Της δρ. Πελαγίας Καρπαθιωτάκη
Η σύνοδος των G20 στην Ιαπωνία χαρακτηρίζεται από τα διεθνή ΜΜΕ ως η σημαντικότερη συνάντηση των G20 μετά το 2008 (παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση). Μετά την εκλογή Τραμπ, υπάρχει μια τάση αλλαγής της λειτουργίας του διεθνούς συστήματος, όπου οι πολυμερείς σχηματισμοί (G20, ΠΟΕ κ.ά.) να αποδυναμώνονται και να αντικαθίστανται από νέα δίκτυα συνεργασιών όπου κυρίαρχη θέση έχει το κράτος. Έτσι, μια σειρά από γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο διάστημα των επτά μηνών που μεσολάβησαν από την προηγούμενη σύνοδο G20 στην Αργεντινή μέχρι σήμερα στην Ιαπωνία (28-29 Ιουνίου 2019) συνέβαλαν στην κλιμάκωση της κρίσης στις σχέσεις ΗΠΑ - Κίνας καθιστώντας την G20 ως ένα εξαιρετικής σημασίας γεγονός, κυρίως όμως λόγω της διμερούς συνάντησης Τραμπ και Σι, επισκιάζοντας έτσι την επίσημη ατζέντα της συνόδου.
Η μάχη για τη Huawei
Η προηγούμενη συνάντηση των δύο ηγετών πραγματοποιήθηκε στη σύνοδο των G20 στην Αργεντινή την 1η Δεκεμβρίου 2018, στέλνοντας ελπιδοφόρα μηνύματα για την επίτευξη διμερούς εμπορικής συμφωνίας. Η αισιοδοξία όμως περιορίστηκε όταν την ίδια ημέρα, έγινε γνωστή η σύλληψη της Meng Wanzhou (κόρη του ιδρυτή της Huawei) στον Καναδά μετά από το ένταλμα των ΗΠΑ, προκαλώντας την απορία για τα πραγματικά αίτια της σύλληψης αλλά και για την επιλογή της χρονικής στιγμής. H Huawei είναι η μεγαλύτερη κινέζικη εταιρεία τηλεπικοινωνιών, η οποία πρωτοπορεί στην τεχνολογία 5G και στην έρευνα για την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (Α.Ι.), επενδύοντας το 10% των ετήσιων εσόδων της στην έρευνα, ενώ το 45% του εργατικού δυναμικού της, δηλαδή 80.000 άνθρωποι απασχολούνται στην έρευνα. Η ταχύτατη άνοδος της Huawei, οι επενδύσεις στην έρευνα για την ανάπτυξη τεχνολογίας Α.Ι. καθώς και η διείσδυσή της στην παγκόσμια αγορά (π.χ. Ευρώπη), ξεπερνώντας σε πωλήσεις αμερικάνικες εταιρείες (π.χ. apple) έχουν καταστήσει τη Huawei “κόκκινο πανί” για την αμερικανική κυβέρνηση. Η ανάπτυξη τεχνολογίας Α.Ι. βρίσκεται στο επίκεντρο ενός “τεχνολογικού πολέμου” που, όπως φαίνεται, θα είναι εντονότερος, καθώς το διακύβευμα είναι πολύ σημαντικό και θα διαδεχθεί τον “εμπορικό”.
Στις 11 Φεβρουαρίου ο Τραμπ υπογράφει διάταγμα για τη “Διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στην Α.Ι.” και την “προστασία” της τεχνολογικής βάσης των ΗΠΑ από αντίπαλες και ανταγωνιστικές χώρες φωτογραφίζοντας την Κίνα. Το διάταγμα αυτό, μοιάζει να είναι η απάντηση των ΗΠΑ στο “Αναπτυξιακό σχέδιο Α.Ι.” της Κίνας που δημοσιεύθηκε το 2017 και προβλέπει επένδυση 147 δισ. δολαρίων (η Γερμανία προβλέπεται να επενδύσει 3 δισ. δολάρια μέχρι το 2025) στην ανάπτυξη τεχνολογίας Α.Ι. με στόχο την ανάδειξή της σε ηγετική χώρα στον τομέα αυτό μέχρι το 2030. Σύμφωνα με τη μακροοικονομική ανάλυση της PricewaterhouseCoopers (PwC), έρευνα την οποία επικαλούνται τα μεγαλύτερα αμερικανικά ερευνητικά κέντρα, η τεχνολογία Α.Ι., θα αυξήσει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 15,7 τρισ. δολάρια (14%) μέχρι το 2030, με την Κίνα να λαμβάνει μερίδιο 26,1% και τη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ, Καναδάς) 14.5%. Οι προβλέψεις της PwC δείχνουν με σαφήνεια το ρόλο που θα παίξει η τεχνολογία Α.Ι. στη μελλοντική κατανομή του παγκόσμιου παραγόμενου πλούτου. Για πολλούς Αμερικανούς αναλυτές το διάταγμα αυτό έχει πολλές αδυναμίες, καθώς ήρθε καθυστερημένα και χωρίς σαφώς προσδιορισμένο σχέδιο εφαρμογής και συγκεκριμένο προϋπολογισμό.
