Του Κυριάκου Δημάγγελου*
Έναν περίπου χρόνο μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τράμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, σήμερα φαίνεται πολύ πιθανό Ουάσιγκτον και Τεχεράνη να καθίσουν εκ νέου στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για τη διαμόρφωση μιας νέας συμφωνίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει πως ο δίαυλος επικοινωνίας των δύο πλευρών ήταν ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος συνάντησε τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Τζαβάντ Ζαρίφ στο πλαίσιο της συνόδου των G7 στο Μπιαρίτς.
Η επιλογή του χώρου και του χρόνου που επιχειρήθηκε να γίνει η επαναπροσέγγιση Τεχεράνης και Ουάσιγκτον, αποδεικνύει πως το πυρηνικό πρόγραμμα και συνακόλουθα η επαναφορά του Ιράν στη διεθνή σκακιέρα είναι ένα «καυτό» ζήτημα με πολλούς ενδιαφερόμενους παίκτες.
Ευρωπαϊκή Ένωση: Μπίζνες στον Περσικό
Σύμφωνα με τις αναλύσεις ερευνητών αλλά και τις εκτιμήσεις μεγάλων εταιρειών όπως η BP, το Ιράν διαθέτει το δεύτερο και τέταρτο μεγαλύτερο απόθεμα φυσικού αερίου και αργού πετρελαίου αντίστοιχα στον κόσμο. Χαρακτηριστικά το 2017 η παραγωγή πετρελαίου άγγιξε τα 4,7 εκατομμύρια βαρέλια και η παραγωγή του φυσικού αερίου τα 7,2 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Ενδεικτικό του τι διακυβεύεται στον τομέα της ενέργειας είναι ότι η Γαλλική Total το 2017 αναγκάστηκε να αποσυρθεί από τη συμφωνία των 4,8 δισεκατομμυρίων που είχε συνάψει με τη Τεχεράνη μπροστά στον κίνδυνο των αμερικανικών κυρώσεων. Μια εκ νέου συμφωνία θα έδινε στους ευρωπαϊκούς κολοσσούς ενέργειας την «ευκαιρία» να συνεχίσουν χωρίς κινδύνους τα επενδυτικά τους σχέδια στον Περσικό.
Παράλληλα με το ζήτημα της ενέργειας, με μια εκ νέου συμφωνία οι χώρες της Ε.Ε. θα δουν τεράστια τόνωση στον εμπορικό τους τομέα, σε μια περίοδο που ο κίνδυνος της ύφεσης είναι υπαρκτός. Μόνο το 2016 και το 2017, υπολογίζεται πως η άρση των αποκλεισμών έναντι της Τεχεράνης, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των εισαγωγών και εξαγωγών -από και προς το Ιράν- κατά 5,5 και 10,1 δισεκατομμύρια αντίστοιχα.
Πέρα από την εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων, υπάρχει και η πολιτική διάσταση της συμφωνίας. Η Ευρώπη μπορεί να μην είναι ικανή να διασώσει τη συμφωνία, αλλά οφείλει να το προσπαθήσει... όχι μόνο για να περιορίσει τους κινδύνους έντασης και αστάθειας στην περιοχή, αλλά και για να ανακτήσει κύρος έναντι της αλαζονικής και «επικίνδυνης» εξωτερικής πολιτικής Τραμπ.
Μόσχα: μια κατάσταση win-win
Επίσημα ο Πούτιν είναι υπέρμαχος της σύγκλισης όλων των πλευρών και της εξεύρεσης κοινής λύσης που θα άρει τις κυρώσεις εναντίον της Τεχεράνης. Εξάλλου οι δύο χώρες είναι σύμμαχοι τόσο στο συριακό μέτωπο όσο και στην κοινή τους προσπάθεια να «πλήξουν» την αμερικανική κυριαρχία σε διεθνές επίπεδο.
Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική και οικονομική απομόνωση του Ιράν προσφέρει στον Ρώσο πρόεδρο γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη. Πρώτον, διότι προσδένει ακόμα περισσότερο την Τεχεράνη στο άρμα της Μόσχας ενισχύοντας έτσι τη θέση της δεύτερης στον καταμερισμό ισχύος έναντι της Ουάσιγκτον στη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, διότι η διατήρηση του αποκλεισμού του Ιράν από τη διεθνή παραγωγή και διανομή πετρελαίου και φυσικού αερίου ενισχύει την οικονομία της Ρωσίας και εντείνει την εξάρτηση της Ευρώπης από το φυσικό της αέριο.
Κίνα: Ο «δρόμος του Μεταξιού» περνάει από τον Περσικό
Η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό συνεταίρο του Ιράν. Μόνο το 2017, οι εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών άγγιξαν το ποσό των 37 δισεκατομμυρίων ευρώ καθώς το Ιράν αποτελεί έναν τεράστιο προμηθευτή ενέργειας για τη Κίνα, αλλά παράλληλα και μια σημαντική αγορά για τη προώθηση της κινεζικής τεχνολογίας και προϊόντων. Για μια χώρα όπως η Κίνα, που επιχειρεί τη γεωπολιτική της αναβάθμιση μέσω της οικονομικής της γιγάντωσης, η συμφωνία και η άρση των αμερικανικών κυρώσεων θα λειτουργούσε ευεργετικά για τα πολιτικο-οικονομικά της σχέδια.
Ισραήλ - Σαουδική Αραβία: Κίνδυνος επιβίωσης
Για τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, φανατικό πολέμιο της συμφωνίας του 2015, ο διάλογος ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν ισοδυναμεί με μια τεράστια απειλή. Η ιδέα πως ο βασικότερος αντίπαλος του Ισραήλ στην περιοχή θα συνεχίσει το πυρηνικό πρόγραμμα του -ακόμα και αν αυτό ελέγχεται από τη διεθνή κοινότητα-, αποτελεί για τις υπηρεσίες ασφαλείας του Τελ Αβίβ μια κίνηση που αλλάζει τις παγιωμένες ισορροπίες στην περιοχή και αναβαθμίζει την απειλή του Ιράν σε αυτό που οι Ισραηλινοί αποκαλούν ως «υπαρξιακό κίνδυνο» για το κράτος τους.
Το Ριάντ επιδιώκει μεν την ύπαρξη συμφωνίας, αλλά με πολύ πιο σκληρούς όρους για την Τεχεράνη. Στόχος είναι όχι μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και η συμπερίληψη σε μια νέα συμφωνία των βαλλιστικών πυραύλων καθώς και η στήριξη της Τεχεράνης σε οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Όσο και αν η Ε.Ε., η Ρωσία και η Κίνα πιέζουν για την εξεύρεση μιας λύσης, η χρόνια αντιπαλότητα και καχυποψία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν έχει δημιουργήσει και στις δύο χώρες μια ισχυρή πολιτική και οικονομική γραφειοκρατία, η οποία αντιλαμβάνεται τις σχέσεις Τεχεράνης και Ουάσιγκτον ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Αυτή η παγιωμένη κατάσταση έχει αποτέλεσμα την ενδυνάμωση των «σκληροπυρηνικών» της Τεχεράνης που επιτίθενται στον πρόεδρο Ρουχανί για «ενδοτική στάση» προς τις ΗΠΑ, αλλά και την κυριαρχία στην Ουάσιγκτον των «νεοφιλελεύθερων γερακιών» που στοχεύουν στην ταπείνωση του Ιράν προτάσσοντας ιδεολογικά χαρακτηριστικά στη σύγκρουση αυτή.
Το ποια θα είναι η έκβαση της υπόθεσης είναι δύσκολο να ειπωθεί, αλλά το σίγουρο είναι πως αυτή θα προκύψει μέσα από ένα «σκληρό» παιχνίδι πόκερ ανάμεσα σε πολλούς παίκτες και ακόμα περισσότερους ενδιαφερόμενους.
*Ο Κυριάκος Δημάγγελος είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνούς Ασφάλειας του πανεπιστημίου της Γλασκώβης και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