Την επομένη του βρετανικού δημοψηφίσματος το Βερολίνο έγινε σχεδόν και με τη... βούλα το επιχειρησιακό κέντρο διαχείρισης αυτής της κρίσης. Το Σάββατο το μεσημέρι ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ έσπευσε να καλέσει στη γερμανική πρωτεύουσα τους ομολόγους του των ιδρυτικών χωρών της ΕΟΚ (πλην Γερμανίας, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο), μια επιλογή με βαρύ συμβολισμό μεν, η οποία όμως προκάλεσε τουλάχιστον την ενόχληση όσων δεν προσκλήθηκαν. Γι' αυτό και ο Στάινμαϊερ έσπευσε μετά το τέλος της συνάντησης των “6” να αναγγείλει ότι θα έχει άμεσα επαφές με τους τρεις ομολόγους του της Βαλτικής και μετά με τους τέσσερις του Βίσεγκραντ. Προσπάθησε δε -όπως άλλωστε στις εξαιρετικά προσεκτικές τοποθετήσεις της και η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ- να είναι τόσο... σεμνός, ώστε οι πρωτοβουλίες του να μη δώσουν την εντύπωση πως η Γερμανία είναι το αφεντικό της Ευρώπης. Το ιδανικό για το Βερολίνο αυτές τις ταραγμένες μέρες θα ήταν να δείξει ένα αρραγές μέτωπο με το Παρίσι, πλην όμως ήδη από την Παρασκευή εμφανίστηκαν οι πρώτες... χασμωδίες. Και εντός του γαλλογερμανικού άξονα, αλλά και εντός της γερμανικής κυβέρνησης.
Ο λόγος της χασμωδίας; Η... έλλειψη βιασύνης της βρετανικής κυβέρνησης να ζητήσει επισήμως την έξοδό της από την Ε.Ε. Ενώ ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, όπως άλλωστε και οι πρόεδροι της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και Μάρτιν Σουλτς (σ.σ.: υπενθυμίζεται ότι είναι Γερμανός Σοσιαλδημοκράτης) ζητούσαν “εδώ και τώρα” από τη Βρετανία να ενεργοποιήσει το άρθρο 50 της εξόδου -στη λογική που πρώτος λάνσαρε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε “έξω σημαίνει έξω”-, η καγκελάριος Μέρκελ υποστήριζε επίμονα όλο το σαββατοκύριακο ότι πρέπει να δοθεί χρόνος στο Λονδίνο, αλλά “όχι αιώνιος”, ότι οι διαπραγματεύσεις για τη μελλοντική σχέση της Βρετανίας με την Ε.Ε. πρέπει να γίνουν σε “καλό” κλίμα -όχι με τιμωρητική διάθεση δηλαδή- και κυρίως ότι, μέχρι να φύγει, η Βρετανία παραμένει πλήρες μέλος της Ε.Ε. με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό. Μάλιστα, χθες, ο εκπρόσωπος της καγκελαρίου δήλωσε ότι “θέλουμε να περιμένουμε τη νέα βρετανική κυβέρνηση το φθινόπωρο να ενεργοποιήσει τη διαδικασία εξόδου”, ενώ ο υπουργός Επικρατείας Πέτερ Άλτμαϊερ ήταν ακόμη πιο... γενναιόδωρος: “Θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στο Λονδίνο να ξανασκεφτεί τις επιπτώσεις μιας εξόδου” είπε, μπερδεύοντας τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) κυβερνητικούς εταίρους της Μέρκελ.
Ο αντικαγκελάριος και πρόεδρος του SPD, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ που τα δύο πρώτα εικοσιτετράωρα επέμενε πως “δεν πρέπει τώρα να υψώσει η Ευρώπη τείχη για να κλείσει έξω τη Βρετανία”, χθες έσπευσε να ταχθεί ενάντια στις καθυστερήσεις: “Το δημοψήφισμα για το Brexit δίχασε τη Βρετανία. Για να μη διχάσει και την Ευρώπη, θα πρέπει οι ηγέτες της να φροντίσουν να ξεκαθαρίσουν γρήγορα τα πράγματα” προειδοποίησε και κάλεσε τη Μέρκελ να ασκήσει πιέσεις στου Βρετανούς να βιαστούν.
Επί της ουσίας, τώρα, στο τι θέλει η Γερμανία για την επόμενη μέρα στην Ευρώπη των “27”, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Η Μέρκελ δίνει την εντύπωση ότι θα προσπαθήσει να μην αλλάξει τίποτε, τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς η αιώνια τακτική της είναι “βήμα - βήμα”. Ο Σόιμπλε δεν έχει παραιτηθεί από το παλιό όραμά του της Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων -εμβάθυνση για λίγους και με γερμανικό πρόσημο-, ενώ σύμφωνα με το “μυστικό του σχέδιο”, που... διέρρευσε στον γερμανικό Τύπο, θα ήθελε να μη γίνουν “υπερβολικές” παραχωρήσεις έναντι των Βρετανών, ώστε να αποθαρρυνθούν επίδοξοι μιμητές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και κυρίως στη Γαλλία, την Αυστρία, τη Φινλανδία, την Ολλανδία και την Ουγγαρία.
Ο Στάινμαϊερ, πάλι, στη μάζωξη των «6» μίλησε για «ευέλικτη» Ευρώπη. Αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε περισσότερο «διακυβερνητική» Ευρώπη. Η γερμανική αντιπολίτευση, οι Πράσινοι, και η Αριστερά μιλούν για την ανάγκη «επανίδρυσης» της Ευρώπης και κάτι ανάλογο λένε και οι Σοσιαλδημοκράτες. Δεν εννοούν το ίδιο, αλλά έχουν αρκετά σημεία σύγκλισης στο πώς εννοούν την επανίδρυση: με περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη κοινωνική συνοχή, περισσότερη διαφάνεια και περισσότερες δημόσιες επενδύσεις. Το αν θα πάρουν μια κοινή πρωτοβουλία -και δη με τις αδελφές πολιτικές δυνάμεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο- μένει να φανεί.