Φαινομενικά όλα δείχνουν ότι η οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται σε ανάπτυξη. Οι μετοχές ανεβαίνουν, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών βελτιώνεται, το πετρέλαιο πέφτει, το ευρώ έχει γίνει φθηνότερο και η ΕΚΤ, με την "ποσοτική χαλάρωσή" της, έχει κάνει τα πράγματα ευκολότερα. Αλλά με μια πιο προσεκτική ματιά φαίνεται καθαρά πως η βελτίωση αυτή είναι μικρή, πιθανότατα προσωρινή και οπωσδήποτε όχι το αποτέλεσμα των πολιτικών που προωθεί η Γερμανία, γράφει στο Social Europe ο Βρετανός οικονομολόγος και αναλυτής Φίλιπ Λεγκρέν.
Μπορεί η οικονομία της Ευρωζώνης να αναπτύσσεται με ετήσιο ρυθμό 1,6% τώρα, έναντι του 0,9% το τέταρτο τρίμηνο του '14, αλλά ο ρυθμός είναι πολύ πιο αργός απ' ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία. Με την οικονομία της Ευρωζώνης να είναι σήμερα 2% μικρότερη απ' ό,τι ήταν πριν επτά χρόνια, η λέξη "ανάκαμψη" δεν είναι η κατάλληλη λέξη, ειδικά όταν αυτή η ανακούφιση είναι απίθανο να έχει διάρκεια.
Φτηνό πετρέλαιο, τέλος...
"Εν ολίγοις, η εφάπαξ ώθηση που έδωσαν οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου στις οικονομίες του ευρώ, έχει ήδη εξαντληθεί", λέει ο Λεγκρέν. Μετά την πτώση πάνω από το μισό στο διάστημα Ιουνίου '14 - Ιανουαρίου '15, οι πετρελαϊκές τιμές σε ευρώ ανέκαμψαν κατά το ένα τρίτο, εν μέρει λόγω της σημαντικής υποτίμησης του κοινού νομίσματος, γεγονός που καθιστά τις εισαγωγές πιο ακριβές. Η επίδραση της πετρελαϊκής ανάκαμψης στους προϋπολογισμούς επιχειρήσεων και νοικοκυριών δεν προσφέρεται διόλου για πανηγυρισμούς.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικών υπολογίζουν ότι ένα πιο ανταγωνιστικό νόμισμα θα τονώσει την ανάπτυξη, αλλά μάλλον θα απογοητευτούν. Με τις εξαγωγές της Ευρωζώνης να εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, ένα φθηνότερο νόμισμα μπορεί να δώσει σήμερα λιγότερη ώθηση απ' ό,τι στο παρελθόν. Σε κάθε περίπτωση, οι εξαγωγές που αντιπροσωπεύουν μόλις το 1/5 της οικονομίας της Ευρωζώνης των 10 τρισ. ευρώ, είναι απίθανο να οδηγήσουν σε ισχυρή ανάκαμψη ενόσω η εσωτερική ζήτηση παραμένει αδύναμη. Σύμφωνα άλλωστε με τα υπολογιστικά μοντέλα της ΕΚΤ, η υποτίμηση του ευρώ κατά 10% την περασμένη χρονιά (σε πραγματικούς, εμπορικά σταθμισμένους όρους) μπορεί να συντελέσει σε ανάκαμψη μόλις της τάξης του 0,2%. Υπάρχει βέβαια πάντα και το ενδεχόμενο οι εξαγωγείς να επιλέξουν να τσεπώσουν τα όποια κέρδη αποκομίσουν αντί να προσπαθήσουν να τα επενδύσουν...
Ενθάδε κείται η "ποσοτική χαλάρωση"
Τα οφέλη της ποσοτικής χαλάρωσης είναι επίσης πιθανόν να αποδειχθούν εφήμερα, συνεχίζει ο Λεγκρέν. Η μείωση του κόστους δανεισμού των κυβερνήσεων δεν μπορεί να δώσει σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη από τη στιγμή που οι κανόνες της Ε.Ε. απαγορεύουν ρητά τη δημοσιονομική επέκταση.
Η ποσοτική χαλάρωση μπορεί όντως να βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης των λιγοστών εκείνων επιχειρήσεων της Ευρωζώνης που είναι αρκετά μεγάλες ώστε να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές. Αλλά ακόμα και στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, όπου οι αγορές κεφαλαίων παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στην εταιρική χρηματοδότηση, η διόγκωση των στοιχείων ενεργητικού των επιχειρήσεων πολύ λίγο συνέβαλε στην ενθάρρυνση των καταναλωτών να ξοδέψουν και των επιχειρήσεων να επενδύσουν. Οι επενδύσεις σε μια αδύναμη πραγματική οικονομία είναι πολύ λιγότερο ελκυστικές σε σχέση με την προοπτική του εύκολου κέρδους που υπόσχεται η χρηματοοικονομική μηχανική.
Η χρηματοδότηση των περισσότερων επιχειρήσεων στην Ευρωζώνη βασίζεται στον τραπεζικό δανεισμό και ενώ οι πιστωτικές συνθήκες έχουν βελτιωθεί κάπως, δεν έχει συμβεί το ίδιο και με τις δανειοδοτήσεις (που στη νότια Ευρώπη εξακολουθούν να μειώνονται). Όσο οι τράπεζες-ζόμπι βυθίζονται εξαιτίας των επισφαλών δανείων η κατάσταση αυτή είναι απίθανο να αλλάξει.
