Του Κυριάκου Δημάγγελου*
Για ακόμα μια φορά, το Αφγανιστάν βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των μέσων ενημέρωσης. Αυτή τη φορά όμως οι ειδήσεις δεν περιλαμβάνουν ούτε τις απειλές του Τζορτζ Μπους έναντι του Μουλά Ομάρ, ούτε τις εικόνες των κέντρων εκπαίδευσης της Αλ Κάιντα στα βουνά της χώρας, ούτε φυσικά τις δολοφονίες Αμερικανών στρατιωτών στην Καμπούλ. Σήμερα, η βασική είδηση είναι οι έπαινοι του Ντόναλντ Τραμπ προς τους Ταλιμπάν και η πίστη του Αμερικανού Προέδρου πως θα υπάρξει ομαλή έκβαση των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Οι ΗΠΑ και οι Ταλιμπάν κάθονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων εδώ και οκτώ μήνες μετά την τελευταία εκεχειρία ανάμεσα στις δύο πλευρές. Στο Κατάρ, όπου διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις για το μέλλον της χώρας και το τέλος της αμερικανικής κατοχής, ο μεγάλος απών είναι η επίσημη κυβέρνηση του Προέδρου του Αφγανιστάν, Ασράφ Γκάνι, που αποκλείστηκε μετά την επίμονη άρνηση των Ταλιμπάν να τον δεχτούν ως συνομιλητή.
Ένας υποστηρικτής της ρεαλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων θα έλεγε με σιγουριά πως οι συμμαχίες των κρατών διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται με βάση το εθνικό συμφέρον μιας χώρας. Υπό αυτό το πρίσμα, οι συζητήσεις μεταξύ των Ταλιμπάν και των ΗΠΑ, των δύο άλλοτε αντιπαρατιθέμενων στρατοπέδων, δεν προξενούν ιδιαίτερη έκπληξη. Όμως, αυτό που σίγουρα εντυπωσιάζει είναι πως η κυβέρνηση των ΗΠΑ σκόπιμα αποκρύπτει την αλήθεια, αλλοιώνει την πραγματική εικόνα της πολιτικής κατάστασης του Αφγανιστάν και επιχειρεί να έρθει σε συμφωνία με έναν «παίκτη» που επανειλημμένα έχει αποδείξει πως δεν δεσμεύεται από συμφωνίες, ούτε σέβεται τη δημοκρατία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει κάθε δικαίωμα να δηλώνει πως οι συζητήσεις με τους Ταλιμπάν είναι εξαιρετικές. Όμως μια ενδελεχής μελέτη των δεδομένων και των δρώντων που εμπλέκονται στον αφγανικό εμφύλιο, οδηγεί με ασφάλεια σε ένα και μόνο συμπέρασμα: ότι οι ΗΠΑ οδηγούν το Αφγανιστάν με γοργούς ρυθμούς προς το ξέσπασμα ενός νέου κύκλου βίας και εμφύλιων ταραχών.
Ανοιχτές πληγές
Τέσσερα δεδομένα οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός πως οι πληγές του παρατεταμένου εμφυλίου πολέμου και των βίαιων εθνοτικών συγκρούσεων είναι ακόμα ζωντανές στη χώρα. Το Αφγανιστάν είναι ένα ενιαίο κράτος στα χαρτιά, αλλά στην ουσία μια πολυδιασπασμένη οντότητα με δρώντες που χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική τους ταυτότητα και τη φυλετική τους προέλευση και αντιλαμβάνονται τις σχέσεις τους ως ξεκάθαρα εχθρικές.
