Τρεις λευκοί άνδρες καταδικάστηκαν για τη δολοφονία του Αχμόντ Άρμπερι καθώς κρίθηκαν ένοχοι για ομοσπονδιακά εγκλήματα μίσους επειδή τον στοχοποίησαν λόγω του χρώματος του, ενώ έκανε τζόκινγκ στην προαστιακή κοινότητα τους το 2020. Η καταδίκη τους που εκδόθηκε μία ημέρα πριν από τη δεύτερη επέτειο του θανάτου του, στις 23 Φεβρουαρίου 2020, είχε συμβολικό χαρακτήρα, καθώς ήρθε λίγους μήνες μετά την καταδίκη των τριών κατηγορουμένων για τη δολοφονία σε πολιτειακό δικαστήριο της Τζόρτζια και την καταδίκη τους σε ισόβια κάθειρξη.
Η οικογένεια του Αχμάντ θεωρεί τη καταδίκη των τριών για εγκλήματα μίσους ως πολύ σημαντική καθώς ο ρατσισμός αποτέλεσε το κίνητρο για τη δολοφονία. «Ο Αχμάντ θα συνεχίσει να αναπαύεται εν ειρήνη, αλλά τώρα θα αρχίσει να αναπαύεται με δύναμη», δήλωσε η μητέρα του μετά την ανάγνωση της ετυμηγορίας.
Οι κατά κύριο λόγο λευκοί ένορκοι στη δίκης, συζήτησαν για περίπου τέσσερις ώρες επί δύο ημέρες προτού εκδώσουν την ετυμηγορία εναντίον του Τράβις ΜακΜάικλ, 36 ετών, του πατέρα του, πρώην αστυνομικού Γκρέγκορι ΜακΜάικλ, 66 ετών, και ενός γείτονα, του Γουίλιαμ «Ρόντι» Μπράιαν, 52 ετών, στο Περιφερειακό Δικαστήριο των ΗΠΑ στο Μπρούνσγουικ της Τζόρτζια.
Και οι τρεις άνδρες, όπως μεταδίδει το Reuters, κρίθηκαν ένοχοι για την παραβίαση των πολιτικών δικαιωμάτων του Αρμπέρι, επειδή του επιτέθηκαν λόγω της φυλής του, και για απόπειρα απαγωγής. Πατέρας και γιος καταδικάστηκαν επίσης για την ομοσπονδιακή κατηγορία για πυροβόλα όπλα. Ο Μπράιαν δεν κατηγορήθηκε για αδίκημα με όπλα. Το κακούργημα των εγκλημάτων μίσους, η σοβαρότερη από τις κατηγορίες που αντιμετώπισαν οι κατηγορούμενοι, επισύρει τη μέγιστη ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
Οι τρεις άνδρες καταδικάστηκαν πέρυσι για τη δολοφονία και άλλα εγκλήματα σε πολιτειακό δικαστήριο και καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία με κυνηγετικό όπλο του 25χρονου Αχμόντ,, πρώην ποδοσφαιριστή στο Λύκειο, ο οποίος εργαζόταν για μια εταιρεία πλύσης φορτηγών και την επιχείρηση του πατέρα του.
Οι εισαγγελείς στη δίκη της πολιτείας απέφυγαν να χαρακτηρίσουν τη δολοφονία ρατσιστική, επιδιώκοντας μόνο να αποδείξουν ότι οι ΜακΜίχελ και ο Μπράιαν ήταν υπεύθυνοι για τον θάνατό του.
Ο Κούπερ-Τζόουνς καταφέρθηκε την Τρίτη εναντίον των εισαγγελέων του Υπουργείου Δικαιοσύνης (DOJ), οι οποίοι είχαν αρχικά καταλήξει σε συμφωνία ομολογίας με τους κατηγορούμενους για να αποφύγουν τη δίκη, όπως συνήθως συμβαίνει σε υποθέσεις εγκλημάτων μίσους, όπως με τον Ντέρεκ Σόβιν, τον αστυνομικό που δολοφόνησε τον Τζορτζ Φλόιντ και κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία του.
Σε μια σπάνια κίνηση, η δικαστής απέρριψε τον περασμένο μήνα τη συμφωνία των εισαγγελέων με τους κατηγορούμενους για ομολογία, μετά από παράκληση της οικογένειας του Αχμόντ να μην την αποδεχτεί.
Ο Άρμπερι πυροβολήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2020 από τον νεότερο ΜακΜάικλ, αφού και οι τρεις κατηγορούμενοι τον κυνηγούσαν με τα αυτοκίνητα τους, καθώς το θύμα έκανε απογευματινό τζόκινγκ στην κοινότητα Satilla Shores, κοντά στη νοτιοανατολική παράκτια πόλη Brunswick.