Του Γιάνη Βαρουφάκη*
Η ευρωπαϊκή κρίση βρίσκεται ενώπιον της πιο επικίνδυνης φάσης της. Μετά τον εκβιασμό της Ελλάδας να δεχθεί άλλο ένα πρόγραμμα παράτασης του Μνημονίου, προσποιούμενη ότι όλα πάνε καλά (extend and pretend agreement), χαράσσονται νέες γραμμές στο πεδίο της μάχης, με τις προσφυγικές ροές να φέρνουν στην επιφάνεια τις επιπτώσεις των ποικίλων οικονομικών προοπτικών και με την υπερβολικά υψηλή ανεργία των νέων στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, οι προοπτικές είναι δυσοίωνες, όπως φάνηκε και από τις πρόσφατες δηλώσεις τριών Ευρωπαίων πολιτικών, του Ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντζι, του Γάλλου υπουργού Οικονομικών Εμάνουελ Μακρόν και του Γερμανού ομολόγου του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Ο Ρέντζι σχεδόν έχει αποδομήσει, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο, τους δημοσιονομικούς κανόνες που για καιρό η Γερμανία υπερασπιζόταν. Σε μια αξιοσημείωτη πράξη ανυπακοής, απείλησε ότι, αν η Κομισιόν απέρριπτε τον προϋπολογισμό της Ιταλίας, θα τον υπέβαλε εκ νέου χωρίς καμία αλλαγή.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ρέντζι έρχεται σε διάσταση με τους Γερμανούς ηγέτες. Και δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι η δήλωσή του ήρθε σε συνέχεια μιας πολύμηνης προσπάθειας από τον υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησής του Πιέρ Κάρλο Παντοάν να αποδείξει τη δέσμευση της Ιταλίας στους υποστηριζόμενους από τη Γερμανία δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωζώνης. Ο Ρέντζι αντιλαμβάνεται ότι η προσκόλληση στη γερμανικής έμπνευσης φιλαργυρία οδηγεί την οικονομία και τα δημοσιονομικά της Ιταλίας σε μια ακόμη βαθύτερη στασιμότητα, συνοδευόμενη από περαιτέρω επιδείνωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Όντας ολοκληρωμένος πολιτικός, ο Ρέντζι γνωρίζει ότι αυτός είναι ένας σύντομος δρόμος για την εκλογική του καταστροφή.
"Σχέδιο Σόιμπλε"
Ο Μακρόν διαφέρει κατά πολύ από τον Ρέντζι και σε στιλ, και σε ουσία. Πρώην τραπεζίτης και νυν πολιτικός, είναι ο μόνος υπουργός του προέδρου Φρανσουά Ολάντ που συνδυάζει μια βαθιά κατανόηση των μακροοικονομικών προκλήσεων της Γαλλίας και της Ευρώπης, απολαμβάνοντας μια καλή φήμη στη Γερμανία ως προτεστάντης και επιδέξιος συνομιλητής. Οπότε, όταν μιλάει περί ενός ακήρυχτου θρησκευτικού πολέμου στην Ευρώπη μεταξύ του καλβινικού γερμανοκυριαρχούμενου Βορρά και της σχεδόν εξ ολοκλήρου καθολικής Περιφέρειας, πρέπει να του δίνουμε προσοχή.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Σόιμπλε για τις τρέχουσες τάσεις της ευρωπαϊκής οικονομίας υπογραμμίζουν παρομοίως το αδιέξοδο της Ε.Ε. Για χρόνια, ο Σόιμπλε έχει παίξει ένα παιχνίδι προκειμένου να πραγματώσει το όραμά του για το βέλτιστο οικοδόμημα που μπορεί η Ευρώπη να αποτελέσει, δοθέντων των πολιτικών και πολιτισμικών περιορισμών τους οποίους εκλαμβάνει ως δεδομένους.
