Στην αντεπίθεση πέρασε χθες ο Ντόναλντ Τραμπ, εξαπολύοντας βολές με διαδοχικά μηνύματά του στο Twitter εναντίον των μυστικών υπηρεσιών της χώρας του για τις συνεχιζόμενες διαρροές πληροφοριών σχετικά με τις κινήσεις της κυβέρνησής του.
Στην προσπάθειά του να απαντήσει στις αποκαλύψεις για τις επαφές με τη Ρωσία που είχαν αρκετοί συνεργάτες και στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του, ο Τραμπ δεν δίστασε να κατονομάσει ως υπεύθυνους για τις σχετικές διαρροές την υπηρεσία πληροφοριών NSA και την ομοσπονδιακή αστυνομία FBI.
“Πληροφορίες δίνονται παράνομα στις υπό κατάρρευση ‘New York Times’ και ‘Washington Post’ από τις υπηρεσίες πληροφοριών (την NSA και το FBI)” έγραψε στο Twitter. Λίγο αργότερα, πάντως, έσπευσε να αποδώσει την όλη υπόθεση σε συνωμοσία των Δημοκρατικών. “Αυτές οι ανοησίες για τις σχέσεις με τη Ρωσία αποτελούν απλώς προσπάθεια συγκάλυψης των διαδοχικών λαθών της αποτυχημένης προεκλογικής καμπάνιας της Χίλαρι Κλίντον” σημείωσε.
Το πρώτο μήνυμα του Αμερικανού προέδρου αφορούσε δημοσίευμα της “New York Times” που ανέφερε πως οι υπηρεσίες πληροφοριών υπέκλεψαν τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ μελών του προεκλογικού επιτελείου του Τραμπ και υψηλόβαθμων αξιωματούχων των υπηρεσιών πληροφοριών της Ρωσίας. Το δημοσίευμα αναφέρεται σε πολλούς συνεργάτες του προέδρου κατονομάζοντας μόνο έναν, τον πρώην διευθυντή της προεκλογικής εκστρατείας του Πολ Μάναφορτ.
Οι αξιωματούχοι των αμερικανικών υπηρεσιών που επικαλείται η εφημερίδα σημειώνουν ότι δεν προέκυψαν από τις συνομιλίες ενδείξεις για συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών. Ο Μάναφορτ αρνήθηκε ότι συνομίλησε με Ρώσους πράκτορες συμπληρώνοντας, ωστόσο, ότι οι κατάσκοποι "δεν φέρουν σήμα".
Η έρευνα του FBI ξεκίνησε με αφορμή τις επιθέσεις στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του Δημοκρατικού Κόμματος. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου, η υπηρεσία διαπίστωσε στη διάρκεια της έρευνας ότι πρόσωπα στο περιβάλλον του Τραμπ επικοινωνούσαν τακτικά με άτομα που συνδέονται με το Κρεμλίνο.
Από μια παρόμοια παρακολούθηση, αυτή του Ρώσου πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον Σεργκέι Κίσλιακ, αποκαλύφθηκε ότι ο Μάικλ Φλιν, ο επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ, του είχε μιλήσει για τις κυρώσεις που επέβαλε ο Μπάρακ Ομπάμα στη Ρωσία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο νέος πρόεδρος θα τις χαλάρωνε μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Ο Φλιν αναγκάστηκε να παραιτηθεί τη Δευτέρα.
Στο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί αλλά και πολλοί Ρεπουμπλικανοί ζητούν να κλητευθεί ο Μάικλ Φλιν για να δώσει εξηγήσεις για τις σχέσεις του με τη Μόσχα και, κυρίως, για να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα αν ο τότε εκλεγμένος πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ενήμερος για τις επαφές του.