Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΡΙΚΚΑ
Κάποτε τα πραξικοπήματα στην πολύπαθη Λατινική Αμερική προϋπέθεταν μια βίαιη όσο και αιφνιδιαστική κίνηση του στρατού με στόχο την ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης. Εκτός από τον στενό συντονισμό με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, αναγκαία συστατικά ήταν επίσης η ισχυρή παρουσία στρατευμάτων στους δρόμους, η κατάληψη δημόσιων κτηρίων και οι μαζικές συλλήψεις.
Όλα αυτά έπαψαν να ισχύουν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ή αποχουντοποίηση ή αλλιώς το "κύμα εκδημοκρατισμού" στη Λατινική Αμερική προβλήθηκε από τις ΗΠΑ σαν ένα από τα βασικά επιτεύγματα της νέας εποχής που έφερνε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η προσφυγή, επομένως, στην παλιά, δοκιμασμένη συνταγή δεν ήταν πλέον εύκολη υπόθεση. Και αυτό εξελίχθηκε σε πραγματικό πρόβλημα όταν πολλές χώρες της Νότιας Αμερικής άρχισαν να ξεφεύγουν από την τροχιά της Ουάσιγκτον.
Το κακό ξεκίνησε από τη Βενεζουέλα του Τσάβες και σύντομα επεκτάθηκε σαν "γάγγραινα" σε ολόκληρη την ήπειρο: Βραζιλία, Βολιβία, Ισημερινός, Ουρουγουάη, Αργεντινή και αρκετές ακόμη χώρες εξέλεξαν κυβερνήσεις που, αν και προέρχονταν από όλο το φάσμα της Αριστεράς και συχνά είχαν μεταξύ τους σημαντικές διαφορές και αποκλίσεις, άρχισαν σταδιακά να συντονίζουν τη δράση τους αποκτώντας όλο και μεγαλύτερη αυτονομία.
Έτσι το πρώτο πραξικόπημα του 21ου αιώνα δεν άργησε να εκδηλωθεί. Στις 11 Απριλίου 2002 μια ομάδα στρατιωτικών συνέλαβε τον πρόεδρο Τσάβες θέτοντάς τον υπό κράτηση. Είχαν προηγηθεί εβδομάδες έντονης αναταραχής που σημαδεύτηκαν από επιχειρηματικό "λοκ άουτ" και μια συστηματική καμπάνια αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης από τα "ανεξάρτητα", σύμφωνα με την ορολογία των δυτικών πρακτορείων, ΜΜΕ -στοιχεία του BBC δείχνουν ότι μόλις το 4,5% των μέσων της Βενεζουέλας ελέγχονται από το κράτος.
Μέχρις εδώ όλα παρέπεμπαν στην κλασική συνταγή. Η βασική διαφορά ήταν ότι οι στρατιωτικοί παρέδωσαν την εξουσία στον δεξιό επιχειρηματία Πέντρο Καρμόνα επιχειρώντας να δώσουν συνταγματική επίφαση στο πραξικόπημα. Ο λαός της Βενεζουέλας βγήκε όμως μαζικά στους δρόμους ανατρέποντάς το μέσα σε ένα 48ωρο παρά το γεγονός ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η τότε ισπανική προεδρία της Ε.Ε. είχαν σπεύσει να αναγνωρίσουν το νέο καθεστώς.
Το πρώτο πειραματόζωο
Ήταν καιρός για μια αλλαγή. Και η πρώτη δοκιμή έγινε σε μια μικρή κεντροαμερικανική χώρα. Στις 28 Ιουνίου 2009 ομάδα στρατιωτικών απήγαγε στη μέση της νύχτας τον πρόεδρο της Ονδούρας Μανουέλ Σελάγια από το σπίτι του επιβιβάζοντάς τον με τις πιτζάμες σε αεροπλάνο με προορισμό την Κόστα Ρίκα. Αιτία για την εξορία στάθηκε η πρόθεσή του να προκηρύξει δημοψήφισμα για αναθεώρηση του Συντάγματος στα πρότυπα των διαδικασιών που είχαν ακολουθήσει προηγουμένως Βενεζουέλα και Βολιβία.
