Ογδόντα Γερμανοί αστυνομικοί "συνόδευσαν" τους 26 νεαρούς Αφγανούς στο ταξίδι του αναγκαστικού επαναπατρισμού τους, με πτήση τσάρτερ από τη Φραγκφούρτη στην Καμπούλ, χθες το πρωί. Η συμφωνία του περασμένου Οκτωβρίου ανάμεσα στις ευρωπαϊκές και τις αφγανικές αρχές υποχρεώνει το Αφγανιστάν να τους δεχθεί, ύστερα από την απόρριψη των αιτήσεών τους για χορήγηση ασύλου και την εξάντληση όλων των ένδικων μέσων.
"Μα τι θέλετε να κάνω εδώ; Είναι θάνατος!" είπε ο 19χρονος Ραμίν, ο οποίος είχε χρειαστεί έξι μήνες για να φτάσει στη Γερμανία και έζησε εκεί πέντε χρόνια. Ο Ραμίν και οι άλλοι εικοσιπέντε επαναπατρισθέντες Αφγανοί έχουν μόνο ένα πράγμα στο μυαλό τους: να βρουν τρόπο για να φύγουν πάλι από την πατρίδα τους, όπως διαπίστωσε δημοσιογράφος του Γαλλικού Πρακτορείου που μίλησε μαζί τους.
Ο Ραμίν Αφσάχ είχε μόλις λίγο χρόνο για να πάρει μαζί του λίγα προσωπικά αντικείμενα και δίνει στον εαυτό του δύο εβδομάδες για να αποφασίσει ποιος θα είναι ο επόμενος προορισμός του. «Ίσως η Γαλλία», είπε. Η οικογένειά του μετανάστευσε πριν από δύο χρόνια στην Ινδονησία, όπου περιμένει βίζα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και πλέον δεν γνωρίζει κανέναν στη χώρα του.
Οι περισσότεροι επέστρεψαν στην πατρίδα με ένα μικρό σακίδιο, όπως ο Αράς Αλκοζάι, 21 ετών: «Η αστυνομία ήρθε χθες, στις 4 τα ξημερώματα, και μας φέρθηκαν σαν να είμαστε ζώα», λέει ο νεαρός που έφθασε στη Γερμανία όταν ήταν 16 ετών. Έμενε στο Μόναχο με την οικογένειά του, πριν νοικιάσει μόνος του ένα δωμάτιο. Τελείωσε εκεί το σχολείο, έμαθε τη δουλειά του φανοποιού και καμαρώνει για τα «τέλεια» γερμανικά του. "Δεν μπορώ να πω τίποτε αρνητικό για τη χώρα αυτή που με βοήθησε. Σέβομαι την απόφασή της. Αλλά εδώ, βρίσκομαι στον απόλυτο εφιάλτη. Άφησα πίσω την κοπέλα μου έγκυο τριών μηνών, είμαι σίγουρος ότι δεν θα βρω δουλειά" λέει και ανησυχεί για την έλλειψη ασφάλειας.
Η αφγανική κυβέρνηση παρέχει στους επαναπατρισθέντες στέγη για 14 ημέρες και 2.500 αφγκάνι (37 δολάρια). Το τσάρτερ που έφθασε χθες στην Καμπούλ ήταν το δεύτερο με απελαθέντες Αφγανούς από τη Γερμανία. Κατά την πρώτη πτήση, τον περασμένο Νοέμβριο, ο υπουργός Εσωτερικών Τόμας Ντε Μεζιέρ είχε κάνει λόγο για ανάγκη "διαφύλαξης του δικαιώματος του ασύλου" στη Γερμανία, αλλά και για τερματισμό του πολέμου στο Αφγανιστάν. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, "οι επιθέσεις των ταλιμπάν έχουν στόχο τους εκπροσώπους της διεθνούς κοινότητας και τις αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας και όχι τον αφγανικό πληθυσμό" υποστήριξε. Αλλά ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει στο Αφγανιστάν, όπου μόνο στο πρώτο εννεάμηνο πέρυσι σκοτώθηκαν ή τραυματίσθηκαν 9.000 άμαχοι.
Ο 23χρονος Ατικουλάχ Ακμπαχρί μοιάζει χαμένος στην ομίχλη και το χιόνι του αεροδρομίου της Καμπούλ. «Δεν έχω πια τίποτε εδώ, η οικογένειά μου είναι στην Τουρκία, ο πατέρας μου πούλησε το σπίτι για να φύγουν». Περιγράφει τις απειλές θανάτου που δεχόταν, "πρώτα η οικογένειά σου, έπειτα εσύ", όταν δούλευε για την αφγανική ΜΚΟ Peace Training and Research Organization στη Χεράτ. Γι’ αυτό τον λόγο έφυγε, όπως είπε, πριν από ενάμιση χρόνο. «Δεν έβγαινα πλέον. Κινδυνεύω 100%».
Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς πλήρωσαν τους διακινητές, περπάτησαν μέσω του Ιράν, του Πακιστάν, της Τουρκίας ή της Ελλάδας και μέσω των Βαλκανίων έφθασαν στη Γερμανία. «Με τα πόδια, με λεωφορείο, με πλοίο, τα έχω κάνει όλα», λέει χαμογελώντας ο 19χρονος Τζαλάλ Σερζάτ. «Η Γερμανία βάζει τους Σύρους πάνω - πάνω και τους Αφγανούς κάτω - κάτω».
Δίπλα του, ο Μιλάντ, έχει προσγειωθεί σε άλλον πλανήτη: πρώτα πρόσφυγας στο Ιράν, στη συνέχεια κάτοικος Μονάχου εδώ και 11 χρόνια, θέλει «ένα τσιγάρο και ένα ποτό» πριν ξεκινήσει προς αναζήτησιν ενός θείου που δεν ξέρει ούτε τη διεύθυνσή του. Αλλά στην Ισλαμική Δημοκρατία του Αφγανιστάν, η επιθυμία του για ένα ποτό είναι μάλλον δύσκολο να εκπληρωθεί. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή της επιστροφής σε έναν κόσμο από τον οποίο επιχείρησε να ξεφύγει.