Η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δώσει απαντήσεις στις τρέχουσες προκλήσεις αλλά και οι έντονες διχαστικές τάσεις στο εσωτερικό της, που παραμένουν πέρα και πάνω από την αποχώρηση της Βρετανίας, αναδείχθηκαν στη χθεσινή, ιστορική σύνοδο κορυφής των «27», χωρίς τη συμμετοχή του Ντέιβιντ Κάμερον. Μπορεί η βρετανική σημαία να μην έχει -ακόμη τουλάχιστον- απομακρυνθεί από την είσοδο των επισήμων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες, ωστόσο η Ε.Ε. χθες ήταν «μικρότερη», παρά τις προσπάθειες της ηγεσίας της να στείλει μηνύματα ενότητας.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, μετά το τέλος της χθεσινής άτυπης συνόδου των «27», που αφιερώθηκε στην επόμενη μέρα του Brexit για την Ευρώπη υπογράμμισε την αποφασιστικότητα των 27 χωρών - μελών της Ε.Ε. να παραμείνουν ενωμένες και να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του 21ου αιώνα, ενώ έδωσε ραντεβού με τους Ευρωπαίους ηγέτες στις 16 Σεπτεμβρίου στην Μπρατισλάβα για τη συνέχιση της συζήτησης.
Όπως ήταν αναμενόμενο, στην κοινή δήλωση οι ηγέτες εξέφρασαν τη «βαθιά» λύπη τους για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Βρετανία και ταυτόχρονα επισήμαναν την η ανάγκη να προχωρήσει η διαδικασία εξόδου από τη βρετανική κυβέρνηση, το «συντομότερο δυνατό». Επιπλέον, αντικατοπτρίζοντας τη βούληση ορισμένων χωρών -μεταξύ των οποίων της Γερμανίας και της Ολλανδίας- για ένα «βελούδινο διαζύγιο», οι «27» εξέφρασαν την ελπίδα να παραμείνει η Βρετανία ένας «στενός εταίρος». Ωστόσο, έκαναν απόλυτα σαφές ότι, εφόσον οι Βρετανοί επιθυμούν να διατηρήσουν την πρόσβασή τους στην ενιαία αγορά, θα πρέπει με τη σειρά τους να σεβαστούν τις «τέσσερις βασικές ελευθερίες», οι οποίες -παρόλο που δεν αναφέρονται στη δήλωση- περιλαμβάνουν την ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση πολιτών και εργαζομένων. «Δεν πρόκειται να υπάρξει α λα καρτ ενιαία αγορά» διαβεβαίωσε ο Ντ. Τουσκ απαντώντας στο πάγιο βρετανικό αίτημα να μπει ένα φρένο στη μετανάστευση των Ανατολικοευρωπαίων προς τη Βρετανία.
Συγχρόνως, ολοκληρώνοντας μια πρώτη διαβούλευση επί της διαδικασίας ενεργοποίησης του άρθρου 50 από τη Βρετανία και της έναρξης των διαπραγματεύσεων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δήλωσαν πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα «διαδραματίσουν τον ρόλο που τους αντιστοιχεί».
Όπως, όμως, έγινε ξεκάθαρο από τις δηλώσεις των αξιωματούχων και των ηγετών της Ε.Ε., υπάρχουν πολύ διαφορετικές απόψεις ως προς το ποιος πρέπει να ηγηθεί των διαπραγματεύσεων, καλλιεργώντας το έδαφος για ακόμη μια ρήξη στο εσωτερικό της Ευρώπης. Η ελληνική πλευρά, όπως εκφράστηκε από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα στις χθεσινές του δηλώσεις, είναι σαφώς υπέρ μιας θεσμικής εκπροσώπησης των «27», με την ουσιαστική εμπλοκή του Ευρωκοινοβουλίου και της Επιτροπής που θα εγγυάται διαφάνεια. Ωστόσο, όλα δείχνουν πως υπάρχουν αντιστάσεις στο αίτημα αυτό που υιοθετεί, φυσικά, πρώτη από όλους η ίδια η Κομισιόν.
"Μέρκελ: Δεν θα αλλάζουμε τους κανόνες κάθε δύο χρόνια"
Την απόσταση που χωρίζει τον ευρωπαϊκό Νότο και τον Βορρά ως προς τη δημοσιονομική πολιτική της Ε.Ε. έφερε στην επιφάνεια και η απόρριψη χθες από τη Γερμανίδα καγκελάριο των ιταλικών προτάσεων για αναπροσαρμογή των κανόνων εν όψει ενδεχόμενης νέας κρίσης λόγω Brexit. «Νομίζω ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης παρέχει αρκετό περιθώριο ευελιξίας για να το χρησιμοποιήσουμε ακόμα και κατά την τρέχουσα κατάσταση» δήλωσε στους δημοσιογράφους η Άνγκελα Μέρκελ, προσθέτοντας «πως δεν θα αλλάζουμε τακτική κάθε δύο χρόνια» και πως το ζητούμενο είναι να υπάρχει αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή των ήδη υπαρχόντων κανόνων.