Οι δασμοί του Τραμπ
Στο διάστημα των επτά μηνών μεταξύ των δύο συνόδων, ο περασμένος Μάιος ήρθε να κορυφώσει την κρίση μεταξύ Κίνας - ΗΠΑ, καθώς μια σειρά από αποφάσεις του Τραμπ προκάλεσαν την αντίδραση της Κίνας και τη διακοπή των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Στις 10 Μαΐου, η αιφνίδια απόφαση του Τραμπ να επιβάλει επιπλέον δασμούς 25% σε κινεζικές εισαγωγές, υποστηρίζοντας καθυστέρηση από την κινεζική πλευρά, και λίγες ημέρες αργότερα η υπογραφή νέου διατάγματος (15 Μαΐου), με το οποίο οι ΗΠΑ αποφασίζουν επίσημα πλέον την τεχνολογική αποσύνδεση (decoupling) από την Κίνα, διατάσσοντας την άμεση διακοπή χρήσης εξαρτημάτων ή υπηρεσιών που ελέγχονται από «αντίπαλες κυβερνήσεις» και εισάγoυν τoν κινέζικο τεχνολογικό κολοσσό Huawei και 68 θυγατρικές της στη λίστα των “απαγορευμένων εταιρειών” (Entity List) ήταν οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν την Κίνα να αλλάξει στάση απέναντι στις ΗΠΑ.
Η επιλογή του Τραμπ σε διάστημα μόλις μίας εβδομάδας να λάβει δύο τόσο επιθετικές αποφάσεις (επιβολή δασμών, Huawei) δεν είναι δείγμα ισχύος, αλλά μάλλον δείγμα αδυναμίας των ΗΠΑ, καθώς ένας μακροχρόνιος “εμπορικός και τεχνολογικός πόλεμος” με μια χώρα του μεγέθους της Κίνας θα είχε σοβαρές επιπτώσεις για την αμερικανική οικονομία της οποίας το δημόσιο χρέος αυξάνεται κατά 1 τρισ. δολ. τον χρόνο. Επομένως, η απόφαση του Τραμπ στόχο είχε τη δημιουργία φόβου ώστε η άλλη πλευρά να υποχωρήσει άμεσα στις απαιτήσεις των ΗΠΑ.
Η νέα στρατηγική της Κίνας
Μετά τα γεγονότα του Μαΐου, στις 2 Ιουνίου, το κινεζικό Συμβούλιο του Κράτους δημοσιεύει ένα White Paper όπου, για πρώτη φορά από την αρχή των διαπραγματεύσεων, αναφέρεται με σαφή και αυστηρό τρόπο ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να σέβεται την εθνική κυριαρχία και την εθνική αξιοπρέπεια της άλλης πλευράς, ενώ ξεκαθαρίζει ότι η Κίνα δεν θα κάνει επιπλέον παραχωρήσεις προκειμένου να επιτευχθεί μια εμπορική συμφωνία που θα εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Επιπλέον, η κινεζική πλευρά θεωρεί υπεύθυνη για την καθυστέρηση ολοκλήρωσης της συμφωνίας τις ΗΠΑ, καθώς κάθε παραχώρηση της Κίνας ήταν η αρχή για επιπλέον απαιτήσεις από την άλλη πλευρά.
Μόλις τρεις ημέρες μετά την επιβολή δασμών στα κινεζικά προϊόντα ο Τραμπ δηλώνει ότι θα συναντηθεί με τον Πρόεδρο Σι κατά τη διάρκεια της συνόδου G20, χωρίς όμως να λαμβάνει καμία επιβεβαίωση από την κινέζικη πλευρά, ενώ στις 24 Μαΐου δηλώνει ότι «αν και η Huawei είναι πολύ επικίνδυνη εταιρεία για τις ΗΠΑ, θα μπορούσε να τη δει ως μέρος της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Κίνας - ΗΠΑ». Η δήλωση αυτή γέννησε εύλογα ερωτήματα αν τελικά ο στόχος των ΗΠΑ ήταν να βρεθεί μια εμπορική συμφωνία ή να χειραγωγηθεί η Huawei.
