“Οι ΗΠΑ ήταν πάντα μια χώρα όπου ο οποιοσδήποτε μπορούσε να ανελιχθεί από τα κάτω προς τα πάνω... Τώρα όμως τα δεδομένα δείχνουν πως οι ευκαιρίες αυτές είναι λιγότερες από κάθε άλλη χώρα”. Με αυτόν τον τρόπο σχολίασε ο Τζέρομ Πάουελ, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, τη σημερινή αύξηση της ανισότητας και την υπερσυγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων Αμερικανών δισεκατομμυριούχων.
Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, από το 1989 έως το 2019 το 1% των πλουσιότερων Αμερικανών έχει δει τα εισοδήματά του και τα περιουσιακά του στοιχεία να εκτοξεύονται, ενώ την ίδια στιγμή αυτή που αποκαλείται μεσαία τάξη συρρικνώνεται τόσο από άποψη εισοδημάτων όσο και περιουσιακών στοιχείων. Κι αν για τη μεσαία τάξη τα δείγματα είναι ανησυχητικά, για τους φτωχούς των ΗΠΑ η κατάσταση παίρνει δραματικά χαρακτηριστικά.
Μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση, οι δύο ριζοσπάστες υποψήφιοι για το χρίσμα των Δημοκρατικών, ο Μπέρνι Σάντερς και η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, έχουν διατυπώσει μια ρηξικέλευθη πρόταση που αμφισβητεί ριζικά τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το αμερικανικό κοινωνικοοικονομικό μοντέλο. Η πρόταση αυτή συμπυκνώνεται σε μια φράση: “Φορολογήστε τους πλούσιους”.
Σύμφωνα με τα σχέδια των δύο υποψηφίων, βασικός στόχος είναι η φορολόγηση των εισοδημάτων και της περιουσίας των πιο πλούσιων Αμερικανών με στόχο την ενίσχυση κοινωνικών προγραμμάτων και μέτρων που θα ευνοήσουν την κοινωνική πλειονότητα. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι το πρόγραμμα στέγασης, το πρόγραμμα καθολικής φροντίδας των παιδιών αλλά και το περίφημο “Medicare for all”.
“Ως Πρόεδρος των ΗΠΑ, θα μειώσω το ανήθικο και τραγελαφικό επίπεδο ανισότητας τόσο στο εισόδημα όσο και στην κατοχή πλούτου” δήλωσε ο υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών Μπέρνι Σάντερς, προσθέτοντας πως “αυτό που λέμε στους πλουσιότερους Αμερικανούς είναι πως δεν μπορούν να έχουν τόσο πλούτο στα χέρια τους”.
Από την πλευρά της, η συνυποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών Ελίζαμπεθ Γουόρεν δήλωσε πως είναι "ενθουσιασμένη" από την πρόταση του Σάντερς, καθώς η υιοθέτηση μιας τέτοιας πρότασης θα προκαλέσει δομικές αλλαγές στην αμερικανική οικονομία, συμπληρώνοντας πως “όλοι οι υποψήφιοι οφείλουν να πάρουν θέση πάνω στο ζήτημα αυτό”. Την ίδια στιγμή, όμως, επιχειρεί να μετριάσει τις εντυπώσεις επισημαίνοντας πως πιστεύει στην ελεύθερη αγορά και την επιχειρηματικότητα και πως η πρόταση αυτή αποσκοπεί στην υιοθέτηση ενός πιο δίκαιου μοντέλου ανάπτυξης.
Η πρόταση του Σάντερς είναι σαφώς “εχθρικότερη” προς το αμερικανικό κεφάλαιο, καθώς περιλαμβάνει έναν κλιμακωτό ετήσιο φόρο που συνδέεται με την καθαρή περιουσία του και φθάνει ακόμα και το 8%, αποκομίζοντας σε βάθος δεκαετίας ένα ποσό που θα ανέρχεται στα 4,35 τρισεκατομμύρια δολάρια. Από την άλλη πλευρά, η θέση της Γουόρεν είναι πιο μετριοπαθής, καθώς περιλαμβάνει έναν ετήσιο φόρο με μονάχα δύο κλίμακες, που φτάνει έως το 3%, με στόχο να αποφέρει περίπου 2,6 τρισεκατομμύρια.
Η εφαρμογή είτε της πιο ριζοσπαστικής είτε της πιο μετριοπαθούς πρότασης φαντάζει δύσκολη, αλλά το γεγονός ότι αρθρώνεται στο πλαίσιο των προεδρικών εκλογών στη Μέκκα του Καπιταλισμού επιβεβαιώνει πως τίποτα δεν είναι ανέφικτο.