει πίσω του τα φαντάσματα του Brexit και των διαιρέσεών του, όμως, κακά τα ψέματα, η «ποινή» συνεχίζει να είναι βαριά για τις φιλοδοξίες της κυβέρνησής του ή, μάλλον καλύτερα, η πραγματικότητα είναι σκληρή.
Συμφιλιωτική προσέγγιση
Ο Στάρμερ έχει επανειλημμένα επικαλεστεί τη δυνατότητα αποφυγής χειρότερων αμερικανικών δασμών στις βρετανικές εξαγωγές στις ΗΠΑ ως λόγο για τη, σε μεγάλο βαθμό, συμφιλιωτική προσέγγισή του προς τον Τραμπ και είναι πιθανό να αντιμετωπίσει εκ νέου κριτική για την επιλεκτική μεταχείριση που του επιφύλαξε προσκαλώντας τον για μια άνευ προηγουμένου δεύτερη επίσημη επίσκεψη στη Βρετανία.
Η χώρα είναι επίσης βαθιά διχασμένη. Η οικονομική άνθηση που είχαν υποσχεθεί οι διαπρύσιοι Brexiteers μετά τη φυγή από την Ε.Ε. δεν ήρθε ποτέ. Το επίμονο σύνθημα-ιδεολόγημα «Να ξαναπάρουμε πίσω τη χώρα μας» φαντάζει ακόμη πιο ανούσιο σήμερα, με τις μεταναστευτικές ροές να έχουν αυξηθεί μετά το Brexit, σε αντίθεση με ό,τι υποσχόταν το συντηρητικό αντιευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο.

Για ορισμένους «πικρόχολους» αναλυτές ο Στάρμερ έκανε το όνειρό του πραγματικότητα και κατάκτησε την εξουσία, αλλά τώρα δεν έχει ιδέα τι θέλει να κάνει, τι θέλει να πετύχει μ’ αυτή. Δείχνει να μην έχει σχέδιο, προσανατολισμό, στόχους, ακόμη χειρότερα βούληση. «Από το Brexit κι έπειτα, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αναδειχθεί σε ηγέτη στην Ευρώπη στις πανικόβλητες και βραχύβιες κυβερνήσεις» γράφει χαρακτηριστικά στο Foreign Policy ο Τζον Κάμπφνερ. «Η εκλογική νίκη του Στάρμερ τον Ιούλιο του 2024 υποτίθεται πως θα άλλαζε αυτή την κατάσταση. Ένας ενήλικας διαχειριστής ως πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, με τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, υποσχέθηκε την επιστροφή στη σταθερότητα και στην ανάπτυξη. Τώρα το Λονδίνο έχει κυριευτεί από συζητήσεις για την απομάκρυνσή του, κάτι που πιθανότατα θα συμβεί μετά τις τοπικές και περιφερειακές εκλογές του επόμενου Μαΐου, όπου το Εργατικό Κόμμα θα μπορούσε να υποστεί συντριπτική ήττα». Η γενική αίσθηση που επικρατεί στις συζητήσεις, τόσο κατ’ ιδίαν εντός του πρωθυπουργικού κύκλου όσο και δημόσια εκτός αυτού, είναι ότι η θητεία του Στάρμερ υπήρξε μέχρι στιγμής μια εντυπωσιακή απογοήτευση.
Κι όμως, η αρχή είχε γίνει με τους καλύτερους οιωνούς. Οι εκλογές του Ιουλίου 2024 έδωσαν στους Εργατικούς μια εκπληκτική πλειοψηφία 174 εδρών, την τρίτη καλύτερη επίδοσή τους στην ιστορία του κόμματος και την καλύτερη από την εποχή του Μπλερ στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ακόμη περισσότερο, ο Στάρμερ ως πρωθυπουργός επέδειξε έναν επαγγελματισμό που είχε ξεχαστεί στα χρόνια του χάους που ακολούθησαν το δημοψήφισμα του Brexit το 2016, καθώς η Βρετανία… βολόδερνε μεταξύ της παραπαίουσας κυβέρνησης της Τερέζα Μέι κι εκείνης του υπερφίαλου Μπόρις Τζόνσον κι από το σύντομο χάος της πρωθυπουργίας της Λιζ Τρας ως το φινάλε με τον Ρίσι Σούνακ.
Στις αρχές του μήνα, λίγο μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, ο Στάρμερ επιχείρησε ένα επικοινωνιακό χατ τρικ αναγγέλλοντας ότι η κυβέρνησή του εισέρχεται στη «δεύτερη φάση» της. Αυτό αντηχούσε ως μια εντυπωσιακή αλλαγή σελίδας, ωστόσο δεν περιέγραφε τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει η «δεύτερη φάση» και ποιος θα ήταν ο στόχος της. Κατά τον Κάμπφνερ, ο όρος προτάθηκε σε μια κοινωνική εκδήλωση από έναν από τους έμπειρους βοηθούς του Τόνι Μπλερ, ο οποίος μάλιστα εξεπλάγη όταν είδε ότι υιοθετήθηκε την επόμενη κιόλας μέρα…
«Δεύτερη φάση»
Τις επόμενες δύο εβδομάδες, και ενώ προφανώς η «δεύτερη φάση» είχε ξεκινήσει, η κυβέρνηση Στάρμερ υπέστη πολιτικές και επικοινωνιακές καταστροφές που, αν μη τι άλλο, φαιδροποίησαν την αναγγελθείσα αλλαγή σελίδας. Θα μπορούσαν να αποδοθούν σε ένα μείγμα κακής τύχης, ατομικής ανοησίας, κακής κρίσης, «κυρίως όμως έλλειψης μιας θετικής αφήγησης που θα μπορούσε να είχε βοηθήσει στην αντιστάθμιση της αρνητικής αφήγησης», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Κάμπφνερ.
Πρώτα ήρθε η καρατόμηση της αντιπροέδρου της κυβέρνησης Άντζελα Ρέινερ, την οποία είχε στοχοποιήσει ο δεξιός Τύπος αναζητώντας πιθανά «παραπτώματά» της για να την αδρανοποιήσει πολιτικά γνωρίζοντας ότι παραμένει δυνητικά δημοφιλής στους κόλπους των Εργατικών και όχι μόνο. Διαπιστώθηκε ότι ένα ακίνητο που είχε αγοράσει δηλώθηκε με χαμηλότερη τιμή για να πληρώσει λιγότερους φόρους. Στη συνέχεια ήρθε η πτώση του Πίτερ Μάντελσον, έπειτα από περίπου επτά μήνες στο πόστο του πρέσβη της Βρετανίας στην Ουάσιγκτον, καθώς το όνομά του ενεπλάκη στην υπόθεση Επστάιν.
Με τους Εργατικούς να διακατέχονται από τον φόβο του Νάιτζελ Φάρατζ, αδιαμφισβήτητου εκπροσώπου της βρετανικής εκδοχής του εθνοκεντρικού λαϊκισμού, αλλά και ακόμη πιο δεξιών δυνάμεων που τελευταία κινητοποιούνται δυναμικά οργανώνοντας αντιμεταναστευτικές διαδηλώσεις, η κυβέρνηση κυκλώνεται από εντεινόμενη απελπισία και κυριεύεται από χαοτικό αποπροσανατολισμό. Ο Στάρμερ αναγκάστηκε να απολογηθεί για την αργή αντίδρασή του στην καταδίκη της πορείας του περασμένου Σαββάτου, όπου σε βιντεοσκοπημένο «διάγγελμά» του ο Ίλον Μασκ έλεγε στο πλήθος ότι «η βία έρχεται» και ότι «είτε θα αντισταθείτε είτε θα πεθάνετε». Σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου το πρωί της Τρίτης περιορίστηκε να πει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει κι αυτό «τη μάχη της εποχής μας» ενάντια στις διαιρέσεις και στον διχασμό.
