Η έρευνα που παρουσίασε χθες η Κομισιόν είναι μια στατιστική όπως όλες οι άλλες, μετράει τα ποσοστά της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών σε κάθε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το μέσο εισόδημα. Ωστόσο, όπως όλοι οι αριθμοί αυτοί την εποχή, έχει μια εκρηκτική πολιτική δύναμη, ειδικά στα χέρια των λαϊκιστών του Βορρά, που τινάζουν με κάθε ευκαιρία στον αέρα τη διάθεση αλληλεγγύης των λαών, για την οποία επίσης οι στατιστικές δείχνουν ότι είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι νομίζουμε.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο τίτλος που έβαλαν πολλές γερμανικές ιστοσελίδες στην έρευνα της Κομισιόν ήταν «Οι Γερμανοί δουλεύουν περισσότερο για το κράτος απ' ό,τι οι Έλληνες».
Ας δούμε, όμως, τα στοιχεία της έρευνας: Το πόσο πληρώνουν οι πολίτες για το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία είναι από χώρα σε χώρα πολύ διαφορετικό. Οι πιο καλοπληρωτές είναι οι Δανοί. Σχεδόν ένα από τα δύο ευρώ -για την ακρίβεια κορώνα- που κερδίζει ο μέσος Δανός πάει στα δημόσια ταμεία. Στη συνέχεια παίρνουν τη σκυτάλη με φόρους και εισφορές που κατά μέσον όρο φτάνουν στο 44% του εισοδήματος η Σουηδία, το Βέλγιο και η Γαλλία. Οι Γερμανοί δεν επιβαρύνονται και τόσο πολύ, όσο νομίζουν: αποδίδουν στην εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία το 39% του εισοδήματος. Πολύ λιγότερο από τους Ιταλούς, οι οποίοι επιβαρύνονται με ένα 42,5%, αλλά περισσότερο από τους Έλληνες (32,4%) και τους Ισπανούς (31,4%).
Βέβαια, τη μικρότερη επιβάρυνση την έχουν οι Λιθουανοί, οι Λετονοί και οι Βούλγαροι, με ένα ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 26% και 28%.
Να σημειωθεί ότι αυτό που μέτρησε η Κομισιόν ήταν ο φόρος εισοδήματος, ο φόρος προστιθέμενης αξίας, ο φόρος επί των επιχειρήσεων και οι εισφορές για τη σύνταξη και την περίθαλψη. Το ποσοστό που βγαίνει έχει, βεβαίως, να κάνει με το ύψος των φορολογικών συντελεστών, αλλά έχει να κάνει και με τη ευρωστία -ή όχι- της οικονομίας. Τα στοιχεία είναι από το 2011.
Ειδικά στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων, οι διαφορές για παράδειγμα μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας ή των υπόλοιπων χωρών του Νότου -που αναδεικνύονται στους λαϊκίστικους τίτλους- είναι ελάχιστες. Το ποσοστό φορολόγησης στην Ελλάδα είναι 26%, στην Ιταλία 27,5%, στην Ισπανία 30%, στην Πορτογαλία 31,5% και στη Γερμανία 29,8%. Πραγματικά χαμηλή φορολογία για τις επιχειρήσεις έχουν από τις «παλιές χώρες» η Ιρλανδία με 12,5% και πολλές από τις νεότερες, με «πρωταθλήτρια» τη Βουλγαρία με 10%.
Όσο για τον ανώτατο συντελεστή στον φόρο εισοδήματος, τα σκήπτρα κρατάει η Σουηδία με 56%, ενώ τους λιγότερους φόρους παίρνει από τους πλούσιους η Βουλγαρία, μόλις 10%. Κι σ' αυτόν τον τομέα η Γερμανία (47,5%) είναι απόλυτα συγκρίσιμη με τις χώρες του Νότου. Στην Πορτογαλία ο ανώτατος συντελεστής είναι 53%, στην Ισπανία 52%, στην Ελλάδα 46% και στην Ιταλία 43%.
