Της Κάκης Μπαλή
Για μερικές μέρες γέμισε τα πρωτοσέλιδα της Ευρώπης μια εκλογική αναμέτρηση η οποία, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα απασχολούσε κανέναν εκτός των αυστριακών συνόρων. Ποιος θυμάται, άλλωστε, το όνομα του προηγούμενου προέδρου της Αυστρίας;
Όμως οι συνθήκες δεν ήταν... κανονικές. Οι προεδρικές εκλογές στην Αυστρία έγιναν σε μια εποχή κλειστών συνόρων στην Ευρώπη - με πρωταγωνιστή την κυβέρνηση της Βιέννης- και έντονης αμφισβήτησης των παραδοσιακών λαϊκών κομμάτων - Χριστιανοδημοκρατών και κυρίως Σοσιαλδημοκρατών - στις περισσότερες χώρες της Γηραιάς Ηπείρου.
Κι έγιναν σε μια χώρα όπου σχεδόν... αιωνίως κυβερνά ένας μεγάλος συνασπισμός, με αποτέλεσμα να έχουν πάψει να είναι ορατές οι διαφορές μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών δυνάμεων, ενώ παράλληλα εδώ και δεκαετίες το κόμμα της Ακροδεξιάς (FPOe) είναι ισχυρό και δεν... τρομάζει, όπως αλλού, τη συντριπτική πλειονότητα του εκλογικού σώματος. Γι' αυτό η Ευρώπη -πόσο μάλλον η ίδια η Αυστρία- παρακολούθησε την περασμένη Κυριακή ένα εκλογικό θρίλερ με τον υποψήφιο της Ακροδεξιάς να χάνει στο νήμα, μόλις για 30.000 ψήφους, την είσοδο στο προεδρικό ανάκτορο της Βιέννης.
Το θρίλερ είχε happy end, την εκλογή κέρδισε ο αντίπαλος του ακροδεξιού Νόρμπερτ Χόφερ, ο Πράσινος Αλεξάντερ Βαν Ντερ Μπέλεν, και η Αυστρία εξαφανίστηκε πάλι από τα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου. Τα τελευταία μιλούσαν για «διχασμένη χώρα», για «μισό πρόεδρο», για «απειλούμενη δημοκρατία». Και είχαν έως έναν βαθμό δίκιο, αν και στον βωμό της υπερβολής, σύρθηκαν πίσω από όλους τους αυστριακούς και μη μύθους, με αποτέλεσμα οι μετεκλογικές αναλύσεις να αποπνέουν μια τεράστια αμηχανία.
Μύθος πρώτος: Ο μεγάλος αριθμός των παλιών μεταναστών και τα hotspots των προσφύγων στις μεγαλουπόλεις αποτελούν κίνδυνο για την ασφάλεια των Αυστριακών και τους σπρώχνουν στην αγκαλιά της Ακροδεξιάς. Κι όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Εκεί όπου το ποσοστό των μεταναστών και των προσφύγων ήταν μεγάλο (π.χ. στη Βιέννη ή το Γκρατς) οι πολίτες ψήφισαν τον Πράσινο Βαν Ντερ Μπέλεν σε ποσοστό άνω του 60%. Στις περιοχές, που οι ξένοι είναι ελάχιστοι -και οι άνθρωποι δεν έχουν ιδία εμπειρία της συνύπαρξης- θριάμβευσε ο Χόφερ.
Μύθος δεύτερος: Οι πόλεις και η επαρχία μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Μια ματιά στα εκλογικά αποτελέσματα δείχνει ότι όσο απομακρύνεται κανείς από το κέντρο μιας πόλης τόσο αυξάνονται τα ποσοστά του Χόφερ. Να σημειωθεί ότι η αυστριακή επαρχία δεν ζει βουτηγμένη στη μιζέρια.
Μύθος τρίτος: Η Ευρώπη γλίτωσε στο "τσακ" τον πρώτο «λαϊκιστή δεξιό» πρόεδρο, όπως ονομάζουν πλέον οι περισσότεροι τον Χόφερ. Λες και δεν κυβερνά στην Ουγγαρία ο Όρμπαν, για παράδειγμα, παρά τις μικρές διαφορές του από το ακροδεξιό FPOe.
Με αμήχανες αναλύσεις η άνοδος της Ακροδεξιάς, ακόμη κι αν στο παρά πέντε η Αυστρία κατάφερε να τραβήξει το χειρόφρενο, δεν ερμηνεύεται. Ούτε αντιμετωπίζεται με τη γεμάτη... κατανόηση διαπίστωση ότι "δεν είναι οι μισοί Αυστριακοί φασίστες" και με ευχολόγια του τύπου "φάση είναι θα περάσει, όπως έγινε και στο παρελθόν". Τα "λαϊκιστικά δεξιά κόμματα" -όπως συνηθίζεται να ονομάζονται εκείνα τα ακροδεξιά κόμματα που δεν κάνουν παρέλαση με σβάστικες και εκ των πραγμάτων να "νομιμοποιούνται"- μπορεί να μην δίνουν καμία απάντηση στα προβλήματα και τους φόβους των ανθρώπων και απλώς να ζωγραφίζουν εχθρούς, από τους πρόσφυγες και τους ακαμάτηδες του Νότου μέχρι τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών και τον Ντράγκι, πλην όμως δίνουν την ψευδαίσθηση ότι παίρνουν τις αγωνίες των ανθρώπων στα σοβαρά.
Αντιθέτως τα "κανονικά" πολιτικά κόμματα μοιάζουν να αγνοούν αυτές τις αγωνίες και όταν νιώθουν την καυτή ανάσα της Ακροδεξιάς στον σβέρκο τους, συχνά σπεύδουν να υιοθετήσουν την ατζέντα της.