Ευκαιρίες και προκλήσεις
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, η επίσκεψη του Τραμπ είναι ταυτόχρονα μια πρόκληση -δεδομένου του ιδεολογικού χάσματος- αλλά και μια ευκαιρία. Η άφιξή του στο Ηνωμένο Βασίλειο συνοδεύτηκε από μια τεχνολογική συμφωνία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ Ουάσιγκτον και Λονδίνου. Το πακέτο περιλαμβάνει μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της Σίλικον Βάλεϊ, την εταιρεία κατασκευής τσιπ Nvidia, την OpenAI, εταιρεία ανάπτυξης του ChatGPT, και τη Microsoft. Συμμετέχουν επίσης πολλές άλλες εταιρείες. Οι ιθύνοντες της Microsoft χαιρέτισαν την επένδυση ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων ως «σημαντική δέσμευση» προς το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ωστόσο, η δυναμική των γεγονότων παραμένει προβληματική. Η «ειδική σχέση» ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου από πολλές απόψεις εξακολουθεί να είναι «ειδική», αλλά είναι σίγουρα πιο εύθραυστη, ενδεχομένως όχι τόσο ακλόνητη και οπωσδήποτε έχει χάσει στρατηγικό βάρος. Δείχνει λιγότερο δεδομένη και για τις δύο πλευρές. Σε πολλούς πρακτικούς τομείς υπάρχουν συμβιβασμοί, εντάσεις, αντικρουόμενα συμφέροντα και το Ηνωμένο Βασίλειο έχει λιγότερη ικανότητα να επηρεάσει την πολιτική των ΗΠΑ απ’ ό,τι στο παρελθόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πλήρης διάσταση απόψεων σε σχέση με την αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους.
Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης Τραμπ, έχει δώσει έμφαση στα δικά της συμφέροντα, μερικές φορές με τρόπους που συγκρούονται με τους συμμάχους τους. Όταν μια κυβέρνηση των ΗΠΑ ανησυχεί λιγότερο για τους πολυμερείς κανόνες, η συμμετρία με τις προσδοκίες του Ηνωμένου Βασιλείου είναι αδύνατο να μην επηρεαστεί.
Από την άλλη, οι πολιτικοδιπλωματικές συμφωνίες φαντάζουν όλο και πιο συναλλακτικές. Η Βρετανία επιδιώκει αμερικανικές επενδύσεις και πρόσβαση στην αμερικανική αγορά. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν ευνοϊκό εμπόριο, τεχνολογική συνεργασία, ίσως στρατηγικό πλεονέκτημα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, μεγαλύτερη πίεση αναμένεται προσεχώς για τις βρετανικές κυβερνήσεις καθώς θα αμφισβητείται όλο και περισσότερο η αμοιβαιότητα της σχέσης. Η εντεινόμενη δυσπιστία της κοινής γνώμης προς την αμερικανική ηγεσία προφανώς θα περιορίσει τον ενθουσιασμό για την επιδίωξη να είναι η Βρετανία ο προνομιακός εταίρος των ΗΠΑ. Δεν αποκλείεται οι επόμενες κυβερνήσεις στο Λονδίνο να στραφούν σε άλλους δυνητικούς «προνομιακούς» εταίρους, στην Ε.Ε., στην Κοινοπολιτεία, στην Ινδία, ακόμη και στον Ινδο-Ειρηνικό.
Εν κατακλείδι, η «ειδική σχέση» Ουάσιγκτον-Λονδίνου δεν σημαίνει πια ότι τα συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου μπορούν να ευθυγραμμιστούν απόλυτα μ’ εκείνα της «βαρύτερης» πλευράς, των ΗΠΑ. Ούτε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει πάντα να αναμένει ευνοϊκότερη αντιμετώπιση από την Ουάσιγκτον. Ο όρος «ειδική σχέση» μοιάζει ήδη περισσότερο με διπλωματικό εργαλείο χρήσιμο για συμβολισμό, προβολή ισχύος, προσέλκυση επενδύσεων και καλής θέλησης παρά με μια ασφαλή βάση για πολυεπίπεδη αλληλόδραση. Είναι απίθανο να καταρρεύσει καθώς οι στρατιωτικοί και γεωπολιτικοί δεσμοί παραμένουν πολύτιμοι και για τις δύο πλευρές, αλλά είναι εξίσου απίθανο να επιστρέψει στη «μυθική» εποχή των σφιχτών εναγκαλισμών Ρέιγκαν-Θάτσερ.
Επιμέλεια: Νίκος Κυριακίδης