Του Μιχάλη ΤΡΙΚΚΑ
Οι υποσχέσεις για την εξάλειψη της φτώχειας είχαν, για μία ακόμη φορά, την τιμητική τους στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Η είδηση ότι ο μισός πλούτος του πλανήτη συσσωρεύεται πλέον στα χέρια μόλις 62 ανθρώπων συμπίπτει με την εκρηκτική ανάπτυξη της φιλανθρωπίας των κροίσων. Είναι κάτι συμπτωματικό;
Τον Ιούνιο του 2013, μια αξιοσημείωτη σύναξη έλαβε χώρα στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών. Περισσότεροι από 150 προσκεκλημένοι έδωσαν το παρών στη δεύτερη ετήσια "Φιλανθρωπική Διάσκεψη" του περιοδικού "Forbes". Τη συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε με την ευγενική χορηγία της τράπεζας Credit Suisse, άνοιξε με ομιλία του ο ίδιος ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν, ενώ στο ακροατήριο βρίσκονταν προβεβλημένοι μεγιστάνες της φιλανθρωπίας όπως ο Μπιλ Γκέιτς, ο Ουόρεν Μπάφετ και ο, αναπόφευκτος σε παρόμοιες περιστάσεις, Μπόνο.
Το "Forbes", που συνηθίζει να αποτιμά κάθε τι σε δολάρια, εκτίμησε ότι οι συμμετέχοντες αντιπροσώπευαν "σχεδόν μισό τρισεκατομμύριο παγκόσμιου πλούτου". Στη συνάντηση, οι μεγιστάνες φιλάνθρωποι "συζήτησαν για το πώς μπορούν να ενώσουν τον πλούτο, τη φήμη και το επιχειρηματικό τους ταλέντο για να εξαλείψουν τη φτώχεια" ανέφερε το "Forbes" στο ειδικό του τεύχος με τον πανηγυρικό τίτλο "Οι επιχειρηματίες μπορούν να σώσουν τον κόσμο".
Η τελευταία έκθεση της Oxfam (οι 62 πλουσιότεροι κατέχουν όσο πλούτο και οι 3,2 δισεκατομμύρια φτωχότεροι κάτοικοι του πλανήτη) απλώς επιβεβαίωσε κάτι που δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να το διαπιστώσει. Η ανισότητα του παγκόσμιου πλούτου όχι μόνο δεν αντιμετωπίζεται αλλά γίνεται ολοένα και πιο τερατώδης. Και όλα αυτά τη στιγμή που τα φιλανθρωπικά funds που υποτίθεται ότι θα την ανακούφιζαν γιγαντώνονται. Τα 27 μεγαλύτερα διαθέτουν σήμερα κονδύλια που ξεπερνούν τα 360 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στην έκθεση "Φιλανθρωπική Ισχύς και Ανάπτυξη", που συνέταξαν για λογαριασμό της οργάνωσης Global Policy Forum, ο Γιενς Μάρτενς και η Κάρολιν Σάιτς διερευνούν τον αντίκτυπο που έχει αυτή η γιγάντωση στους διεθνείς οργανισμούς που μέχρι τώρα συνηθίζαμε να θεωρούμε αρμόδιους για ζητήματα όπως η ανάπτυξη, η υγεία και η διατροφή.
Το συμπέρασμά τους είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον όσο και ανησυχητικό: Η δραματική άνοδος των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων απέχει πολύ από το να αποτελεί απλώς μια προσπάθεια απενοχοποίησης της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ για τη συνεχή διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Εκείνο που τελικά κάνει είναι να διαμορφώνει όλο και περισσότερο τη διεθνή ατζέντα σε καθοριστικά κοινωνικά ζητήματα. Δεν είναι πια μόνο οι μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και η "μεγάλη φιλανθρωπία" με την τεράστια ισχύ, τις δαιδαλώδεις δημόσιες σχέσεις, την αυτονόητη έλλειψη νομιμοποίησης και τις παρασκηνιακές πιέσεις που υπονομεύουν τη δημοκρατία και το δικαίωμα των λαών να καθορίζουν τη μοίρα τους.
"Τα (φιλανθρωπικά) ιδρύματα θεωρούν τον εαυτό τους ως άμεσα εμπλεκόμενους εταίρους αντί για απλώς δωρητές και περιμένουν στενή συνεργασία σε δραστηριότητες όπως οι συζητήσεις για τη διαμόρφωση πολιτικής και η ανάλυση των προβλημάτων. Εχουν αναδειχτεί σε πηγή πολύτιμης γνώσης για την ανάπτυξη. Διεξάγουν προβεβλημένες καμπάνιες στα ΜΜΕ και επηρεάζουν τη διεθνή πολιτική για την ανάπτυξη" αναγνωρίζει σήμερα ακόμη και το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP).
Εμβολιασμοί κατά των συστημάτων Υγείας
Πώς γίνεται αυτό στην πράξη; To Ιδρυμα Γκέιτς, για παράδειγμα, έχει δαπανήσει περισσότερα από 15 δισεκατομμύρια δολάρια στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Προγράμματος Υγείας του. Το μεγαλύτερο μέρος των πόρων έχει διατεθεί στο επί μέρους πρόγραμμα GAVI, την Παγκόσμια Συμμαχία για τον Εμβολιασμό και την Ανοσοποίηση. Η έμφαση στην εμβολιασμό δεν είναι τυχαία. Στην προσωπική του ιστοσελίδα, ο Γκέιτς εκθειάζει το "θαύμα των εμβολίων", που όχι μόνο σώζει ζωές αλλά έχει και ευεργετικές συνέπειες για την οικονομία. "Όταν η υγεία βελτιώνεται, οι φτωχές χώρες μπορούν να δαπανήσουν περισσότερα για σχολεία, δρόμους και άλλες επενδύσεις που ευνοούν την ανάπτυξη" σημειώνει.