Το "σχέδιο Σόιμπλε", όπως το έχω ονομάσει, προϋποθέτει μια περιορισμένη πολιτική ένωση που θα στηρίζει το ευρώ. Εν συντομία, ο Σόιμπλε προκρίνει ένα τυποποιημένο Eurogroup (αποτελούμενο από τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης), του οποίου θα προεδρεύει ένας επικεφαλής με δικαίωμα βέτο στα χέρια του επί των εθνικών προϋπολογισμών - και που θα νομιμοποιείται από ένα υπουργικό συμβούλιο της Ευρωζώνης με κοινοβουλευτικούς από τα κράτη - μέλη. Σε αντάλλαγμα για την απώλεια ελέγχου επί των προϋπολογισμών τους, ο Σόιμπλε προσφέρει στη Γαλλία και την Ιταλία -τους βασικούς στόχους του σχεδίου του- την υπόσχεση ενός μικρού κοινού προϋπολογισμού της Ευρωζώνης που μερικώς θα χρηματοδοτεί την ανεργία και την ασφάλιση των καταθέσεων.
Μια τόσο πειθαρχημένη, μινιμαλιστική πολιτική ένωση δεν χαίρει θετικής αποδοχής από τη Γαλλία, όπου οι ελίτ ανέκαθεν αντιστέκονταν στην ίδεα παράδοσης της εθνικής κυριαρχίας. Ενώ πολιτικοί όπως ο Μακρόν έχουν μετακινηθεί στην κατεύθυνση της αποδοχής της μεταβίβασης εξουσιών επί των εθνικών προϋπολογισμών στο (ευρωπαϊκό) κέντρο, φοβούνται ότι το σχέδιο Σόιμπλε ζητά πολλά και δίνει πολύ λίγα: (σηματοδοτεί) σοβαρούς περιορισμούς στα δημοσιονομικά περιθώρια της Γαλλίας και από μακροοικονομικής άποψης (προσφέρει) ασήμαντο κοινό προϋπολογισμό.
Το Grexit και η Γαλλία
Αλλά ακόμη κι αν ο Μακρόν μπορούσε να πείσει τον Ολάντ να αποδεχθεί το σχέδιο Σόιμπλε, δεν είναι ξεκάθαρο αν η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ θα συναινούσε σ' αυτό. Οι ιδέες του Σόιμπλε μέχρι τώρα έχουν αποτύχει να την πείσουν ή, συγκεκριμένα, να πείσουν τη Bundesbank (η οποία, μέσω του προέδρου της Γενς Βάιντμαν, έχει έντονα αρνηθεί οποιουδήποτε βαθμού δημοσιονομική ενοποίηση, ακόμη και στο επίπεδο της περιορισμένης εκδοχής που ο Σόιμπλε είναι διατεθειμένος να διαπραγματευτεί προκειμένου να έχει τον έλεγχο επί του γαλλικού και του ιταλικού προϋπολογισμού).
Εγκλωβισμένος ανάμεσα στην απρόθυμη Γερμανίδα Καγκελάριο και μια μη διατεθειμένη Γαλλία, ο Σόιμπλε θεώρησε ότι η ταραχή που θα δημιουργούταν από το ενδεχόμενο ενός Grexit θα βοηθούσε στο να πειστεί η Γαλλία, καθώς και το γερμανικό υπουργικό συμβούλιο, για την αναγκαιότητα του σχεδίου του. Τώρα, καθώς περιμένει να καταρρεύσει το τρέχον ελληνικό πρόγραμμα υπό το βάρος των ενδογενών του αντιφάσεων, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών προετοιμάζεται για τις επερχόμενες μάχες.
Τον Σεπτέμβριο, ο Σόιμπλε επέδωσε στους συναδέλφους του στο Eurogroup ένα προσχέδιο τριών προτάσεων για την αποφυγή μιας νέας κρίσης στην Ευρωζώνη. Πρώτον, τα ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης θα πρέπει να περιλαμβάνουν ρήτρες που θα διευκολύνουν τη διαδικασία του bail-in. Δεύτερον, οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας οφείλουν να μεταβληθούν ώστε να αποτρέπουν τις εμπορικές τράπεζες από το να λαμβάνουν υπόψη τους τα κρατικά ομόλογα ως ασφαλή assets προς ρευστοποίηση. Και τρίτον, η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει την ιδέα περί κοινής εγγύησης καταθέσεων, αντικαθιστώντας τη με τη δέσμευση να αφήνονται οι τράπεζες να πτωχεύουν όταν δεν πληρούν τους κανόνες ασφαλείας της ΕΚΤ.