Η εξαφάνιση του Σελάγια από το προσκήνιο και η παρουσίαση από τους στρατιωτικούς μιας υποτιθέμενης επιστολής παραίτησής του θόλωσαν αρκετά τα νερά και μούδιασαν τις κοινωνικές αντιδράσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε το πραξικόπημα να κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Ακολούθησαν και σε αυτή την περίπτωση η μεταβίβαση της εξουσίας σε ένα πολιτικό πρόσωπο -τον πρόεδρο του Κογκρέσου Ρομπέρτο Μιτσελέτι- και η διεθνής αναγνώριση από τη Δύση με πρωτοστάτη τότε την Αμερικανίδα ΥΠΕΞ Χίλαρι Κλίντον.
Ο νέος τύπος πραξικοπήματος είχε ένα ασύγκριτο πλεονέκτημα. Γινόταν αποδεκτό από τη διεθνή κοινότητα και την κοινή γνώμη ενώ το τρίγωνο επιχειρήσεων - στρατού - ΜΜΕ μπορούσε εύκολα να επιβάλει ή έστω να προβάλει την "αναγκαστική παραίτηση" του θύματος σαν εθελοντική χωρίς να χυθεί πολύ αίμα ή να εμφανιστεί πολύ χακί στους δρόμους.
Παρά το γεγονός ότι όλες οι περιφερειακές ενώσεις της Νότιας Αμερικής καταδίκασαν το πραξικόπημα, η "μεταβατική κυβέρνηση" επιβίωσε μεταθέτοντας διαρκώς την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών. Όταν τελικά στήθηκαν κάλπες έπειτα από τέσσερα χρόνια, τα ερείσματα του τέως προέδρου σε συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα είχαν εξαφανιστεί -συχνά σύμφωνα με τις αγριότερες παραδόσεις της Νότιας Αμερικής.
Όταν ο πρόεδρος κλέβει τα παιχνίδια των παιδιών
Το πείραμα είχε πετύχει και μπορούσε να επαναληφθεί. "Ο πρόεδρος Κορέα αρπάζει τα παιχνίδια από τα παιδιά των αστυνομικών και γι' αυτό μαζεύει τις βαλίτσες του και ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα". Το άτυπο αυτό τηλεοπτικό διάγγελμα ηγέτη της δεξιάς αντιπολίτευσης στον Ισημερινό συνέπεσε τον Σεπτέμβριο του 2010 με μαζικές κινητοποιήσεις αστυνομικών στο Κίτο και την κατάληψη αεροδρομίων και κυβερνητικών κτηρίων σε όλη τη χώρα από δυνάμεις του στρατού.
Ο πρόεδρος Ραφαέλ Κορέα φυγαδεύτηκε την τελευταία στιγμή από ένστολους "διαδηλωτές" που αποκαλούσαν τη συνοδεία του "κομμουνιστές" και "τσαβίστας". Η αναταραχή επεκτάθηκε σε ολόκληρη την πρωτεύουσα με δεκάδες χιλιάδες να κατεβαίνουν στους δρόμους για να υπερασπιστούν την εκλεγμένη κυβέρνηση. Το βράδυ η Δημοκρατία είχε νικήσει, αλλά με βαρύ τίμημα. Τουλάχιστον 10 άνθρωποι σκοτώθηκαν και εκατοντάδες τραυματίστηκαν από τα πυρά εναντίον των διαδηλωτών.
Περνάμε στη Βραζιλία του 2016. Χωρίς να έχει κανείς ψευδαισθήσεις για τις ευθύνες της κυβέρνησης Ρούσεφ στο σκάνδαλο διαφθοράς για τα "μαύρα ταμεία" της πετρελαϊκής Petrobras, δεν μπορεί να παραγνωρίσει τις ομοιότητες με το "βελούδινο πραξικόπημα" της Ονδούρας. Ένα Κογκρέσο βουτηγμένο στη διαφθορά -έξι στους δέκα βουλευτές και γερουσιαστές αντιμετωπίζουν κατηγορίες για διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος- αποφάσισε να αποπέμψει την πρόεδρο όχι για κάποιο είδος κατάχρησης, αλλά για κάποιες όχι και τόσο ασυνήθιστες "αλχημείες" στον προϋπολογισμό.
Ενδεικτικό της ενδημικής διαφθοράς είναι το γεγονός πως ο άνθρωπος που ξεκίνησε τη διαδικασία αποπομπής της Ρούσεφ, ο πρόεδρος του Κογκρέσου Εντουάρντο Κούνια, αποπέμφθηκε και ο ίδιος από το Ανώτατο Δικαστήριο λίγο αργότερα ενώ εκείνος άλλωστε που τη διαδέχτηκε στην προεδρία, ο Μισέλ Τέμερ, αντιμετωπίζει τις ίδιες κατηγορίες με τις οποίες βαρύνεται και η Ρούσεφ.