Ο μέσος ΦΠΑ στην Ε.Ε. είναι 21,3%, με το χαμηλότερο ποσοστό να απαντάται στο Λουξεμβούργο (15%) και το υψηλότερο στην Ουγγαρία (27%). Εντός της Ευρωζώνης τους μεγαλύτερους συντελεστές ΦΠΑ έχουν η Ελλάδα (23%), η Πορτογαλία (23%), η Ιταλία (22%) και η Ισπανία (21%), ενώ τους χαμηλότερους η Μάλτα (18%), η Γερμανία (19%) και η Γαλλία (19,6%).
Κομισιόν: «Ήδη η συνοχή έχει χαθεί σχεδόν κατά το ήμισυ»
Τα γερμανικά συνδικάτα δεν έχουν παράπονο. Στο αίτημά τους για αυξήσεις των μισθών και των ημερομισθίων έχουν για σύμμαχο όλο τον έξω κόσμο, από την αμερικανική κυβέρνηση και το ΔΝΤ μέχρι την Κομισιόν. Χθες ο επίτροπος Κοινωνικών Υποθέσεων Λάζλο Άντορ κάλεσε τη Γερμανία να προχωρήσει σε γενναία αύξηση μισθών, ενώ ζητά και την υιοθέτηση κατώτατου ωρομισθίου στους κλάδους που δεν έχουν.
Να σημειωθεί ότι πρώτα το Βέλγιο και στη συνέχεια η Γαλλία προσέφυγαν στην Κομισιόν καταγγέλλοντας τη Γερμανία για ντάμπινγκ μισθών σε αρκετούς κλάδους, και μάλιστα σε παραγωγούς και παρόχους υπηρεσιών κοντά στα σύνορα.
Σύμφωνα με τον Άντορ, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τη Γερμανία, καθώς έχει τεράστιο πλεόνασμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Ο επίτροπος επισήμανε ότι, όπως οι χώρες με ελλείμματα πιέζονται να ευθυγραμμιστούν με τους κανόνες, το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι χώρες με πλεόνασμα εξαγωγών. «Εάν δεν το κάνουν, η Ευρωζώνη θα διαλυθεί» είπε. «Ήδη η συνοχή έχει χαθεί σχεδόν κατά το ήμισυ».
Στον αντίποδα η γερμανική κεντρική τράπεζα προειδοποιεί εδώ και μήνες να μη δοθούν «υπερβολικές» αυξήσεις. Σύμφωνα με την Bundesbank, εάν οι μισθοί αυξηθούν περισσότερο από την παραγωγικότητα, τότε οι εταιρείες θα μειώσουν τις θέσεις εργασίας και τις επενδύσεις. Επιπλέον οι αυξήσεις μόνο βραχυπρόθεσμα θα τονώσουν την κατανάλωση, ενώ μακροπρόθεσμα και η ιδιωτική κατανάλωση και το πραγματικό εισόδημα θα μειωθούν, υποστηρίζουν οι ειδικοί της Bundesbank.
Το Βερολίνο, το Παρίσι και ο καυγάς για τον γαλλογερμανικό άξονα
Συζήτηση ή καυγάς με τη Γερμανία; Αυτό είναι το δίλημμα των Γάλλων σοσιαλιστών, που γέμισε τα πρωτοσέλιδα το Σαββατοκύριακο και συνεχίστηκε και χθες. Την ώρα που πολλά επιφανή στελέχη του σοσιαλιστικού κόμματος, με επικεφαλής τον πρόεδρο της Βουλής, Κλοντ Μπαρτολόν, καλούν τον πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ να υψώσει το ανάστημά του ενάντια στην Άνγκελα Μέρκελ -την «καγκελάριο της λιτότητας» με την «εγωιστική αδιαλλαξία»- και να συγκρουστεί μαζί της, οι δύο ισχυρότεροι υπουργοί της γαλλικής κυβέρνησης, ο επί των Εξωτερικών Λοράν Φαμπιούς και ο επί των Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί σπεύδουν να μαζέψουν το κόμμα τους και να ρίξουν τους τόνους.
Ο μεν Φαμπιούς τόνισε χθες στο γαλλικό ραδιόφωνο ότι η συζήτηση με τη Γερμανία είναι «νόμιμη», αλλά η φιλονικία μαζί της «μη φυσιολογική». Ο υπουργός Εξωτερικών επισήμανε ότι το «γαλλικό έλλειμμα είναι γαλλικό και δουλειά της Γαλλίας να το μειώσει» κι ότι «δεν υπάρχει λόγος να έρχεται σε μετωπική αντιπαράθεση η μια χώρα με την άλλη». Αντίθετα, είναι απολύτως θεμιτό, κατά τον Φαμπιούς, να συζητηθεί με τη Γερμανία και τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης ο ρυθμός της δημοσιονομικής εξυγίανσης και η ισορροπία μεταξύ λιτότητας και πολιτικών ανάπτυξης.
Πιο... ηττοπαθής, ο υπουργός Οικονομικών χαρακτηρίζει την ιδέα μιας σύγκρουσης με τη Γερμανία «μη εποικοδομητική»: «Εάν μπούμε στη λογική της σύγκρουσης ή της ρήξης... θα είμαστε όλοι ηττημένοι στον τερματισμό» υποστήριξε σε συνέντευξή του στη γαλλική Monde. Σύμφωνα με τον Μοσκοβισί, οι σχέσεις Μέρκελ - Ολάντ χαρακτηρίζονται από ένταση αλλά και από ειλικρίνεια: «Γι' αυτό έχουμε κατορθώσει να προχωρήσουμε τα πράγματα από τότε που βρισκόμαστε στην εξουσία» είπε, αλλά προφανώς οι σύντροφοί του στο κόμμα δεν συμμερίζονται αυτή την ανάλυση.
Ανεβαίνουν οι τόνοι
Την ώρα, πάντως, που καταβάλλονται προσπάθειες να πέσουν οι τόνοι στην -μάλλον ενδογαλλική- κόντρα με τη Γερμανία, σε μια άλλη κόντρα, μεταξύ Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και Bundesbank, οι τόνοι ανεβαίνουν.
Μετά την επίθεση -με νομικό μανδύα- της γερμανικής κεντρικής τράπεζας ενάντια στην ευρωπαϊκή την περασμένη εβδομάδα, χθες η ΕΚΤ αντεπιτέθηκε με τον ίδιο τρόπο. Έδωσε στη δημοσιότητα τη δική της έκθεση, σύμφωνα με την οποία είναι «απολύτως εντός της αποστολής» της ΕΚΤ το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (ΟΜΤ) που ανήγγειλε τον περασμένο Σεπτέμβριο ο διοικητής της Μάριο Ντράγκι.
Υπενθυμίζεται ότι η Bundesbank προσπαθεί με κάθε τρόπο να φρενάρει το πρόγραμμα, παρά το γεγονός ότι και μόνο η αναγγελία του είχε ως αποτέλεσμα να επιστρέψει μια στοιχειώδης ηρεμία στις αγορές και να πέσουν τα επιτόκια δανεισμού της Ιταλίας και της Ισπανίας, χωρίς η ΕΚΤ να αγοράσει ούτε ένα ιταλικό ή ισπανικό ομόλογο.
Πάντως, ο ισχυρός Γερμανός της ΕΚΤ, και πρώην υφυπουργός του Σόιμπλε, Γιεργκ Άσμουσεν, δεν φαίνεται να στηρίζει τον συμπατριώτη του της Bundesbank. Βγήκε χθες από το βήμα συνεδρίου στο Βερολίνο να δηλώσει ότι «η ΕΚΤ είναι προσηλωμένη στην προσπάθεια διατήρησης της συνοχής της Ευρωζώνης» -η Bundesbank ισχυρίζεται ότι αυτό δεν είναι δουλειά της ΕΚΤ- ενώ σε μια έκρηξη αισιοδοξίας υποστήριξε ότι «το ευρώ θα επιβιώσει από αυτή την κρίση, θα βγει ισχυρότερο και μελλοντικά θα θέλουν και άλλες χώρες να ενταχθούν στο κοινό νόμισμα».