Αν είχαν τεθεί σε εφαρμογή αυτές οι προτάσεις, ας πούμε το 1999, ενδεχομένως να είχε περιοριστεί η εκροή κεφαλαίων προς την Περιφέρεια αμέσως μετά την υιοθέτηση του ευρώ. Αλίμονο όμως, το 2015, δοθείσας της κληρονομίας δημόσιων χρεών και τραπεζικών ζημιών της Ευρωζώνης, ένα τέτοιο σχέδιο θα προκαλούσε βαθύτερη ύφεση στην Περιφέρεια και σχεδόν σίγουρα θα οδηγούσε στη διάσπαση της νομισματικής ένωσης.
Φωτεινή αχτίδα
Εξοργισμένος από την υποχώρηση του ίδιου του Σόιμπλε από το δικό του σχέδιο για την πολιτική ένωση, ο Μακρόν πρόσφατα έδειξε τη δυσθυμία του: "Οι καλβινιστές θέλουν να κάνουν τους υπόλοιπους να πληρώνουν για όλη τους τη ζωή" παραπονέθηκε. "Θέλουν μεταρρυθμίσεις χωρίς καμία συμβολή στην κατεύθυνση της αλληλεγγύης".
Η πιο διχαστική πτυχή των δηλώσεων των Ρέντζι και Μακρόν είναι η απελπισία που δείχνουν. Η υπεράσπιση δημοσιονομικών κανόνων εκ μέρους του Ρέντζι, που σπρώχνουν την Ιταλία ακόμη πιο βαθιά μέσα σε ένα αποπληθωριστικό σπιράλ χρέους, είναι ακατανόητη. Αλλά ελλείψει προτάσεων για εναλλακτικούς κανόνες, δεν οδηγούμαστε πουθενά. Η δυσκολία του Μακρόν, από την άλλη, είναι ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας συνδυασμός επίπονων μεταρρυθμίσεων που να μπορεί να προσφέρει στον Σόιμπλε ώστε να πείσει τη γερμανική κυβέρνηση να αποδεχθεί τον βαθμό ανακύκλωσης πλεονασμάτων που απαιτείται για να σταθεροποιηθεί η Γαλλία και η Ευρωζώνη.
Στο μεταξύ, η δέσμευση της Γερμανίας σε "κανόνες" ασύμβατους με την επιβίωση της Ευρωζώνης υποβαθμίζει εκείνους τους Γάλλους και Ιταλούς πολιτικούς που, μέχρι πρότινος, ήλπιζαν να συμμαχήσουν με τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Ορισμένοι, όπως ο Ρέντζι, απαντούν με τυφλές επαναστατικές πράξεις. Άλλοι, όπως ο Μακρόν, ξεκινούν δειλά να αποδέχονται ότι το τρέχον θεσμικό πλαίσιο της Ευρωζώνης και το μείγμα πολιτικής που ακολουθείται αναπόφευκτα θα οδηγήσουν είτε στην επίσημη διάλυσή της ή σε έναν πολλαπλό θάνατο υπό τη μορφή τής συνεχούς οικονομικής απόκλισης.
Τη φωτεινή αχτίδα στα πυκνά σύννεφα της υπό σχηματισμόν καταιγίδας αποτελεί το γεγονός ότι μινιμαλιστικές προτάσεις για την πολιτική ένωση, όπως το σχέδιο Σόιμπλε, χάνουν έδαφος. Καμία μακροοικονομική σημαντική μεταρρύθμιση δεν θα σταθεροποιήσει την Ευρώπη. Και μόνο μια πανευρωπαϊκή δημοκρατική συμμαχία πολιτών θα δώσει τη βάση που χρειάζεται για να ριζώσουν τέτοιες μεταρρυθμίσεις.
Δημοσιεύθηκε στις 23/10 στο project-syndicate.org
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΝΑ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