Η πρώτη δεκαετία (2002 - 2012) της διακυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (Adalet ve Kalkınma Partisi - ΑΚP), υπήρξε δεκαετία διείσδυσης στην κοινωνία και σταθεροποίησης μιας ευρείας εκλογικής βάσης του πιο πετυχημένου κομματικού σχηματισμού της σύγχρονης Τουρκίας με ισλαμιστική φυσιογνωμία. Η εκλογική επιρροή του πολιτικού Ισλάμ, που γεννήθηκε το 1980, δυνάμωσε στα μέσα της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα με την εκλογική επιτυχία των δυνάμεων αυτών στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1994 και τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού μεταξύ του ισλαμιστικού Κόμματος της Ευημερίας του Νετζμετίν Ερμπακάν και του Κόμματος του Ορθού Δρόμου της Τανσού Τσιλέρ και κορυφώθηκε το 2002 με την αυτοδύναμη εκλογή του AKP και την επικράτησή του σε κάθε εκλογική αναμέτρηση έκτοτε.
Η πρώτη μεγάλη αμφισβήτηση της πολιτικής ηγεμονίας του ΑΚΡ και του μέχρι τότε επίσημου ηγέτη του και τωρινού προέδρου της χώρας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σημειώθηκε το καλοκαίρι του 2013 με την εξέγερση του Γκεζί και συνεχίστηκε στις εκλογές του Μαΐου του 2015, στις οποίες, για πρώτη φορά μετά το 2002, το ΑΚΡ δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία εκπροσώπων στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση. Στη σκιά του Γκεζί και της σύγκρουσης με τον μέχρι πρότινος συνεργάτη του Φετουλάχ Γκιουλέν, ο Ερντογάν, αν και απόλυτος κυρίαρχος των πρώτων προεδρικών εκλογών με απευθείας ψήφο από τους πολίτες το καλοκαίρι του 2014, δεν τα κατάφερε τον Μάιο του 2015. Από τότε βέβαια ο πολιτικός χρόνος υπήρξε πολύ πυκνός. Η κατάρρευση των συνομιλιών με τους Κούρδους, τα δολοφονικά χτυπήματα σε δημόσιους χώρους και συναθροίσεις καθώς και η κλιμάκωση του αυταρχισμού δημιούργησαν εν τέλει κλίμα νίκης στις επαναληπτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2015, στις οποίες το ΑΚΡ κατάφερε πάλι να αποσπάσει την πολυπόθητη αυτοδυναμία, που όμως δεν ήταν αρκετή προκειμένου να γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος από την ίδια την Εθνοσυνέλευση. Μέχρι τις 15 Ιουλίου, η αντιπολίτευση αρνούνταν πεισματικά να συναινέσει. Η απόπειρα του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου όμως αλλάζει αυτές τις ισορροπίες. Το εθνικιστικό κόμμα συναινεί στην αναθεώρηση, η οποία ωστόσο χρειάζεται
δημοψήφισμα για την κύρωση της.
«Ο Ρετζέπ δεν χάνει» με διαβεβαίωσε μια φίλη απ’ την Τουρκία και αυτή είναι ακριβώς η εικόνα που προσπαθεί πάση θυσία ο πρόεδρος της Τουρκίας να διατηρήσει. Την εικόνα του αήττητου. Ειδικά μετά το καλοκαίρι, αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό και ο λόγος είναι πως, αν και το πραξικόπημα απετράπη, η εκδήλωσή του και η εμπλοκή σ’ αυτό ακόμα και ατόμων της προσωπικής φρουράς του Τούρκου προέδρου έπληξαν έστω για λίγο αυτή την εικόνα και αυτή δεν ήταν η πρώτη αλλά η τρίτη φορά τα τελευταία τρία χρόνια (Γκεζί και εκλογές Μαΐου 2015 οι άλλες δύο). Ο Τούρκος πρόεδρος προσπαθεί τώρα να παρατείνει το μομέντουμ της «νίκης της Δημοκρατίας», όπως συχνά αναφέρεται η κυβέρνηση στην αποτροπή του πραξικοπήματος, έως το 2019, οπότε και φιλοδοξεί να παραμείνει στην προεδρία της χώρας.
Τι θα γίνει όμως αν χάσει; «Πώς συμπεριφέρεται μια γάτα όταν χάσει το παιχνίδι της;» μου είπε χαρακτηριστικά ένας φίλος. Είναι σαφές ότι ο πρόεδρος «θα θυμώσει», όμως αυτός ο θυμός δεν θα είναι πλέον ο θυμός του κυρίαρχου, αλλά του χαμένου. Ο θυμός του «Ρετζέπ που χάνει», του Ρετζέπ η αμφισβήτηση προς το πρόσωπο του οποίου θα έχει χαρακτηριστικά τελεσίδικα, τόσο γιατί θα αποτελεί έναν κρίκο στην αλυσίδα των αμφισβητήσεων που ξεκίνησε το 2013 όσο και γιατί η εικόνα του αήττητου θα έχει πλέον ραγίσει, θα εγείρει αμφισβητήσεις τόσο μέσα στην κοινωνία που θα έχει δηλώσει την αποδοκιμασία της με το «όχι», αλλά είναι πιθανό να απελευθερώσει δυνάμεις, μέσα στο ίδιο του το κόμμα.
Τα σενάρια σε περίπτωση ήττας του «ναι» αφορούν πρόωρες εκλογές προκειμένου να συγκρατηθεί το ενδεχόμενο κύμα αμφισβήτησης από την εκλογική του βάση, που ήδη βλέπει την οικονομία να κλονίζεται, γεγονός που αποτελεί άλλον έναν επιβαρυντικό παράγοντα για τα σχέδια του προέδρου της Τουρκίας αλλά και των φυγόκεντρων δυνάμεων στο ίδιο το ΑΚΡ. Εάν δεν προχωρήσει αυτό το σχέδιο, ο κύκλος του Ερντογάν ενδεχομένως να προσπαθήσει να «αποδείξει» ότι η επιλογή του «όχι» ήταν λάθος χρησιμοποιώντας την οικονομική αστάθεια στην οποία ήδη βρίσκεται η χώρα τόσο ως ένα παράδειγμα του τι σημαίνει να αμφισβητείς τον πρόεδρο όσο και ως άλλοθι για μεγαλύτερο αυταρχισμό. Ωστόσο, ο αυταρχισμός δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ ακόμα ειδικά εάν επικρατήσει το «όχι» και αναδυθεί και εσωτερική κομματική αμφισβήτηση. Σε κάθε περίπτωση, η απόρριψη των σχεδίων του Ερντογάν, έστω κι αν προσωρινά προκαλέσει περαιτέρω αστάθεια, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα θα είναι προς όφελος τόσο της τουρκικής κοινωνίας όσο και των διεθνών σχέσεών της, οι οποίες αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο χειρότερο σημείο τους από την αρχή της παντοκρατορίας του ΑΚΡ στην πολιτική ζωή της χώρας, που φαίνεται πλέον να έχει κάνει τον κύκλο της, τουλάχιστον με τη μέχρι τώρα μορφή της.
Όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, προσωπικά θεωρώ πως η επικράτηση του «όχι» είναι προτιμητέα από εκείνη του «ναι» αφού η τελευταία θα ανοίξει τον δρόμο για μια καθεστωτική διακυβέρνηση χωρίς εσωτερικές ισορροπίες και επομένως χωρίς εξωτερικές.
δρ Αιμιλία Βουλβούλη, Κοινωνική Ανθρωπολόγος, πρώην λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Καισάρειας