Το "φάρμακο" που έγινε φαρμάκι
Για τον Βρετανό οικονομολόγο, η μικρή ανάκαμψη της οικονομίας της Ευρωζώνης, και πολύ περισσότερο η σχετικά ταχεία ανάκαμψη της Ισπανίας και της Ιρλανδίας, δεν μπορεί επ' ουδενί να αποδοθεί στη γερμανική συνταγή της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στα μέτρα αύξησης της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών. «Πράγματι, τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο απ' την αλήθεια από ότι αυτό», γράφει χαρακτηριστικά.
Η Ιρλανδία, που ήταν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία της Ευρωζώνης τον περασμένο χρόνο, είναι ίσως η πιο αντιπροσωπευτική περίπτωση διάψευσης της ορθότητας των οικονομικών συνταγών της Γερμανίας. Σε τελευταία ανάλυση, λέει ο Λεγκρέν, πρόκειται για μια μικρή, ιδιαίτερα ανοιχτή οικονομία, της οποίας ο εύρωστος εξαγωγικός τομέας επωφελείται από τα υφιστάμενα πλεονεκτήματα, συμπεριλαμβανομένων της χαμηλής εταιρικής φορολογίας, του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, της οικονομικής ευελιξίας αλλά και των ευνοϊκών εξωτερικών συνθηκών, ιδιαίτερα της ισχυρής ανάκαμψης στις δύο χώρες που αποτελούν τις κύριες αγορές της Ιρλανδίας, των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Ακόμα κι έτσι όμως, η ιρλανδική οικονομία είναι σήμερα μικρότερη απ' ό,τι ήταν πριν την κρίση, το ποσοστό της ανεργίας παραμένει διψήφιο, η εσωτερική ζήτηση παραμένει σε ύφεση και το σχέδιο διάσωσης των τραπεζών, ύψους 64 δισ. ευρώ που, επιβλήθηκε άδικα σε 2,2 εκατομμύρια Ιρλανδούς φορολογούμενους, εξακολουθεί να πλανάται πάνω από τη χώρα.
Η Ισπανία επίσης μόλις και μετά βίας μπορεί να θεωρηθεί παράδειγμα επιτυχημένης δημοσιονομικής προσαρμογής. Η ανάκαμψή της συνέπεσε με την χαλάρωση της ακραίας λιτότητας που επιβλήθηκε την περίοδο 2011-13 ενθαρρύνοντας να νοικοκυριά να δαπανούν περισσότερα παρά το ότι οι μισθοί έχουν μείνει στάσιμοι. Ακόμα κι έτσι, η οικονομία της έχει συρρικνωθεί κατά 5,7% τα τελευταία επτά χρόνια, ενώ ένα επιβλητικό ποσοστό 23,7% των Ισπανών -και ένας στους δύο νέους ανθρώπους- είναι άνεργοι και πολλοί άλλοι έχουν βρεθεί εντελώς εκτός ενεργού εργατικού δυναμικού. Την ίδια ώρα, το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας έφτασε στο 5,7% του ΑΕΠ πέρυσι, το υψηλότερο εντός της Ε.Ε. και το ραγδαία αυξανόμενο δημόσιο χρέος της αναμένεται να ξεπεράσει εφέτος το 100% του ΑΕΠ. Καθώς η χώρα βαδίζει προς εκλογές, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συναίνεσε στη διεύρυνση του διαρθρωτικού ελλείμματός της. Έτσι, αντί να ακμάζει ως αποτέλεσμα της λιτότητας, η Ισπανία μάλλον έχει πάρει ένα δωρεάν εισιτήριο…
Προσωρινή αναλαμπή
Η οικονομία της Ευρωζώνης δείχνει όντως να τα πηγαίνει λίγο καλύτερα το 2015, αλλά όχι λόγω των πολιτικών που απαίτησε (και επέβαλε) η Γερμανία, καταλήγει ο Λεγκρέν. Και μάλλον πρόκειται για μια προσωρινή αναλαμπή παρά για την αρχή μιας σταθερής ανάκαμψης. Για να ξεπεραστεί η ύφεση των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, η Ευρωζώνη χρειάζεται να συμμαζέψει τις τράπεζές της, να μειώσει τον υφεσιακό πρόβολο του κυρίως ιδιωτικού χρέους, να επανορθώσει την τεράστια έλλειψη επενδύσεων, να εξαλείψει τα εμπόδια στην επιχειρηματικότητα και να αντιμετωπίσει την αποπληθωριστική οπισθέλκουσα του γερμανικού μερκαντιλισμού (σ.σ. οικονομική θεωρία και πρακτική της εποχής της αποικιοκρατίας του 16ου- 18ουαιώνα συνώνυμη με την οικονομική απολυταρχία που απέβλεπε στην επιβολή κυβερνητικών ρυθμίσεων στην οικονομία με στόχο την αύξηση της εθνικής ισχύος σε βάρος αντίπαλων εθνών). Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ευρωζώνη δεν θα ξεφύγει σύντομα απ' τα προβλήματά της...