Το δεύτερο δεδομένο είναι ότι οι Ταλιμπάν μπορεί να μην έχουν σχέσεις με το Ισλαμικό Κράτος, αλλά παραμένουν ένα ένοπλο κίνημα ισλαμιστών που είναι έτοιμοι να καταφύγουν στη βία για να πετύχουν την εκπλήρωση των πολιτικών τους στόχων. Παράλληλα, στις περιοχές που ήδη έχουν στον έλεγχό τους οι Ταλιμπάν, εφαρμόζεται ο ισλαμικός νόμος (σαρία) και καταπατώνται ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες. Το γεγονός ότι οι Ταλιμπάν, την ίδια στιγμή που διαπραγματεύονται ειρήνη, συνεχίζουν το πόλεμο στο Αφγανιστάν είναι ενδεικτικό της πρόθεσης τους για τον πλήρη έλεγχο της αφγανικής επικράτειας.
Το τρίτο δεδομένο είναι πως η κυβέρνηση της Καμπούλ με τη στήριξη των Αμερικανών έχει συσπειρώσει ευρύτερα κομμάτια από μια σειρά εθνοτικών ομάδων συμπεριλαμβανομένων των Ουζμπέκων, των Τατζίκων, των Χαζάρων καθώς και κομμάτια της φυλής των Παστούν. Οι πληθυσμοί αυτοί, που βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο με τους Ταλιμπάν, αντιτίθεται στην επιστροφή των τελευταίων στην εξουσία και είναι πολύ πιθανό να σηκώσουν τα όπλα ώστε να προασπίσουν τα συμφέροντά τους σε περίπτωση που οι Ταλιμπάν αναλάβουν την εξουσία της χώρας.
Το τέταρτο δεδομένο σχετίζεται με δύο παίκτες που μπορεί να μην έχουν ρόλο στις διαπραγματεύσεις, αλλά μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις πολιτικές εξελίξεις. Ο πρώτος παίκτης είναι το Πακιστάν. Όπως και στο παρελθόν, το Ισλαμαμπάντ είναι δεδομένο πως θα επιδιώξει να έχει ρόλο στην Καμπούλ, χρησιμοποιώντας τους Ταλιμπάν που εδώ και χρόνια στηρίζει και χρηματοδοτεί. Ο δεύτερος παίκτης είναι το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο μπορεί να είναι αποδυναμωμένο, όμως, όπως έδειξαν οι πολύνεκρες επιθέσεις του προηγούμενου Σαββατοκύριακου, μπορεί ακόμα να αποσταθεροποιήσει τη χώρα, προκαλώντας ένα νέο κύκλο βίας που θα συμπαρασύρει ευρύτερα τμήματα της αφγανικής κοινωνίας.
Κενό εξουσίας και ξένος δάκτυλος
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων, που αποτελεί κοινό στόχο του Τραμπ και των Ταλιμπάν, διαφαίνεται πως δεν θα οδηγήσει ούτε στην εξομάλυνση ούτε φυσικά στην ειρήνη. Αντίθετα, θα δημιουργήσει ένα τεράστιο κενό εξουσίας, το οποίο θα επιχειρήσουν να καλύψουν οι δύο βασικοί πόλοι της αφγανικής σκακιέρας, συνεπικουρούμενοι από τους συμμάχους τους εντός και εκτός του Αφγανιστάν.
Η 18ετής παρουσία των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν μπορεί να μην πέτυχε την εξομάλυνση της χώρας, όμως κατάφερε την αποδυνάμωση των ισλαμιστικών οργανώσεων που δρούσαν στην περιοχή, την εκδίωξη της Αλ Κάϊντα από τις πόλεις του Αφγανιστάν, όσο και τον περιορισμό των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των Ταλιμπάν.
Τα εγκλήματα και οι αστοχίες των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν είναι διαρκή, δεδομένα και αδιαμφισβήτητα. Η απόσυρση των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων από το Αφγανιστάν θα είναι ένα ακόμα καταστροφικό λάθος, αν αυτή γίνει χωρίς την ύπαρξη εγγυήσεων, την εκπλήρωση βασικών στόχων και προϋποθέσεων, αλλά και τον περιορισμό της ισχύος του Ισλαμαμπάντ στην Καμπούλ...
* Ο Κυριάκος Δημάγγελος είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνούς Ασφάλειας του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