Η αλλαγή στάσης της Κίνας μετά τα γεγονότα του Μαΐου και η δημοσίευση του White Paper μοιάζει να μην ήταν αναμενόμενη κινεζική αντίδραση για τον Τραμπ, ο οποίος μάλλον “επένδυε” αρκετά στην πάγια αντίληψη των Αμερικανών διανοητών ότι η Κίνα, λόγω του ότι δεν επιθυμεί αποσταθεροποίηση του συστήματος, θα κάνει συνεχείς παραχωρήσεις ακόμα και σε ευαίσθητα ζητήματα για εκείνη. Όμως η αλλαγή στάσης της Κίνας, καθώς και οι πιέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ τον έχουν φέρει σε δύσκολη θέση κι αυτό φαίνεται τόσο από τη δήλωση - απειλή που έκανε στις 10 Ιουνίου, ότι αν τελικά ο Πρόεδρος Σι δεν τον συναντήσει στην Ιαπωνία, θα επιβάλει επιπλέον υψηλούς δασμούς σε κινεζικές εισαγωγές αξίας 300 δισ. δολαρίων, χωρίς βέβαια να λαμβάνει κινεζική απάντηση, όσο και από την επιστολή που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 13 Ιουνίου, η οποία υπογράφεται από 640 αμερικανικές εταιρείες και επιχειρηματικές ενώσεις, μεταξύ των οποίων η Wal-Mart, στην οποία ζητείται από τον Πρόεδρο Τραμπ να μην επιβάλει επιπλέον δασμούς και να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις με την Κίνα. Στην ίδια επιστολή, οι επιχειρηματίες διατυπώνουν την πεποίθηση, μετά από έρευνα που πραγματοποίησαν τον Φεβρουάριο, ότι η επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ στις κινεζικές εισαγωγές έχει επιπτώσεις στις αμερικανικές επιχειρήσεις, στις αμερικανικές οικογένειες (ετήσια επιβάρυνση 2.300 δολάρια ανά τετραμελή οικογένεια) και στην αμερικανική οικονομία.
Η εξέλιξη των παραπάνω γεγονότων οδήγησε τελικά τον Τραμπ στις 18 Ιουνίου να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι, με τον οποίο αποφασίστηκε να συναντηθούν στη σύνοδο των G20 στην Ιαπωνία.
Η πολυαναμενόμενη συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών Τραμπ και Σι, αν και επικοινωνιακά έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, δεν μπορεί να αμβλύνει τις διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών, γιατί αφορά ένα σύνθετο πρόβλημα με γεωπολιτικές προεκτάσεις και δεν πρόκειται μόνο για μια «οικονομική διαπραγμάτευση» με σκοπό την εξισορρόπηση των εμπορικών ισοζυγίων μεταξύ των δύο χωρών. Η άνοδος της Κίνας, τόσο σε οικονομικό, αλλά κυρίως σε τεχνολογικό επίπεδο (Α.Ι. τεχνολογία) έχει ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία, επικαλούμενη την προστασία της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ για την επίτευξη συναίνεσης στο εσωτερικό, εφαρμόζει την πολιτική της ανάσχεσης στην Κίνα. Αν και έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο που προσομοιάζει με τον Ψυχρό Πόλεμο “οι παίκτες” έχουν σημαντικές διαφορές. Ούτε οι ΗΠΑ έχουν τις υλικές δυνάμεις που διέθεταν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου αλλά ούτε και η Κίνα έχει τα χαρακτηριστικά της ΕΣΣΔ. Ο Νίτσε (Paul Henry Nitze -, Αμερικάνος πολιτικός και συγγραφέας του “NSC-68”) το 1950 αναφέρει ότι η πολιτική της ανάσχεσης αν δεν συμβαδίζει με τις αναγκαίες υλικές δυνάμεις, μπορεί να καταστεί “πολιτική μπλόφα”. Το ερώτημα που γεννιέται είναι αν οι ΗΠΑ σήμερα διαθέτουν τις υλικές προϋποθέσεις για να ανασχέσουν μια χώρα με τα χαρακτηριστικά της Κίνας.
* Η δρ Πελαγία Καρπαθιωτάκη είναι επικεφαλής ερευνητικών προγραμμάτων και υπεύθυνη διεθνών σχέσεων του ερευνητικού κέντρου Academy of China Open Economy Studies (ACOES) στο Πανεπιστήμιο Διεθνούς Επιχειρηματικότητας και Οικονομίας του Πεκίνου (UIBE). Διδάσκει επίσης σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο πανεπιστήμιο UIBE και στο Shangdong University of Technology. Ως επισκέπτρια καθηγήτρια διδάσκει σε ένα από τα δύο πανεπιστήμια ΜΜΕ της Κίνας με έδρα τη Hangzhou (Zhejiang University of Media and Communication). Είναι σύμβουλος σε κινέζικες κρατικές εταιρείες για θέματα που αφορούν την Ευρώπη