Του Στρατή Αγγελή
Με τα μάτια του κρυμμένα πίσω από γυαλιά ηλίου, ο πρώην δικτάτορας του Τσαντ άκουσε την ετυμηγορία του αφρικανικού δικαστηρίου που τον καταδίκασε σε ισόβια δεσμά για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, βασανιστήρια και βιασμούς. Αμετανόητος για το κύμα τρομοκρατίας με τους δεκάδες χιλιάδες νεκρούς στα 8 χρόνια που κυβέρνησε την πρώην γαλλική αποικία, ο Ισέν Αμπρέ φώναξε «Κάτω η Γαλλοαφρική»!
Η δίκη και η καταδίκη του Αμπρέ την περασμένη Δευτέρα είναι χωρίς προηγούμενο και χαιρετίστηκε ως ιστορικής σημασίας καθώς ανοίγει τον δρόμο για να καθίσουν στο σκαμνί πρώην ηγέτες που κατηγορούνται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο πρώην δικτάτορας δεν δικάστηκε στην πατρίδα του, αλλά στο Ντακάρ, πρωτεύουσα μιας άλλης αφρικανικής χώρας, της Σενεγάλης. Εκεί είχε καταφύγει μετά την ανατροπή του το 1990 και ζούσε σε ένα ιδιότυπο καθεστώς κατ' οίκον περιορισμού «πολυτελείας».
Χρειάστηκε να περάσουν δυόμισι δεκαετίες για να βρεθεί ο Αμπρέ στο εδώλιο του ειδικού δικαστηρίου που συστάθηκε από την Αφρικανική Ένωση, με εντολή του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ). Το Διεθνές Δικαστήριο είχε απαιτήσει από την κυβέρνηση της Σενεγάλης να οδηγήσει τον 74χρονο Σάμπρε στο δικαστήριο ή να τον εκδώσει σε άλλη χώρα. Την καταδίκη του πανηγύρισαν επιζώντες και συγγενείς θυμάτων των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος που σκότωσαν 40.000 ανθρώπους και βασάνισαν πάνω από 200.000 σύμφωνα με την Επιτροπή Αλήθειας του Τσαντ.
Το βοσκόπουλο που έγινε δικτάτορας
Γεννημένος το 1942 από μια οικογένεια βοσκών της φυλής Τούμπου στο βόρειο Τσαντ, ο Ισέν Αμπρέ με εφόδιο τη βασική εκπαίδευση εργάστηκε πρώτα ως διοικητικός υπάλληλος για τους Γάλλους αποικιοκράτες που είχαν κατακτήσει την περιοχή από τις αρχές του 20ού αιώνα και πήρε υποτροφία για να σπουδάσει πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι (το Τσαντ ανακηρύχθηκε υπερπόντια γαλλική κτήση με τοπική Βουλή μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ανεξάρτητο κράτος το 1960).
Ο γαλλοσπουδασμένος Αμπρέ επέστρεψε το 1971 στην πατρίδα του που σπαρασσόταν από τη σύγκρουση του χριστιανικού και ανιμιστικού Νότου με τον μουσουλμανικό Βορρά. Μετά από σύντομη θητεία ως αντινομάρχης εντάχθηκε στο Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση του Τσαντ (FROLINAT), το οποίο υποστηριζόταν από το καθεστώς της Λιβύης. Η Γαλλία στήριζε και εξόπλιζε τους Νότιους, η Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι τους Βόρειους.
Ο Ισάν Αμπρέ ορίστηκε στρατιωτικός διοικητής των ανταρτών, κατόπιν αυτονομήθηκε, ηγήθηκε δικής του οργάνωσης στρατολογώντας πολεμιστές από τη φυλή του, συγκρούστηκε με άλλους πολέμαρχους, συμμετείχε σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας, έγινε πρωθυπουργός το 1978, υπουργός Άμυνας το 1979, εξορίστηκε στο Σουδάν το 1980 και επέστρεψε δυο χρόνια μετά για να καταλάβει με τα όπλα την εξουσία.
Η στήριξη από τη Γαλλία αλλά και τις ΗΠΑ ήταν καθοριστικής σημασίας για την επικράτηση του Αμπρέ, καθώς οι δυο χώρες χρησιμοποίησαν το καθεστώς του ως ανάχωμα στην αυξανόμενη επιρροή του Μουαμάρ Καντάφι στην υποσαχάρια Αφρική. Επί προεδρίας Ρόναλντ Ρίγκαν η CIA οργάνωσε μυστικές επιχειρήσεις για την αποστολή οπλισμού, ενώ έστησε βάση στο έδαφος του Τσαντ για την εκπαίδευση Λίβυων αντικαθεστωτικών.
Η συμφωνία της Ελούντας χωρίς τον Αμπρέ
Η στρατιωτική εμπλοκή της Γαλλίας κλιμακώθηκε το 1983, όταν το Παρίσι έστειλε 3.500 αλεξιπτωτιστές για να υποστηρίξουν το καθεστώς Αμπρέ, απέναντι σε 5.000 Λίβυους στρατιώτες που έστειλε ο Καντάφι στο πλευρό του πρώην προέδρου Γκουκούνι Ουεντέι.