Ωστόσο, αυτός φρόντισε να καθησυχάσει τις διεθνείς αγορές διορίζοντας νέο υπουργό Οικονομικών τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας και πολλά στελέχη της παλιάς δεξιάς φρουράς του αγαπημένου προέδρου του ΔΝΤ Ενρίκε Καρντόσο. "Τα ΜΜΕ εδώ στη Βραζιλία επικρίνουν πολύ έντονα εμένα, την κυβέρνηση και τους συμμάχους μας. Ξαφνικά όμως τάσσονται υπέρ της μεταβατικής κυβέρνησης αποφεύγοντας οποιαδήποτε κριτική" σημειώνει σήμερα η Ρούσεφ. Κάτι θυμίζουν όλα αυτά...
Η ρίζα του κακού
Ίσως να θυμίζουν τη Βενεζουέλα του 2014 και τις βίαιες αναταραχές που συνόδεψαν την πρώτη προσπάθεια της δεξιάς αντιπολίτευσης να ανατρέψει τον Νίκολας Μαδούρο λίγους μήνες μετά την εκλογή του στην προεδρία. Η δολοφονία της Μις Βενεζουέλα από αγνώστους αποτέλεσε ένα ομολογουμένως πρωτότυπο έναυσμα για αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Ήταν μια "πορτοκαλί επανάσταση" χωρίς φωτογενή πλήθη στους δρόμους, αλλά με μπόλικες σφαίρες.
Τουλάχιστον 43 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εκείνους τους μήνες. Όταν όλα τελείωσαν, αποκαλύφθηκε ότι πολλοί από τα θύματα, αν όχι οι περισσότεροι, ήταν υποστηρικτές της κυβέρνησης ή αστυνομικοί που πυροβολήθηκαν στους δρόμους από ενόπλους μπράβους των ολιγαρχών, εκείνων δηλαδή που σήμερα ποζάρουν σαν υπερασπιστές της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Στη δυτική κοινή γνώμη έμεινε όμως ανεξίτηλη η εντύπωση μιας αυταρχικής και αδίστακτης κυβέρνησης που σφαγιάζει τον λαό.
Το ίδιο πάνω - κάτω στερεότυπο χρησιμοποιείται και με αφορμή τη σημερινή κρίση στη χώρα. Ναι, η μείωση της τιμής του "μαύρου χρυσού" έπληξε ανεπανόρθωτα την οικονομία. Ναι η κυβέρνηση του PSUV έχει μεγάλες ευθύνες για τη διατήρηση της ασφυκτικής εξάρτησής της από το πετρέλαιο. Ναι, ο Μαδούρο δεν έχει ούτε το χάρισμα ούτε τις πολιτικές ικανότητες του προκατόχου του.
Το να δίνεται όμως η εικόνα ότι οι ελλείψεις σε βασικά αγαθά και οι ατέλειωτες ουρές στα σούπερ μάρκετ οφείλονται στις "ιδεοληψίες" μιας κυβέρνησης που "εχθρεύεται την αγορά" αγνοεί μια βασική παράμετρο. Παρά τις εξαγγελίες για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, το δίκτυο εισαγωγής και διανομής βασικών αγαθών παραμένει σήμερα στα χέρια της ίδιας οικονομικής ελίτ που προσπαθεί να ανατρέψει την κυβέρνηση.
Έτσι πολλά από τα αγαθά που χρειάζονται για την επιβίωσή τους οι Βενεζουελάνοι εξάγονται με τη σειρά τους στη Βραζιλία ή την Κολομβία ή καταλήγουν στο δίκτυο της μαύρης αγοράς. Οι οικονομικές δυσκολίες είναι υπαρκτές, αλλά οι ελλείψεις σε μεγάλο βαθμό κατασκευασμένες. Ίσως επειδή παρά τον εκσυγχρονισμό των πραξικοπημάτων κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Το πρώτο βήμα είναι πάντα να κάνεις "την οικονομία να ουρλιάξει", όπως έλεγε και ο έμπειρος σε αυτές τις υποθέσεις Χένρι Κίσινγκερ.