Την ώρα που ο Έβαλντ Νοβότνι, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, ζητούσε μέτρα για την τόνωση της ζήτησης, λίγες ημέρες μετά την έκθεση της Κομισιόν που "ενοχοποιούσε" τη χαμηλή ζήτηση ως υπεύθυνη για τη στασιμότητα στην Ευρωζώνη, η Μέρκελ απαιτούσε "σιδηρά πειθαρχία" από τα μέλη της ΟΝΕ στην εφαρμογή των "μεταρρυθμίσεων" προειδοποιώντας τους πως δεν έχουν αποκατασταθεί τα "δομικά σφάλματα" του ευρώ.
Σε αντιδιαστολή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μακριά από την εμμονή της λιτότητας, οι επιδόσεις της αμερικανικής οικονομίας διαμορφώνουν ένα σχετικά ελπιδοφόρο κλίμα, τουλάχιστον όσον αφορά την απασχόληση.
Ο αριθμός των Αμερικανών που υπέβαλαν για πρώτη φορά αίτηση για επίδομα ανεργίας υποχώρησε και πάλι την περασμένη εβδομάδα στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 42 ετών (!) σε μια ένδειξη ότι η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ παραμένει ισχυρή παρά την επιβράδυνση που καταγράφεται στον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης τους δύο τελευταίους μήνες.
Στην Ευρώπη η Γερμανίδα καγκελάριος συνεχίζει πάντως τις "συστάσεις" να μην υπάρξει χαλάρωση στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, "στη βάση της εθνικής ίδιας ευθύνης και της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ιδιαίτερα στις χώρες που πλήττονται από την κρίση», όπως χαρακτηριστικά τόνισε χθες από το βήμα της Μπούντεσταγκ πριν αναχωρήσει για τις Βρυξέλλες για τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε.
«Έχουν περάσει μόλις λίγες εβδομάδες που η κατάσταση στην Ελλάδα μας κρατούσε όλους υπ' ατμόν, αλλά αυτό φαίνεται πως έχει περάσει. Παρά ταύτα δεν επιτρέπεται να χαλαρώσουμε τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στην Ευρώπη", δήλωσε η Άνγκελα Μέρκελ και αναφέρθηκε στην ανάγκη να αντιμετωπιστούν τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης.
«Δεν έχουμε επ' ουδενί φθάσει στο τέλος της αποκατάστασης των δομικών σφαλμάτων της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Πρέπει να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για τη βελτίωση και την εντατικοποίηση του οικονομικού συντονισμού. Διότι το κοινό νόμισμα είναι, όσο καμία άλλη απόφαση στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αντιπροσωπευτικό του πώς και πόσο δυνατά μπορούμε να επιβάλουμε παγκοσμίως τις αξίες και τα συμφέροντά μας. Και αυτό κυρίως σε μια εποχή σοβαρών, σοβαρότατων προκλήσεων εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας» κατέληξε η καγκελάριος.