Η οικονομική κρίση στη Ρωσία παίρνει διαστάσεις που θυμίζουν τη δεκαετία του 1990, με το ρούβλι να καταρρέει, τον πληθωρισμό να καλπάζει και τους πολίτες, που δεν μπορούν να ανταλλάξουν τις οικονομίες τους με συνάλλαγμα, να σπεύδουν να τις ξοδέψουν, οι πλουσιότεροι σε αυτοκίνητα και ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, καθώς κάθε μέρα χάνουν περισσότερο την αξία τους. Το ρούβλι πέφτει συνεχώς ήδη από την άνοιξη, αλλά την τελευταία εβδομάδα κατακρημνίζεται. Μόνο μέσα σε μια μέρα, την περασμένη Τρίτη, έχασε το 24% της αξίας του έναντι του δολαρίου - και το 23% έναντι του ευρώ- παρά την απελπισμένη κίνηση της κεντρικής τράπεζας της Ρωσίας να αυξήσει τα επιτόκια κατά 6,5%, στο 17%. Το αποτέλεσμα ήταν οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων να εκτιναχθούν στα ύψη -λόγω κερδοσκοπίας, μάλιστα, περισσότερο απ' ό,τι δικαιολογεί η αλλαγή της ισοτιμίας-, ενώ ακριβαίνουν συνεχώς και τα... εδώδιμα, μέσα σ' αυτό το κλίμα πανικόβλητης κατανάλωσης, γεγονός που κάνει ακόμη πιο δύσκολη την επιβίωση των φτωχότερων Ρώσων.
Η κατάρρευση του ρωσικού νομίσματος οφείλεται πρωτίστως στην ελεύθερη πτώση των τιμών του πετρελαίου, η οποία μπορεί να χαροποιεί τους καταναλωτές, που φέτος ζεσταίνονται φθηνότερα και γεμίζουν πιο εύκολα το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου τους, αλλά τσακίζει τις χώρες που ζουν από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ειδικά αν δεν έχουν άλλους σοβαρούς πόρους συναλλάγματος.
Ρόλο στην κατάρρευση του ρουβλιού παίζουν και οι δυτικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, λόγω της προσάρτησης της Κριμαίας. Αν και μέχρι πολύ πρόσφατα ο πρόεδρος της χώρας Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωνε ότι η Ρωσία δεν φοβάται τις κυρώσεις -και θα πρέπει να φοβούνται για τις επιπτώσεις τους περισσότερο οι Ευρωπαίοι που τις επέβαλαν-, τώρα τις καθιστά συνυπεύθυνες για την κρίση της ρωσικής οικονομίας, «σ' αυτές οφείλεται το 25% με 30% των δυσκολιών που αντιμετωπίζουμε σήμερα», είπε στην καθιερωμένη ετήσια συνέντευξη Τύπου εφ' όλης της ύλης που έδωσε την περασμένη Πέμπτη.
Δύο χρόνια κρίσης
Συνολικά, ο Πούτιν απέδωσε την κρίση του ρουβλιού σε «εξωγενείς παράγοντες» και διαβεβαίωσε ότι η ρωσική κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει την κρίση, «από την οποία η Ρωσία θα βγει ενισχυμένη». Μάλιστα, εμφανίστηκε απόλυτα σίγουρος, ότι η ισοτιμία του ρουβλιού θα αρχίζει να ανεβαίνει και πάλι, «χάρη στις συντονισμένες προσπάθειες της κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας», ενώ πρόλαβε κάθε ερώτηση για το ενδεχόμενο χρεοκοπίας λέγοντας ότι η Ρωσία διαθέτει υπεραρκετά συναλλαγματικά αποθέματα - 419 δισεκατομμύρια δολάρια. Όμως, «η κεντρική τράπεζα δεν πρόκειται να τα κατασπαταλήσει άνευ λόγου», είπε και τόνισε ότι το ζητούμενο τώρα είναι να στηριχθούν οι άνθρωποι που το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. «Θα τηρήσουμε όλες τις υποσχέσεις μας», διαβεβαίωσε πρωτίστως τους συνταξιούχους και τους δημοσίους υπαλλήλους, που ενδεχομένως φοβούνται για το αν θα πάρουν τους μισθούς και τις συντάξεις τους.
Γενικά, ο Πούτιν εμφανίστηκε ως ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, προετοίμασε τους πολίτες του για δυο χρόνια κρίσης, τους διαβεβαίωσε ότι είναι στο πλευρό τους και άστραψε και βρόντηξε εναντίον της Δύσης, η οποία «25 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ορθώνει ένα νέο τείχος αποξένωσης και διαχωρισμού της κοινωνίας». Για τον Ρώσο πρόεδρο, το κακό ξεκίνησε από καιρό, με την αθέτηση της υπόσχεσης για τη μη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς και τώρα έχει παραγίνει: «Θεωρούν ότι είναι οι νικητές και φέρονται ως μονοκράτορες, που μπορούν να επιβάλουν την υποτέλεια στον υπόλοιπο κόσμο», είπε.