Το Νοέμβριο του 1983, όταν η κρίση έφτασε σε οριακό σημείο και υπήρχε άμεσος κίνδυνος στρατιωτικής αναμέτρησης μεταξύ Γάλλων και Λίβυων, ο Ανδρέας Παπανδρέου οργάνωσε τη μυστική συνάντηση στην Ελούντα της Κρήτης μεταξύ του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Μιτεράν και του Λίβυου ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι. Στη συνάντηση συμφωνήθηκε αμοιβαία αποχώρηση στρατευμάτων, δηλαδή να μην απομείνει στο έδαφος του Τσαντ «ούτε ένας Γάλλος, ούτε ένας Λίβυος στρατιώτης».
Παρά την προσέγγιση Μιτεράν - Καντάφι με τη μεσολάβηση του Έλληνα πρωθυπουργού -για την οποία η Ουάσιγκτον εξέφρασε δυσφορία- η συμφωνία έμεινε στα χαρτιά, ενώ ο ηγέτης του Τσαντ επέμεινε ότι η κυβέρνησή του και το Παρίσι διέθεταν στοιχεία πως οι Λίβυοι στρατιώτες δεν έφυγαν (όπως έγραψε τότε η εφημερίδα "Λε Μοντ", τα ντοκουμέντα ήταν φωτογραφίες από αμερικανικό δορυφόρο). Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν με την άμεση εμπλοκή των Αμερικανών, που υποστήριξαν ανοιχτά το καθεστώς Αμπρέ στέλνοντας στην περιοχή τα ιπτάμενα ραντάρ AWACS για τον συντονισμό αεροπορικών επιχειρήσεων. Οι Λίβυοι υποχώρησαν το 1987.
Βασανιστές Made in USA
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε και αποκάλυψε η οργάνωση Παρατηρητήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) η αμερικανική κυβέρνηση παρείχε επίσης οπλισμό, εκπαίδευση και πληροφορίες στη διαβόητη Διεύθυνση Ασφαλείας (DDS) του «Πινοσέτ της Αφρικής», όπως αποκαλεί τον Αμπρέ. Αμερικανοί «σύμβουλοι» εκπαίδευαν βασανιστές, έστελναν μάλιστα τους «καλύτερους» για... μετεκπαίδευση στις ΗΠΑ.
Στα αρχεία της υπηρεσίας βρέθηκαν ακόμη αποδείξεις για την οργάνωση ενός δικτύου με την κωδική ονομασία «Μωσαϊκό» για τον εντοπισμό και την εξόντωση αντικαθεστωτικών που κατάφερναν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Η αμερικανική βοήθεια στο καθεστώς υπολογίζεται σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια.
«Ο Αμπρέ ήταν ένας εξαιρετικά ικανός άνδρας που ήξερε πώς να χειριστεί τον έξω κόσμο. Επίσης ήταν ένας αιμοσταγής τύραννος και βασανιστής. Γνωρίζαμε το ποιόν του και επιλέξαμε να κάνουμε τα στραβά μάτια» θα δηλώσει μετά από αρκετά χρόνια Αμερικανός πρώην ανώτερος αξιωματούχος ("Washington Post", 27 Νοεμβρίου 2000).
Από τον κακό στον... καλό δικτάτορα
Τον «Πινοσέτ της Αφρικής» ανέτρεψε το 1990 ο πρώην υπουργός Άμυνας και στρατιωτικός σύμβουλός του, στρατηγός Ιντρίς Ντεμπί, που κατέλαβε την πρωτεύουσα Ντζαμένα και κυβερνά έκτοτε το Τσαντ (επί 26 χρόνια). Ακτιβιστές και πρώην πολιτικοί κρατούμενοι καταγγέλλουν ότι ο πρόεδρος Ντεμπί, ηγετικό στέλεχος του προηγούμενου καθεστώτος, συγκάλυψε τη δράση πολλών βασανιστών, ενώ θα έπρεπε να καθίσει και εκείνος στο σκαμνί. Ορισμένοι αναλυτές λένε ότι ο Αμπρέ πλήρωσε τον ανταγωνισμό μεταξύ αμερικανικών και γαλλικών πετρελαϊκών εταιρειών.
Το Τσαντ είναι μια φτωχή χώρα -το 80% του πληθυσμού των 13 εκατομμυρίων κατοίκων ζει κάτω από το όριο της φτώχειας ενώ το προσδόκιμο ζωής είναι 50 χρόνια- αλλά το υπέδαφος κρύβει... εκπλήξεις. Από τη δεκαετία του 2000 μεγάλωσε το ενδιαφέρον και αυξήθηκαν οι επενδύσεις αμερικανικών εταιρειών πετρελαίου. Η ημερήσια παραγωγή ξεπερνά τα 100.000 βαρέλια και εξάγεται σχεδόν ολόκληρη με αγωγό που φτάνει στον Ατλαντικό μέσω του γειτονικού Καμερούν.
Ο Ισάν Αμπρέ καταδικάστηκε, ο Μουαμάρ Καντάφι εξοντώθηκε, αλλά οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί στρατιωτικοί παραμένουν στο Τσαντ για τον «πόλεμο κατά των τζιχαντιστών» και της ισλαμικής εξτρεμιστικής οργάνωσης Μπόκο Χαράμ στη γειτονική -πλούσια σε πετρέλαιο- Νιγηρία. Ο πρόεδρος Ντεμπί είναι ένας από τους συνομιλητές των Ευρωπαίων ηγετών για τον έλεγχο των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών.