Η πιθανή διεύρυνση του ΝΑΤΟ, προς Βορρά αυτή τη φορά, τη Φιλανδία και τη Σουηδία, φαίνεται να δημιουργεί νέες εντάσεις, που τροφοδοτούνται με κάθε μέσο και τρόπο από τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, τις ΗΠΑ και την υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Αναλένα Μπέρμποκ, που υποστήριξε από τη Νιγηρία ότι εάν η Φινλανδία και η Σουηδία «το αποφασίσουν, τότε είναι πολύ ευπρόσδεκτες στην αμυντική Συμμαχία», γιατί «είναι δικαίωμα κάθε χώρας να επιλέγει ελεύθερα τις αμυντικές συμμαχίες της», θυμίζοντας λίγο τον Φιντέλ Κάστρο, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, αλλά και τις τραγικές δηλώσεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, λίγο πριν τη ρωσική εισβολή.
Οι απειλές της Ρωσίας προς τις δύο σκανδιναβικές χώρες έχουν πάντως περισσότερους αποδέκτες, εάν μετατραπεί πραγματικά ο ρωσικός θύλακας του Καλίνινγκραντ σε ένα πάρκινγκ πυρηνικών και συμβατικών όπλων πρωτοφανών διαστάσεων. Οι χώρες αυτές «πρέπει να αντιληφθούν τις συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου για τις διμερείς σχέσεις μας και για την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας στο σύνολό της. Το να γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ δεν μπορεί να ενισχύσει την εθνική τους ασφάλεια. Ντε φάκτο [η Φινλανδία και η Σουηδία] θα είναι η πρώτη γραμμή του ΝΑΤΟ», προειδοποίησε η Μαρία Ζαχάροβα το Ελσίνκι και τη Στοκχόλμη, που έχουν μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στα πυρηνικά. Τροφοδοτώντας μεθοδικά την ένταση το ΝΑΤΟ έστειλε, από την πλευρά του, έναν στολίσκο πολεμικών πλοίων στο Ταλίν για να αμφισβητήσει τη σχετική κυριαρχία του ρωσικού στόλου σε αυτή τη θαλάσσια περιοχή και να δείξει στους Σκανδιναβούς ότι μπορεί να αποτελέσει τον μεγάλο προστάτη τους.
Στο ίδιο μήκος κύματος η Ρωσία προειδοποίησε τις ΗΠΑ ότι θα υπάρξουν «απρόβλεπτες συνέπειες για την περιφερειακή και παγκόσμια ασφάλεια» αν η Ουάσινγκτον συνεχίσει να εξοπλίζει την Ουκρανία, σύμφωνα με την Washington Post, καθιστώντας σαφές ότι οι συνέπειες αυτές αφορούν τις ευρωπαϊκές χώρες από τις οποίες περνά ο οπλισμός που μεταφέρεται στην Ουκρανία. Στην κινδυνολογία της Μόσχας απάντησε η κινδυνολογία της Ουάσιγκτον και μάλιστα διαμέσου του επικεφαλής της CIA και έμπειρου διπλωμάτη της, Ουίλιαμ Μπερνς, που εκτιμά ότι ο Πούτιν μπορεί να καταφύγει στη χρήση τακτικού πυρηνικού όπλου ή πυρηνικού όπλου μικρής εμβέλειας στην Ουκρανία για να αντισταθμίσει προφανώς αυτές που ο Μπερνς θεωρεί «στρατιωτικές ήττες».
Μέσα σε αυτό το παραλήρημα της πολεμολαγνείας και της καταστροφολογίας ακούστηκε και η απομονωμένη φωνή του μόνου χριστιανού ηγέτη σε μια Ευρώπη όπου οι ορθόδοξοι σφάζονται χειρότερα από τους καθολικούς και τους προτεστάντες σε άλλες εποχές, όχι και τόσο μακρινές. «Ο πόλεμος αυτός, δυστυχώς, δεν αποτελεί κάτι το καινούργιο. Ο κόσμος βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση, όχι μόνον στην Ευρώπη: στη Συρία, στην Υεμένη, στη Ρουάντα πριν είκοσι πέντε χρόνια. Ο κόσμος διάλεξε το πλαίσιο του Κάιν; Ο πόλεμος εφαρμόζει τον 'καϊνισμό', σκοτώνει τον αδελφό μας. Ο πόλεμος είναι τερατούργημα», τόνισε ο Πάπας Φραγκίσκος, αποτελώντας τον μόνο ηγέτη που μιλά για ειρήνη.