Στον αντίποδα, ο Έλληνας πρωθυπουργός επισήμανε χθες πως η Ευρώπη έχει ανάγκη μια νέα συμφωνία, ένα «new deal», το οποίο θα περιλαμβάνει και την κοινωνική διάσταση. «Έχουμε ένα σύμφωνο σταθερότητας, μετράει τον πληθωρισμό και το έλλειμμα. Εκτός όμως από το δημοσιονομικό, υπάρχει και το κοινωνικό έλλειμμα» είπε χαρακτηριστικά, ενώ υπογράμμισε πως «δεν ψηφίζουν οι τράπεζες στα δημοψηφίσματα, ψηφίζουν οι πολίτες».
Στην ίδια γραμμή φάνηκε να κινείται και πάλι ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος προειδοποίησε πως οι «λαϊκιστές» δεν επιθυμούν να «αλλάξουν την Ευρώπη», αλλά να βάλουν ένα «τέλος». «Αν τα κράτη - μέλη δεν προτείνουν ένα σχέδιο, μια πρωτοβουλία αρκετά ισχυρή για να προστατεύσει, να δώσει περισσότερη ευημερία και ελπίδα στους νέους, η διαδικασία αυτή θα συνεχιστεί αναπόφευκτα» επισήμανε ο Ολάντ.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ότι δεν χρειάζεται αλλαγή συνθηκών και καμία εμβάθυνση της Ε.Ε., χωρίς περισυλλογή. «Χρειαζόμαστε εφαρμογή και όχι καινοτομία» ανέφερε.
Όχι στην παραμονή της Σκωτίας από Βρυξέλλες και κράτη - μέλη της Ε.Ε.
Δυσαρέσκεια -κυρίως σε κάποια κράτη - μέλη, όπως η Ισπανία- φαίνεται πως έχει προκαλέσει και άλλη μια παρενέργεια του Brexit, το αίτημα της Σκωτίας να παραμείνει στην Ε.Ε. ανεξάρτητα από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Χθες η πρωθυπουργός της Σκωτίας Νίκολα Στέρτζον βρέθηκε στις Βρυξέλλες, όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς και τον πρόεδρο της Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Παρά το αίτημά της να συναντήσει και τον Ντόναλντ Τουσκ, ο τελευταίος αρνήθηκε, καθώς, όπως εξηγούσε πηγή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, θεωρεί πως μια τέτοια συνάντηση δεν είναι «αρμόζουσα».
Ιδιαίτερα κατηγορηματικός ήταν ο Ισπανός πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι, ο οποίος τόνισε πως η Σκωτία δεν έχει «καμία αρμοδιότητα» να διαπραγματευτεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση. «Η Ισπανία αντιτίθεται σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με οποιονδήποτε άλλον πέραν της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Αν το Ηνωμένο Βασίλειο φύγει... τότε και η Σκωτία φεύγει» είπε ο Ραχόι.
Με πιο διπλωματικό τρόπο έσπευσε να διαχωρίσει τη θέση του από τις επιδιώξεις του Εδιμβούργου και ο πρόεδρος Γιούνκερ, ο οποίος δήλωσε ότι η Σκωτία έχει κερδίσει το δικαίωμα να ακουστεί στις Βρυξέλλες, όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει πρόθεση να παρέμβει στις διαδικασίες που θα ακολουθηθούν στη Βρετανία μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου. Τέλος, ο Μάρτιν Σουλτς περιορίστηκε σε μια ασαφή δήλωση μετά τη συνάντησή του με τη Στέρτζον ότι «άκουσε και έμαθε».
Ρέντζι κατά Μέρκελ: Δεν χρειαζόμαστε δάσκαλο
Τα σχέδια της κυβέρνησης Ρέντζι να στηρίξει τις ιταλικές προβληματικές τράπεζες με κρατική χρηματοδότηση προσέκρουσαν στη σθεναρή αντίδραση της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία επέμεινε ότι υπάρχουν κανόνες για να μη γίνονται διασώσεις με τα χρήματα των φορολογούμενων. Παράλληλα, το Βερολίνο, διά στόματος Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, διαμήνυσε στην κυβέρνηση της Αριστεράς στην Πορτογαλία ότι αν δεν τηρήσει το δημοσιονομικό σύμφωνο, θα χρειαστεί δεύτερο πακέτο διάσωσης.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός εξέφρασε τη στήριξή του στην Πορτογαλία και την Ισπανία, που κινδυνεύουν να υποστούν κυρώσεις από την Ε.Ε. εξαιτίας των ελλειμμάτων τους, και δι' αυτού του τρόπου έθεσε το ζήτημα της στήριξης των ιταλικών τραπεζών, αλλά η Μέρκελ του υπέδειξε ότι το θέμα έχει ξεκαθαριστεί και υπάρχουν συγκεκριμένα περιθώρια με όρους και κανόνες, όπως μετέδωσε το πρακτορείο Bloomberg.
Μετά τις δηλώσεις Μέρκελ, ο Ρέντζι επανήλθε στο ζήτημα, τονίζοντας ότι "Γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε για τις τράπεζες και θα το κάνουμε με γνώμονα τα συμφέροντα της χώρας, σεβόμενοι τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Δεν ήρθαμε εδώ για να μας κάνει μαθήματα κανένας δάσκαλος".