Οι ανησυχίες της Δύσης
Η κατακρήμνιση του ρουβλιού, πάντως, προκαλεί τεράστια ανησυχία στην Ευρώπη, η οποία βλέπει τη στρατηγική της έναντι της Ρωσίας να γίνεται μπούμερανγκ. Με τις οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας η Ευρωπαϊκή Ένωση ευελπιστούσε, επισήμως τουλάχιστον, να πιέσει τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν, να υποχωρήσει στην ουκρανική κρίση και να στηρίξει ενεργά την ειρηνευτική συμφωνία του Μινσκ. Πλην όμως, άλλο υποχώρηση, άλλο κατάρρευση. Τώρα στις Βρυξέλλες αυξάνεται ο φόβος μήπως καταρρεύσει η ρωσική οικονομία, συμπαρασύροντας κατ' αρχάς όλες τις άμεσα εξαρτώμενες χώρες, από τη Μολδαβία μέχρι το Τατζικιστάν, της Ουκρανίας συμπεριλαμβανομένης, και στη συνέχεια πλήξει και την ευρωπαϊκή οικονομία. Ο δεύτερος ανομολόγητος φόβος είναι μήπως αποσταθεροποιηθεί και πολιτικά η Ρωσία. Μπορεί οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο να μην έχουν... αδυναμία στον Βλαντίμιρ Πούτιν, πλην όμως δεν έχουν ψευδαισθήσεις ότι εάν τον διαδεχθεί κάποιος στην εξουσία στη Μόσχα, θα είναι καλύτερος - για τα δικά τους δεδομένα τουλάχιστον.
«Πολύ ανήσυχη» δηλώνει και η Κομισιόν, υπογραμμίζοντας διά των εκπροσώπων της ότι κανέναν δεν συμφέρει «να βουλιάξει η Ρωσία σε βαθιά ύφεση». Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι δεν ήταν οι κυρώσεις αυτές που οδήγησαν στην κατρακύλα του ρωσικού νομίσματος, αλλά οι φθίνουσες τιμές των πρώτων υλών. Πάντως, καλού-κακού και παρά τις πιέσεις από το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον στην τελευταία σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. δεν μπήκε καν στην ημερήσια διάταξη η συζήτηση για περαιτέρω ενίσχυση των κυρώσεων σε βάρος της Μόσχας. Μόνο νέες κυρώσεις σε βάρος της Κριμαίας επιβλήθηκαν, για την ακρίβεια απαγορεύτηκε στα κρουαζιερόπλοια που ανήκουν σε κοινοτικές εταιρείες να πιάνουν το λιμάνι της Σεβαστούπολης, ώστε να δείξει η Ε.Ε. ότι επιμένει στην άποψή της πως «η προσάρτηση της Κριμαίας είναι παράνομη», όπως σημειώνει η Κομισιόν.
Χάνουν τον ύπνο τους
Ακόμη πιο ανήσυχο είναι το Βερολίνο, με τον υπουργό Εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ να παραδέχεται ότι η κατάσταση είναι πράγματι σοβαρή. Εδώ και εβδομάδες ο Στάινμαϊερ προειδοποιούσε τόσο τους Ευρωπαίους ομολόγους του όσο και τις ΗΠΑ να μην προσπαθήσουν να γονατίσουν οικονομικά τη Ρωσία, διότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα να σκληρύνει ακόμη περισσότερο η στάση του Κρεμλίνου στο θέμα της Ουκρανίας. Πάντως, η κυρίαρχη αντίληψη στο Βερολίνο είναι ότι την ευθύνη για τη δραματική κατάσταση της ρωσικής οικονομίας τη φέρει ο ίδιος ο Πούτιν, τόσο επειδή δεν κατάφερε κατά τη διάρκεια της μακράς θητείας του να στηρίξει την οικονομία και σε άλλους πυλώνες πέρα από την εξαγωγή πρώτων υλών όσο και επειδή με τη στάση του έχασε την εμπιστοσύνη των επενδυτών, όχι μόνο των ξένων, αλλά και των ντόπιων, ολιγαρχών και μη, όπως φαίνεται από τη συνεχιζόμενη φυγή κεφαλαίων από τις ρωσικές τράπεζες.
Μόνο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται καθησυχαστική, ίσως εκ του ρόλου της, έναντι όσων φοβούνται τις επιπτώσεις της κρίσης του ρουβλιού στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. «Πιστεύουμε ότι οι αγορές θα είναι για τις επόμενες μέρες, ίσως και εβδομάδες, νευρικές, ωστόσο τα χρέη των ρωσικών εταιρειών στις ευρωπαϊκές τράπεζες δεν έχουν εκείνη τη διάσταση που θα μας έκανε να ανησυχούμε», τόνισε η επικεφαλής της εποπτικής αρχής της ΕΚΤ Ντανιέλ Νουί.