Μέχρις εδώ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει. Το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για προσέγγιση βγαλμένη κατευθείαν από τον κόσμο των επιχειρήσεων και των αγορών. Οι παρεμβάσεις πρέπει να έχουν γρήγορα, μετρήσιμα και ορατά αποτελέσματα. Και τα εθνικά συστήματα Υγείας που αποτελούν οριζόντια, ολιστική -και φυσικά πολιτική- προσέγγιση δεν διαθέτουν αυτά τα στοιχεία.
Η έκθεση του Global Policy Forum αναφέρει ότι στις κατ' ιδίαν συνομιλίες του ο Γκέιτς δεν κρύβει την απέχθειά του για αυτά. Ένα από τα στελέχη του προγράμματος GAVI σημειώνει ότι ο μεγιστάνας των υπολογιστών τα θεωρεί "πεταμένα λεφτά" και ότι "δεν θέλει να δει ούτε ένα δολάριό του να καταλήγει στην ενίσχυσή τους".
Και φυσικά δεν το κάνει. Τα κονδύλια του ταμείου καταλήγουν είτε σε οργανισμούς όπως ο ΠΟΥ, καθορίζοντας στη συνέχεια τις προτεραιότητές τους, είτε απευθείας σε φαρμακευτικές εταιρείες. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι το Ίδρυμα Γκέιτς και πολλές από αυτές αποτελούν συγκοινωνούντα αγγεία, με πολλά στελέχη του φιλανθρωπικού ταμείου να προέρχονται από εταιρείες όπως η Merck, η GSK, η Novartis, η Bayer HealthCare και η Sanofi Pasteur.
Ακόμη όμως και στο ζήτημα του εμβολιασμού, τα οφέλη για την κοινωνία παραμένουν αμφίβολα. Οι Γιατροί χωρίς Σύνορα (MSF) σημειώνουν χαρακτηριστικά ότι το πρόγραμμα GAVI μπορεί να έριξε τις τιμές των νέων εμβολίων για τις συνεργαζόμενες χώρες αλλά το κόστος πλήρους ανοσοποίησης ενός παιδιού αυξήθηκε κατά 68 φορές από το 2000.
"Πράσινη επανάσταση" και Μοnsanto
Η Υγεία δεν είναι ο μοναδικός τομέας που απειλείται από την αυξανόμενη επιρροή του "φιλανθρωκαπιταλισμού". Οι παρεμβάσεις του Ιδρύματος Ροκφέλερ διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη γεωργική παραγωγή στον Τρίτο Κόσμο στα μεταπολεμικά χρόνια. Τη σκυτάλη έχει πάρει σήμερα το Ίδρυμα Γκέιτς και το ισοδύναμο του προγράμματος GAVI είναι εδώ το ΑGRA - η Συμμαχία για την Πράσινη Επανάσταση στην Αφρική.
Είναι μια επανάσταση πράσινη όπως το δολάριο, αφού το πρόγραμμα υποτίθεται ότι επικεντρώνεται στην Αφρική αλλά δίνει αφορμή για κάθε λογής μπίζνες και "συνέργειες". Περισσότερο από 80% των κονδυλίων που διαθέτουν τα δύο ιδρύματα καταλήγουν σε επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα με έδρες τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, με μόλις 4% να καταλήγει σε αφρικανικούς οργανισμούς.
Η βασική αιχμή της "πράσινης επανάστασης" είναι όμως η στροφή στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Το 2010, η συλλογικότητα αγροτικών οργανώσεων Via Campesina κατήγγειλε το Ίδρυμα Γκέιτς για την αγορά μισού εκατομμυρίου μετοχών της Monsanto. Όπως ανέφερε τότε η ανακοίνωση της οργάνωσης, η κίνηση "δείχνει ότι η πολιτική του ταμείου έχει να κάνει λιγότερο με τη φιλανθρωπία και περισσότερο με την αποκόμιση κερδών" καθώς διευκολύνει το άνοιγμα νέων αγορών στη μεγαλύτερη σήμερα επιχείρηση στον τομέα των μεταλλαγμένων τροφίμων.
Ο Γκέιτς υποστηρίζει σθεναρά το δικαίωμα των Αφρικανών γεωργών να αναπτύξουν "καινοτόμους μορφές καλλιεργειών". Είναι δικαίωμα για το οποίο δεν χρειάζεται να ζητήσει τη γνώμη τους. Στη διάσκεψη που διοργάνωσε στο Λονδίνο τον περασμένο Μάρτιο για το θέμα, το παρών έδωσαν πολλά στελέχη τραπεζών και αγροβιομηχανιών όπως η Monsanto και η Syngenta αλλά ούτε ένας εκπρόσωπος τοπικών αγροτικών οργανώσεων.
Δεν είναι κάτι που ξαφνιάζει. Παρ' όλη την επιρροή και την ισχύ τους, οι μεγιστάνες της φιλανθρωπίας δεν λογοδοτούν ούτε για τα προσχήματα σε εκείνους που υποτίθεται ότι ευεργετούν. Οι μόνοι που αντικρίζουν είναι τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων τους, που στην περίπτωση του Ιδρύματος Γκέιτς απαρτίζεται από τρία μέλη της οικογενείας και τον φίλτατο Ουόρεν Μπάφετ. Και κάπως έτσι φτάνουμε στα 62 άτομα που ελέγχουν τον μισό πλανήτη με τη διαχείριση της φτώχειας του άλλου μισού.